Στη Γαλλία δεν έκανε απλώς πρεμιέρα μια μεγάλη ιστορική ταινία για την Κατοχή. Ανοιξε ξανά μια παλιά, ακανθώδης συζήτηση για το πώς δείχνεις στην οθόνη έναν συνεργάτη των ναζί χωρίς να κατηγορηθείς ότι τον ξεπλένεις. Το Les Rayons et les Ombres, κρατάει τρεις ώρες και δεκαεννέα λεπτά, και έχει ήδη γίνει εμπορικό και πολιτισμικό γεγονός, με πάνω από 620.000 θεατές μέσα στις πρώτες εβδομάδες προβολής του.
Ο Ξαβιέ Τζιανολί δεν διάλεξε να αφηγηθεί την Κατοχή μέσα από έναν ήρωα της Αντίστασης αλλά μέσα από τον Ζαν Λυσαίρ, δημοσιογράφο και άνθρωπο του Τύπου που ξεκίνησε από τον πασιφισμό και κατέληξε να γίνει κεντρικό πρόσωπο της συνεργασίας με το καθεστώς του Βισύ. Στην ταινία τον υποδύεται ο Ζαν Ντιζαρντέν, ενώ η κόρη του Κορίν Λυσαίρ, που επίσης μπήκε στους κύκλους της συνεργασίας, είναι το πρόσωπο μέσα από το οποίο ξετυλίγεται μεγάλο μέρος της αφήγησης
Η ένσταση των επικριτών δεν είναι μικρή. Ιστορικοί και αριστερά έντυπα στη Γαλλία υποστηρίζουν ότι η ταινία μετακινεί το βάρος προς τη γοητεία, την πτώση και την ανθρώπινη αδυναμία των πρωταγωνιστών της, δείχνοντας πολύ λιγότερο καθαρά την αντισημιτική βία, τις εκτοπίσεις και την πραγματική τους συνενοχή. Η Libération έφτασε να τη χαρακτηρίσει «masterclass in historical gaslighting», ενώ στη Le Monde διατυπώθηκαν σοβαρές αντιρρήσεις για ιστορικές παραμορφώσεις που, όπως υποστηρίζουν οι επικριτές, σπρώχνουν τον θεατή προς τη συμπόνια.
Ο Τζιανολί απαντά ότι δεν γύρισε ιστορική διατριβή αλλά ταινία και ότι δούλεψε για χρόνια με ιστορικούς πάνω στο υλικό. Επιμένει πως δεν επιχειρεί να αθωώσει τον Λυσαίρ, αλλά να δείξει «όλες τις παγίδες στις οποίες μπορεί να πέσει ένας άνθρωπος» και το πώς η δειλία, η ματαιοδοξία και οι μικροί συμβιβασμοί γίνονται Ιστορία. Στη δική του εκδοχή, ο Λυσαίρ δεν είναι ένα μονοκόμματο τέρας, αλλά μια μορφή γοητευτικής προδοσίας, κι αυτό ακριβώς είναι που κάνει τόσο εκρηκτική την ταινία.
Εκεί βρίσκεται και το πραγματικό διακύβευμα του θέματος. Οχι αν ο Ζαν Λυσαίρ ήταν ένοχος, αυτό δεν αμφισβητείται. Αλλά αν ο κινηματογράφος μπορεί να δείξει την ανθρώπινη υφή της ενοχής χωρίς να κατηγορηθεί ότι τη σχετικοποιεί. Η γαλλική δημόσια ζωή είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη σε αυτό το σημείο, γιατί η μνήμη της συνεργασίας με τους ναζί κουβαλά ακόμη το παλιό τραύμα ανάμεσα στον μύθο μιας χώρας της Αντίστασης και στην ιστορική πραγματικότητα ενός πολύ πιο σύνθετου τοπίου. Ο Guardian θυμίζει μάλιστα ότι ακόμη και το Lacombe, Lucien του Λουί Μαλ είχε προκαλέσει ανάλογο σοκ το 1974.
Η νέα ταινία μοιάζει να πετυχαίνει ακριβώς επειδή πατά πάνω σε αυτή ακριβώς την ανοιχτή ιστορική πληγή. Δεν βρήκε απέναντί της μόνο κριτικούς, αλλά και υπερασπιστές που βλέπουν στο φιλμ μια σπάνια προσπάθεια να δείξει το περιβάλλον της συνεργασίας όχι σαν καρικατούρα αλλά σαν κόσμο σαμπάνιας, κυνισμού, φιλοδοξίας και παρακμής.
Αυτό εξηγεί και γιατί το Les Rayons et les Ombres δεν έμεινε ένα απλό prestige δράμα εποχής. Εγινε η ταινία που ανάγκασε τη Γαλλία να ξαναμιλήσει για το ποιον αντέχει να κοιτάζει ως άνθρωπο όταν κοιτάζει το παρελθόν της.
Με στοιχεία από The Guardian, Variety