«ΣΑΝ ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ, που κάποτε αναδύεται, με τα βαριά πανιά, τους ναύτες, τα βρεγμένα ξύλα»,¹ έτσι μοιάζει να αναδύθηκε ολόφωτο από τον βυθό των ελληνικών γραμμάτων ένα σχεδόν ξεχασμένο πεζό της κορυφαίας Ελληνίδας ποιήτριας και μεταφράστριας Τζένης Μαστοράκη (1949-2024), δύο χρόνια περίπου μετά τον θάνατό της. Έχουμε, λοιπόν, την τύχη να κρατάμε πλέον στα χέρια μας, σε μία αυτόνομη μεταθανάτια έκδοση από την Άγρα, το κείμενό της «“Κι όλα τα κακά σκορπά...” Τι σκέφτομαι και τι φοβάμαι πριν να κοιμηθώ, αφού κανένας δε σταυρώνει πια το μαξιλάρι μου», το οποίο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 2002 στο λογοτεχνικό περιοδικό «Εντευκτήριο» της Θεσσαλονίκης που εκδίδει ο Γιώργος Κορδομενίδης (τχ. 55, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2001). Το πεζό εντόπισε για τις εκδόσεις Άγρα ο ποιητής Γιάννης Στίγκας και κυκλοφορεί σε μία εξαιρετικά καλαίσθητη έκδοση, που συνοδεύεται από επίμετρο του Διονύση Καψάλη. Το έργο αυτό έρχεται να προστεθεί στα τέσσερα ποιητικά βιβλία της Τζένης Μαστοράκη που δημοσίευσε όσο ήταν εν ζωή στις εκδόσεις του Κέδρου: «Διόδια» (1972), «Το Σόι» (1978), «Ιστορίες για τα βαθιά» (1983), «Μ’ ένα στεφάνι φως» (1989).
Ολιγογράφος αλλά αξιοσημείωτης πυκνότητας και απαράμιλλης δεινότητας ποιήτρια της γενιάς του ’70, καθώς και σπουδαία μεταφράστρια, με πρωτοποριακές για την εποχή της μεταφράσεις που έγραψαν ιστορία, η Τζένη Μαστοράκη, με τον θάνατό της σε ηλικία 75 ετών τον Ιούλιο του 2024, άφησε ένα κενό που δύσκολα αναπληρώνεται. Ένα κενό που, όσο περνά ο καιρός, γίνεται όλο και πιο αισθητό, καθώς καθίσταται σαφές πως η Μαστοράκη έσκεπε τα γράμματά μας όχι μόνο μέσα από την τέχνη της αλλά και μέσω της συνολικής ιδιότυπης παρουσίας της, η οποία ξεχώριζε, χωρίς διάθεση να επιβληθεί, θερμαίνοντας ένα ψυχρό και άγονο λογοτεχνικό τοπίο, σαν μια «θεότητα» έξω και πέρα από τα τρέχοντα ποιητικά ήθη.
Η Μαστοράκη, ξεδιπλώνοντας τα ποικίλα «φυλλομετρήματά» της, εμβαθύνει και ανασκάπτει μέχρι τη ρίζα, σε μια σπουδή στο υπερβατικό, στον αρχέγονο τρόμο, στο όνειρο και στον εφιάλτη, αναζητώντας το αντίδοτο στον ρυθμό και στον λόγο.
Το «“Κι όλα τα κακά σκορπά...”» είναι ένα ολιγοσέλιδο κείμενο που ακροβατεί αριστουργηματικά ανάμεσα στην ποίηση και το δοκίμιο, με μια σπινθηροβόλα και κρυστάλλινα διαυγή πρόζα. Η Τζένη Μαστοράκη προσεγγίζει σε αυτό την έννοια του «Κακού», συνομιλώντας με πλήθος ετερόκλητων κειμένων, θρησκευτικού ή λαϊκού χαρακτήρα: αποσπάσματα από την Αγία Γραφή, το Άσμα Ασμάτων, τον Συναξαριστή, τα Απόκρυφα Ευαγγέλια, την Αποκάλυψη του Ιωάννη, αλλά και εξορκισμούς, αρχαίους ονειροκρίτες, λαϊκές φυλλάδες, παιδικά παραμύθια κι ένα σωρό ακόμα «φυλλομετρήματα και εμμονές», όπως λέει η ίδια. Την ώρα που περιπλανάται σε αυτά τα αναγνώσματα και καταβυθίζεται σε αυτά, ανατρέχει ταυτόχρονα σε αναμνήσεις της παιδικής της ηλικίας, όπως συμβαίνει συχνά και στην ποίησή της, ανασύροντας και προσφέροντάς μας πολύτιμα αποστάγματα, στην προσπάθειά της να ερμηνεύσει την αινιγματική φύση του κακού: «Κακό είναι εκείνο που του μιλάς και σωπαίνει».
Τζένη Μαστοράκη, «Κι όλα τα κακά σκορπά...Τί σκέφτομαι και τί φοβάμαι πριν να κοιμηθώ, αφού κανένας δε σταυρώνει πια το μαξιλάρι μου», επίμετρο: Διονύσης Καψάλης, εκδόσεις Άγρα
Το εξώφυλλο του βιβλίου κοσμεί ταιριαστά ο περίφημος «Εφιάλτης» (περ. 1781) του Χάινριχ Φίσλι –αγαπημένος πίνακας της Τζένης Μαστοράκη–, με τον βραχνά-δαίμονα στο στήθος της κοιμώμενης γυναίκας, προετοιμάζοντάς μας για την υπερβατική και υποβλητική ατμόσφαιρα που θα ακολουθήσει και υποβάλλοντας κάτι από τον μαγνητισμό και τον ονειρώδη χαρακτήρα του έργου της.
Το κείμενο δομείται σε επτά μέρη – αριθμός με έντονο μυστικιστικό συμβολισμό, ως γνωστόν. Στην αρχή κάθε ενότητας προτάσσονται στίχοι από την Αγία Γραφή, ενώ στο τέλος βρίσκουμε κάθε φορά μία επιγραμματική φράση-επιμύθιο σχετικά με το κακό, η οποία συνοψίζει το νόημα όσων προηγήθηκαν, θυμίζοντας λαϊκό ονειροκρίτη ή παραμύθι. Όλες μαζί οι φράσεις συγκροτούν έναν ενιαίο, υπαινικτικό αλλά ιδιαίτερα οξυδερκή ορισμό του κακού.
Ο εν είδει παιδικής προσευχής τίτλος «Κι όλα τα κακά σκορπά» ομολογεί και τη φαινομενικά αθώα αφετηρία αυτής της αναδίφησης σε σκοτεινές ατραπούς: οι παιδικές προσευχές και οι φύλακες-άγγελοι που προστατεύουν τον ύπνο των παιδιών. Ο υπότιτλος που ακολουθεί, «Τι σκέφτομαι και τι φοβάμαι πριν να κοιμηθώ, αφού κανένας δε σταυρώνει πια το μαξιλάρι μου», επιβάλλει ένα αμείλικτο πλαίσιο. Όταν εκλείπει η ασφάλεια και η προστατευτική φτερούγα της γονικής όσο και της θεϊκής αρωγής, τι απομένει; Τι συμβαίνει όταν οι άγγελοι δεν φυλάνε πια τα νήπια; Όταν οι άγγελοι «δεν έχει ούτε ένα συννεφάκι ν’ ακουμπήσουν», όπως γράφει, όπως κάποτε στις ζωγραφιές πάνω από τα παιδικά κρεβατάκια; Όταν, δηλαδή, ενσκήπτει αιφνιδίως η ενηλικίωση, σαν μια «τελετουργική καρατόμηση», όπως την περιγράφει η ίδια στα «Διόδια»;
Από τις αγγελικές μορφές τής παιδικής αθωότητας, όμως, η Μαστοράκη γρήγορα περνά σε άλλες απόκοσμες έως και κολασμένες φιγούρες: άγγελοι της Αποκάλυψης, έκπτωτοι άγγελοι, δαίμονες, βιβλικοί προφήτες, ανώνυμοι σαλοί, μαρτυρικοί άγιοι, ξεχασμένοι αιρετικοί, ο ερμηνευτής ονείρων Αρτεμίδωρος, ο Ωριγένης των πρωτοχριστιανικών χρόνων, μάγισσες των παραμυθιών και της Ιεράς Εξέτασης, βρικόλακες, καθώς και μακάβρια πλάσματα βγαλμένα από τους εφιάλτες του Έντγκαρ Άλαν Πόε. Τιμητική θέση κατέχει ο Κόμης Δράκουλας του Μπραμ Στόκερ, ένα βιβλίο που σημάδεψε την εφηβεία της. Όλες αυτές οι ποικίλες μορφές, που ξεπηδούν από διαφορετικές πηγές, επιστρατεύονται από τη Μαστοράκη στην περιδιάβασή της σε μια ατμοσφαιρική μυθολογία του κακού και όσων το αντιμάχονται, η οποία θυμίζει εφιαλτικές σκηνές από έργα του Ιερώνυμου Μπος ή του Άλμπρεχτ Ντίρερ – έργα των οποίων εξάλλου κοσμούν την έκδοση.
Ίσως μόνο η «Δαιμονία», κατά τον Γ.Π. Σαββίδη, Τζένη Μαστοράκη θα ήταν ικανή να συνδέσει τις αγνές, ανέφελες παιδικές ζωγραφιές με τις πιο φρικιαστικές εικόνες, βγαλμένες κατευθείαν από την Κόλαση. Τι ενώνει τα όνειρα των προφητών με τους παιδικούς εφιάλτες; Την καθησυχαστική προστακτική των Γραφών με ιστορίες για βρικόλακες; Μα ο αρχετυπικός τρόμος και το κακό «που περιμένει πίσω από τον ύπνο. Η Μαστοράκη, ξεδιπλώνοντας τα ποικίλα «φυλλομετρήματά» της, εμβαθύνει και ανασκάπτει μέχρι τη ρίζα, σε μία σπουδή στο υπερβατικό, στον αρχέγονο τρόμο, στο όνειρο και στον εφιάλτη, αναζητώντας το αντίδοτο στον ρυθμό και στον λόγο.
Η Τζένη Μαστοράκη αναδύεται ακέραιη και μέσα από αυτό το ηλεκτρισμένο από την ποιητική της ενέργεια πεζό που δεν λειτουργεί απλώς συμπληρωματικά, αλλά αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του έργου της. Συνάφειες, συσχετισμούς και απόηχους από την ποίησή της και τις αναζητήσεις της εντοπίζει κανείς σε αφθονία: παραμύθια από την «Παλιά Διαθήκη/πριν απ’ τους Εβδομήντα» από τα «Διόδια»· τα «γαλάζια φυλαχτά της Τήνου» και το «Πατερημών» που της φόραγαν κατάσαρκα από το «Σόι»· τα «σωσμένα λόγια των εξορκισμών» και «τα μεγάλα σκότη» από τις «Ιστορίες για τα βαθιά» · και φυσικά είναι εδώ ο «μάγος έρωτας, ο τρόμος έρωτας», «η φοβερή φωλιά του ύπνου» και η «επίσκεψη δαιμόνων» από το «Μ’ ένα στεφάνι φως». Και στο «Κι όλα τα κακά σκορπά…» διακρίνεται κάτι από την έκλαμψη του Σολωμικού αναστήματος, ενώ, παράλληλα, θα συναντήσουμε τη συνομιλία με τη λόγια και βυζαντινή παράδοση, τις σκοτεινές αλληγορίες της και την κριτική της στάση απέναντι στον μύθο.
Κατά την προσφιλή της συνήθεια να θέτει υπό αμφισβήτηση τους μύθους, τις παραδόσεις και τα ήθη που προσπαθούσε να επιβάλλει στη γενιά της το μικροαστικό περιβάλλον της δεκαετίας του 1970 και η περίοδος της δικτατορίας, μέσα στα οποία διαμορφώθηκε, η Μαστοράκη προσεγγίζει τις πηγές με το δικό της παιδικό, περίεργο και φιλέρευνο βλέμμα: «Έχουν κενά οι Γραφές. Έχουν σιωπές». Καταγράφει χάσματα και ασυνέχειες στα ιερά κείμενα, εντοπίζει αντιφάσεις, ιχνηλατεί τον άρρητο φόβο που ελλοχεύει μέσα τους, τις ιστορίες που δεν λέγονται. Αμφιβάλλει: «Από τις πρώτες πρώτες ιστορίες τα αινίγματα. Το δέντρο που ήταν στον παράδεισο. Τι δέντρο; Και γιατί εκεί; Και ο αρχαίος όφις; Ποιος τον άφησε; Ή ποιος τον φέρνει;». Δεν βολεύεται σε καμία βεβαιότητα, σε καμία αναντίρρητη πίστη. Διερωτάται: «Ποιος με κοιτά; Ποιος θέλει να φοβάμαι τ’ άστρα; Οι ιστορίες μπερδεύονται και σκοτεινιάζουν. Μήπως μου λένε πως δεν κάνει να ρωτώ;». Αντιμετωπίζει τη θρησκεία σαν μια ερμητική σφίγγα που θέτει αινίγματα στους ανθρώπους: «Και η θρησκεία ένα ωραίο αίνιγμα είναι».
Το συγκινητικό όσο και ευθύβολο επίμετρο του Διονύση Καψάλη, με τίτλο «Στεφάνι για την Τζένη Μαστοράκη» –ένα τμήμα του οποίου δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 2024, με αφορμή τον θάνατό της, στην εφημερίδα «Τα Νέα»–, «στεφανώνει» το έργο της με το απαραίτητο επιστέγασμα, συνοψίζοντας τους βασικούς άξονες που το συγκροτούν. Κρίνεται καίριο να διαβαστεί και να προσεχθεί, ιδιαίτερα σήμερα, καθώς η απόσταση του χρόνου επιτρέπει πιο ουσιαστικές αποτιμήσεις. Ο Διονύσης Καψάλης σε αυτό ορθά αποκηρύσσει υποτιμητικές και παραπλανητικές κατηγοριοποιήσεις περί «γυναικείας γραφής», τις οποίες και η ίδια απεχθανόταν, σημειώνοντας σχετικά με τον χαρακτηρισμό «γυναικεία γραφή» ότι: «ακούγεται κάλπικο πλάι στο όνομά της». Παράλληλα, δηλώνει απερίφραστα πως η Τζένη Μαστοράκη είναι «η καλύτερη ποιήτρια της νεότερης Ελλάδας», υποστηρίζει ότι δεν απαιτείται «κλειδί» για να την ερμηνεύσουμε, καθώς το έργο της «είναι όλο μαζί απόσταγμα και ξεκλείδωτο χρυσάφι», και θέτει τον δάκτυλον επί τον τύπον των ήλων: «Ένα κομμάτι Τζένη Μαστοράκη να αναδυόταν κάθε τόσο ανάμεσά μας, ένα νησί ατόφια λόγια μέσα στο πέλαγος της ξιπασιάς και της ασημαντολογίας».
Η «μυθοποιός και ελευθερώτρια παγιδευμένων φαντασμάτων» Τζένη Μαστοράκη, κατά τον Διονύση Καψάλη, από μικρή σκεφτόταν ιστορίες με αγγέλους και δαίμονες, βρικόλακες και τις αγαπημένες τους, φαντάσματα και αλαφροΐσκιωτους. «Από μικρή αγαπούσα ό,τι με φόβιζε», παραδέχεται. Δεν φοβήθηκε τη σιωπή, ούτε τα αινίγματα που συνάντησε στον δρόμο της και, ευτυχώς για εμάς, διατήρησε αυτή την περιέργεια για πάντα.
Ευτυχώς για εμάς, ακόμη κι όταν «δεν σταύρωνε πια κανείς το μαξιλάρι της», δεν έχασε την άδολη παιδική ματιά της και όλα εκείνα που διαμόρφωσαν την ποιητική της ταυτότητα, η οποία σημάδεψε με το θάμβος της και την εμβέλειά της την ποίησή μας. Αν υπάρχει κάποια που βυθομετρά τα σκότη, ξορκίζει το κακό, δαμάζει την παράδοση και μεταβολίζει τα πιο αλλόκοτα νάματά της, συνεχίζοντας ένα νήμα από τη «φεγγαροντυμένη» τού Σολωμού μέχρι τον καιρό της, αυτή δεν είναι άλλη από την Τζένη Μαστοράκη.
[1] Τζένη Μαστοράκη, «Μ' ένα στεφάνι φως», [Β΄] «Α, τι νύχτα ήταν εκείνη...», εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1989.