Ξεκινώντας με ένα από εκείνα τα υπέροχα, παμπόνηρα σοφίσματα του Πιερ Πάολο Παζολίνι, ο Μάριο Μαρτόνε επιχειρεί ένα φιλμικό δοκίμιο με αντικείμενο τη νοσταλγία, χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα (και πειραματόζωο) τον Φελίτσε, έναν πενηνταπεντάρη που επιστρέφει μετά από σαράντα χρόνια στη Νάπολη των παιδικών και εφηβικών του χρόνων. Μουσουλμάνος πια, έχοντας διανύσει κυριολεκτικά και μεταφορικά χιλιόμετρα στον αραβικό κόσμο και έχοντας χτίσει τη νέα του οικογένεια στο Κάιρο, θα τον πιάσει για τα καλά το «άλγος του νόστου». Ο επαναπατρισμός για εκείνον δεν εξαντλείται στην πόλη της Νάπολης, θέλει να επαναφέρει το παρελθόν, από τη μηχανή που οδηγούσε μέχρι τη σχέση του με τον κολλητό του, τον Ορέστε ‒από το αρχαιοελληνικό Ορέστης–, που έχει εξελιχθεί σε έναν από τους αρχηγούς της τοπικής μαφίας. 

 

Η μουσική τον Tangerine Dream –ο ήχος της νιότης του άραγε;‒ και οι εμβόλιμες, «τετράγωνες» σεκάνς των ’80s ενώνουν το παρελθόν του Φελίτσε με το παρόν του, καθώς περιπλανιέται σε μια Νάπολη που στα μάτια του φαντάζει παραμυθένια, μα για τους ανθρώπους της παραμένει ένα επικίνδυνο μέρος. Ο συγχρωτισμός του με έναν χαρισματικό ιερέα που προσπαθεί να σώσει τη νεολαία από τα νύχια της Καμόρα και έχει χτίσει μια πολυ-πολιτισμική κοινότητα γύρω από την Εκκλησία του τού ανοίγει ένα παράθυρο τόσο στο παρόν όσο και σε ένα πιθανό μέλλον. Ο Φελίτσε, όμως, μένει προσκολλημένος στη Νάπολη που (φαντάζεται) ότι άφησε πίσω, σε ένα παρελθόν που θαρρεί πως παραμένει αναλλοίωτο μέχρι σήμερα. 

 

Αν η νοσταλγία είναι απαραίτητη για να φωτίσει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στα γεγονότα που απαρτίζουν τη ζωή μας ή να τη γεννήσει, όταν δεν υπάρχει, η εμμονή με το παρελθόν και η (κατά τα άλλα, ανθρώπινη) τάση ωραιοποίησής του μπορούν να αποβούν καταστροφικές. Μπορούν να στερήσουν τόσο το παρόν όσο και το μέλλον στον νοσταλγό. Αν πιστέψουμε τον Παζολίνι, σύμφωνα με τον οποίο «η γνώση συνδέεται με τη νοσταλγία και εκείνος που δεν έχει χαθεί σ’ αυτή, δεν την κατέχει» ‒προσέξατε τη διπλή άρνηση;‒, ο Φελίτσε είναι πια ένας πολύ γνωστικός άνθρωπος. Ο Ορέστης του, όμως, δεν κινείται στο ίδιο μήκος κύματος, για εκείνον οι Ερινύες είναι νεκρές, «αγνοεί» το παρελθόν του άλλωστε. 

 

Για να εξηγήσουμε πώς ολοκληρώνεται το δοκίμιο του Μαρτόνε, χωρίς να αποκαλύψουμε τον τρόπο, θα πρέπει να επικαλεστούμε έναν άλλο τραγικό ποιητή και να αναρωτηθούμε «τι φοβερή είναι η γνώση, όταν δεν ωφελεί εκείνον που την κατέχει». Η απόφαση του Φελίτσε να μείνει και να χτίσει ξανά τη δική του Νάπολη είναι συνειδητή και η κατάληξή της είναι προδιαγεγραμμένη, άρα, ως άνθρωπος «γνωστικός», υποθέτουμε ότι τη γνωρίζει μεν, μα δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Είπαμε, όμως, στην πραγματικότητα ο Φελίτσε είναι απλώς ένα πειραματόζωο, ένα όχημα ώστε ο Μαρτόνε να ολοκληρώσει όσα έχει να πει περί νοσταλγίας ‒ επί της ουσίας η στάση του εδώ ελάχιστα διαφέρει από εκείνη που κρατά π.χ. ο Γούντι Άλεν μέσα από το έργο του, αν παραμερίσεις φυσικά τις τεράστιες αισθητικές και τονικές διαφορές του σινεμά τους. 

 

Μπορεί σε κάποιους θεατές το φινάλε να φανεί απότομο, αλλά θα πρέπει να αναγνωστεί σε φιλοσοφικό πλαίσιο, έστω κι αν μέρος της ταινίας επικαλείται το συναίσθημα και τον (νεο)ρεαλισμό. Ακόμα κι εκείνοι οι θεατές που θα μείνουν αδιάφοροι και ασυγκίνητοι μπρος στο «πείραμα» του Μαρτόνε, όμως, δεν μπορούν παρά να υποκλιθούν στον Πιερφρανσέσκο Φαβίνο, την πιο ιδιαίτερη φάτσα που ξεπετάχτηκε μέσα από την ιταλική σκηνή της υποκριτικής κατά τον εικοστό πρώτο αιώνα, εδώ σε μια φορτισμένη ερμηνεία με δύο σπαραχτικές εξομολογητικές σκηνές που, αν είχαν έρθει σε μια λίγο πιο προσβάσιμη ταινία, θα αρκούσαν ώστε να τον οδηγήσουν σε απανωτές βραβεύσεις.