Ο James McAvoy λέει ότι η προφορά του συχνά αρκούσε για να τον περιορίσει σε μια έτοιμη εικόνα μέσα στη βιομηχανία: «that Scottish person».
Μιλώντας στον Guardian με αφορμή το σκηνοθετικό του ντεμπούτο, το California Schemin’, ο ηθοποιός συνδέει αυτή την εμπειρία με ένα ευρύτερο πρόβλημα εκπροσώπησης της Σκωτίας στον κινηματογράφο.
Το California Schemin’ έκανε πρεμιέρα ως ταινία λήξης του Glasgow Film Festival και βγαίνει στις αίθουσες του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιρλανδίας στις 10 Απριλίου. Η ταινία βασίζεται στην αληθινή ιστορία των Gavin Bain και Billy Boyd, δύο νεαρών από το Dundee που στις αρχές των 00s παρίσταναν τους Αμερικανούς ράπερ και κατάφεραν να υπογράψουν με τη Sony UK.
Για τον McAvoy, αυτό που τον τράβηξε στην ιστορία δεν ήταν μόνο η απάτη ή το στοιχείο της μεταμφίεσης, αλλά το ποιος θεωρείται ότι έχει δικαίωμα να ακούγεται. Οπως λέει, έχει ζήσει και ο ίδιος τη στιγμή όπου παύει να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο «με άπειρες δυνατότητες» και γίνεται απλώς «ο Σκοτσέζος», δηλαδή μια προφορά, ένας ήχος, ένα στερεότυπο.
Η συνέντευξη γίνεται έτσι κάτι περισσότερο από promo για μια νέα ταινία. Ο McAvoy χρησιμοποιεί το σκηνοθετικό του ντεμπούτο για να μιλήσει για το πώς η Σκωτία συχνά περνά στον κινηματογράφο μέσα από περιορισμένα μοτίβα: φτώχεια, κακοποίηση, εξάρτηση, κοινωνικό αδιέξοδο. Το δικό του επιχείρημα είναι ότι οι ιστορίες της εργατικής τάξης δεν χρειάζεται να είναι μόνο σκοτεινές ή μίζερες για να θεωρηθούν αληθινές. Μπορούν να είναι και αστείες, φιλόδοξες, περιπετειώδεις.
Εχει ενδιαφέρον ότι αυτό το λέει ένας ηθοποιός που έχει περάσει από το Atonement, το Split και το franchise των X-Men, αλλά δηλώνει πως σε τρεις δεκαετίες καριέρας έχει παίξει μόλις «τέσσερις ή πέντε Σκοτσέζους». Για τον ίδιο, το πρόβλημα δεν είναι απλώς προσωπικό. Είναι δείγμα του πόσο στενά εξακολουθεί να φαντάζεται η βιομηχανία τις ιστορίες που μπορούν να ειπωθούν από τη Σκωτία και για τη Σκωτία.
Ο McAvoy λέει ακόμη ότι η Σκωτία δεν παράγει αρκετό έργο ώστε να καλύπτει τις πολιτισμικές ανάγκες των περίπου 6 εκατομμυρίων κατοίκων της. Και ίσως εκεί βρίσκεται το πιο ουσιαστικό σημείο της τοποθέτησής του: όχι στην προσωπική του ενόχληση για την προφορά του, αλλά στην ιδέα ότι μια χώρα χρειάζεται περισσότερες εικόνες του εαυτού της, περισσότερες φωνές και λιγότερα προκαθορισμένα καλούπια.