Στα 76 του, ο Bruce Springsteen δεν άνοιξε απλώς άλλη μία περιοδεία. Ανέβηκε στη σκηνή της Μινεάπολης και τη μετέτρεψε σε δημόσιο βήμα, συνδέοντας το νέο του live με την κρατική βία, τις διαδηλώσεις, τη Μινεσότα του No Kings και μια Αμερική που μοιάζει ξανά να φλέγεται.
Ο Bruce Springsteen δεν είναι ξένος προς τη μεγάλη αμερικανική πληγή. Το έχει ξανακάνει: μετά την 11η Σεπτεμβρίου, μετά την Κατρίνα, μετά από αστυνομικές δολοφονίες και εθνικά τραύματα που ζητούσαν όχι απλώς τραγούδια αλλά δημόσια φωνή. Αυτό που συνέβη όμως τώρα στη Μινεάπολη είχε κάτι πιο ωμό. Δεν έμοιαζε με επετειακή επιστροφή ενός μύθου της ροκ. Εμοιαζε με καλλιτέχνη που αποφάσισε να μπει ξανά στο κέντρο της αμερικανικής σύγκρουσης.
Στην πρώτη βραδιά της νέας περιοδείας του με τους E Street Band, ο Springsteen έστησε το live σαν πολιτικό μανιφέστο. Μίλησε για την επιλογή της ελπίδας απέναντι στον φόβο, της δημοκρατίας απέναντι στον αυταρχισμό, της ενότητας απέναντι στη διαίρεση, της ειρήνης απέναντι στον πόλεμο. Και δεν το άφησε στη ρητορική. Το πέρασε αμέσως στο ίδιο το πρόγραμμα, ανοίγοντας με τραγούδια που έμοιαζαν να βγαίνουν από μια Αμερική σε κατάσταση ηθικού συναγερμού.
Η πιο ηχηρή στιγμή ήταν το νέο του τραγούδι, Streets of Minneapolis, γραμμένο και δημοσιευμένο λίγες ημέρες μετά τους πυροβολισμούς ομοσπονδιακών πρακτόρων που σκότωσαν τη Renee Nicole Good και τον Alex Pretti στις Twin Cities. Ο Springsteen δεν χρησιμοποίησε τη Μινεάπολη ως απλό σκηνικό. Τη μετέτρεψε σε συμβολικό έδαφος αντίστασης. Μίλησε για «θάνατο και τρόμο» στους δρόμους της πόλης, αλλά και για την αλληλεγγύη των κατοίκων της, σαν να ήθελε να ξαναδώσει στη ροκ τον ρόλο του δημόσιου μάρτυρα.
Ο Springsteen δεν επιστρέφει απλώς με νέο υλικό και παλιές επιτυχίες. Επιστρέφει με μια παλιά, σχεδόν ξεχασμένη φιλοδοξία: ότι η ροκ μπορεί ακόμη να σταθεί μέσα στην επικαιρότητα χωρίς να ακούγεται σαν μουσειακό απομεινάρι. Οχι ως νοσταλγικό soundtrack για ανθρώπους που μεγάλωσαν μαζί της, αλλά ως γλώσσα που μπορεί να αρθρώσει οργή, μνήμη και συλλογική θέση.
Γι’ αυτό και η βραδιά στη Μινεάπολη είχε μεγαλύτερο βάρος από το ίδιο το πρόγραμμα. Το γεγονός ότι ο Springsteen βρέθηκε εκεί, λίγες ημέρες μετά τη συμμετοχή του στο No Kings rally, και ότι συνέδεσε ανοιχτά την περιοδεία με το πολιτικό κλίμα της πόλης, έκανε το live να μοιάζει λιγότερο με περιοδεία και περισσότερο με δημόσια πράξη. Ακόμη και η επιλογή τραγουδιών όπως το War, το Born in the U.S.A. ή το The Ghost of Tom Joad έδειχνε ότι ήθελε να ξανανοίξει το αμερικανικό τραγούδι ως πεδίο διαμάχης και όχι ως ασφαλές ρεπερτόριο.
Υπάρχει βέβαια και κάτι σχεδόν συγκινητικά παράδοξο εδώ. Στα 76 του, ο Springsteen μοιάζει πιο πρόθυμος από πολλούς νεότερους σταρ να ρισκάρει την αμηχανία του πολιτικού λόγου πάνω στη σκηνή. Σε μια εποχή όπου το pop θέαμα συχνά αρκείται σε ελεγχόμενα μηνύματα, σωστά hashtags και προσεκτικά μετρημένες τοποθετήσεις, ο Springsteen εμφανίζεται ακόμη ως φιγούρα παλιού τύπου: κάποιος που πιστεύει ότι ο καλλιτέχνης οφείλει να πάρει θέση ακόμη κι αν αυτή η θέση διχάζει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ξαναζούμε τη χρυσή εποχή του πολιτικού τραγουδιού. Σημαίνει όμως ότι ένας από τους τελευταίους μεγάλους αμερικανικούς ροκ μύθους αρνείται να μετατραπεί σε ακίνδυνο σύμβολο. Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό νέο. Ο Springsteen δεν υπερασπίζεται απλώς τη δική του πολιτική ταυτότητα. Δοκιμάζει ξανά την ίδια την ιδέα ότι η ροκ μπορεί να λειτουργήσει ως δημόσιος λόγος.
Στο τέλος, αυτό που μένει από τη Μινεάπολη δεν είναι μόνο η εικόνα ενός θρύλου που ανεβαίνει στη σκηνή και παίζει σχεδόν τρεις ώρες. Είναι η αίσθηση ότι ο Springsteen προσπαθεί ξανά να δώσει στην αμερικανική μουσική κάτι που έχει σε μεγάλο βαθμό χάσει: συνέπειες. Να θυμίσει ότι ένα τραγούδι μπορεί ακόμη να μιλά για φόβο, εξουσία, βία, αδικία και ελπίδα χωρίς να χρειάζεται να κρυφτεί πίσω από την ασφάλεια της διαχρονικότητας.