Από το Λούφα και Παραλλαγή κι έπειτα η φανταρίστικη κωμωδία υπήρξε ένα εμπορικό καταφύγιο της λαϊκής εγχώριας κωμωδίας με φθίνοντα ποιοτικά αποτελέσματα. Για κάποιους, άλλωστε, οι μέρες της στρατιωτικής τους θητείας είναι συνυφασμένες με μέρες ανεμελιάς και σκανταλιάς, με την τελευταία περίοδο της ζωής τους που είχαν το περιθώριο να σαχλαμαρίσουν.

 

Βλέπεις, για την εξακολούθηση του καλώς εννοούμενου σαχλαμαρισμού κατά τη μετάβαση στην αγορά εργασίας χρειάζεται θάρρος και αυτογνωσία, καθώς προϋποθέτει μια ολομέτωπη σύγκρουση με την επιθετική σοβαροφάνεια του κοινωνικώς επιβεβλημένου «νοικοκυρέματος» ‒ άλλη, πολύ μεγάλη συζήτηση αυτή.

 

Το Army Baby έρχεται για να εντάξει μια επίφαση χριστουγεννιάτικης αύρας και ένα χαριτωμένο μωρό στη συνταγή. Μακάρι να αρκούσε η ανάδειξη του ευφορικού κλίματος ανάμεσα στους πρωταγωνιστές ή τουλάχιστον στους χαρακτήρες που υποδύονται για να παραχθεί κωμωδία. Απαιτείται, βλέπεις, και χιούμορ ανατρεπτικό –υπάρχει άλλος τύπος χιούμορ;‒, λαϊκώς εννοούμενη αυτοκριτική όταν θέλουμε να κάνουμε πλήρες και ορθό λαϊκό θέαμα, αλλιώς λαϊκίζουμε, απαιτείται και ένα στοιχειώδες θέμα, να έχεις να πεις κάτι ως δημιουργός.

 

Η ταινία κυνηγάει για ώρα την ουρά της, ανοίγει υποπλοκές που ξεχνά στη μεθεπόμενη σκηνή, καταλήγει σε μια εξωφρενική σεκάνς παραβίασης συνόρων που φλερτάρει ατυχώς με το σλάπστικ και κλείνει βεβιασμένα και πρόχειρα με έναν πολυφορεμένο τρόπο που δεν θα αποκαλύψουμε, αλλά μοιάζει με σκέψη της τελευταίας στιγμής – δεν χρειαζόταν καν η ύποπτα διαφορετική εμφάνιση των πρωταγωνιστών για να προβούμε σε αυτή την εκτίμηση, θα αρκούσε απλώς το δραματουργικά (ακατ)ανόητο της απόφασης.

 

Περιττό να γράψουμε ότι δεν έχει απολύτως τίποτα να πει, αναρωτιόμαστε δε, σε μια εποχή που οι εγχώριες τηλεοπτικές παραγωγές ανεβάζουν τον πήχη, κατά πόσο ένα throwback σε ένα θέαμα που κάποτε όντως σήκωνε από τον καναπέ το κοινό εκείνο που ήθελε να δει κάτι (τηλεοπτικά) οικείο στη μεγάλη οθόνη θα έχει την απήχηση ανάλογων εγχειρημάτων του παρελθόντος.