Καθώς η Γερμανία είναι μια χώρα που επί έναν αιώνα μας υπενθυμίζει πως δύναται να οργανωθεί σε φονικό συλλογικό βαθμό, ο σπόρος (η άνοδος του εθνοσοσιαλισμού), τα γεγονότα (δύο πόλεμοι) και η επανάληψη (νεοναζιστικά φαινόμενα) υπάρχουν. Με τους μηχανικούς διαλόγους και τον κοφτό, βροντερό της ρυθμό, η ταινία το Κύμα ψαλιδίζει τη σάρκινη διάσταση του ανθρώπινου παράγοντα και αποστασιοποιείται από τους ήρωες. Και να σκεφτεί κανείς πως η πρώτη ιδέα της ταινίας ανήκει σε έναν καθηγητή λυκείου στο Πάλο Άλτο της Καλιφόρνια, τον Ρον Τζόουνς, που το 1967 δεν μπόρεσε να δώσει σαφή απάντηση στην ερώτηση μαθητή του στο γιατί ο γερμανικός λαός εξακολουθούσε να αγνοεί τη σφαγή των Eβραίων, και αντ' αυτού έκανε ένα πείραμα που ονόμασε «τρίτο κύμα» (κατά το Τρίτο Ράιχ), διαπίστωσε την εξάπλωσή του, και, πριν οι διαστάσεις γίνουν κάτι παραπάνω από ανησυχητικές, το διέκοψε μετά από πέντε ημέρες.

Στην ταινία του Ντένις Γκένσελ ένα παρόμοιο πείραμα σε ένα σχολείο της Γερμανίας ξεκινά με τις καλύτερες των προθέσεων, αλλά εξελίσσεται σε κάτι άγριο και βίαιο, με αποτέλεσμα πολύ χειρότερο από το παράδειγμα της Καλιφόρνια, προφανώς για λόγους δραματικού παραδειγματισμού. Ο Ράινερ Βένγκερ, καθηγητής Λυκείου με αναρχικό παρελθόν και πρωτοποριακές ιδέες για την εκπαίδευση, αναλαμβάνει, στο πλαίσιο του μαθήματος της Πολιτικής Θεωρίας, να διδάξει στους φοιτητές του για την τυραννία. Ο ίδιος, βέβαια, θα προτιμούσε να αναλάβει να μιλήσει για την αναρχία, αλλά σε αυτό τον έχει προλάβει ένας αυστηρός καθηγητής της παλιάς σχολής. Προκειμένου, λοιπόν, να κάνει το μάθημα πιο ενδιαφέρον και με αφορμή το σχόλιο ενός μαθητή του πως «δεν μπορεί σήμερα να ξαναϋπάρξει φασισμός, σοφίζεται ένα παιχνίδι ρόλων: ο ίδιος αναλαμβάνει το ρόλο του ηγέτη και οι μαθητές του το ρόλο των ακολούθων του. Οι τελευταίοι ανταποκρίνονται με ενθουσιασμό στις ανάγκες του «ρόλου». Πειθαρχούν με χαρά σε μια σειρά κανόνων συμπεριφοράς, ονοματίζουν τη μικρή κοινωνία τους «Το κύμα», φορούν ένα είδος ενιαίας στολής, επινοούν έναν κοινό χαιρετισμό, φιλοτεχνούν ένα διακριτικό σήμα, σκαρφαλώνουν ριψοκίνδυνα σε σκαλωσιές και σκαρώνουν γκράφιτι, μαθαίνουν τελικά να αντιλαμβάνονται ο ένας τον άλλο ως μέλη μιας εκλεκτής ομάδας, όπου όλοι είναι ίσοι με όλους. Ο Μάρκο, γιος διαλυμένης οικογένειας, είναι ίσος επιτέλους με τον πλούσιο συμμαθητή του. Η ντροπαλή, συνεσταλμένη Λίζα είναι ίση επιτέλους με τα άλλα, δημοφιλή κορίτσια. Ο Τιμ, που βρισκόταν πάντα στο περιθώριο και κινούνταν καμιά φορά και εκτός νόμου, μπαίνει επιτέλους στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και αισθάνεται χρήσιμος. Ο Ντένις, που ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο και αναζητά διαρκώς το νόημα, διοχετεύει επιτέλους κάπου το πάθος του. Ένας μαθητής τουρκικής καταγωγής είναι ίσος με τον Γερμανό. Μόνο που, αν για τα μέλη της ομάδας όλα φαίνονται σωστά, όσοι βρίσκονται στην απ' έξω δείχνουν τη δυσπιστία, αν όχι την αγωνία τους. Πρώτες πρώτες, η σύζυγος του Ράινερ, και αυτή καθηγήτρια στο ίδιο σχολείο, αλλά και η νεαρή Κάρο, το κορίτσι του Μάρκο που βρέθηκε στην ομάδα, εξοστρακίστηκε γιατί αρνήθηκε να φορέσει το ίδιο λευκό πουκάμισο με τους υπόλοιπους και παλεύει να δείξει στους υπόλοιπους το πόσο επικίνδυνες είναι οι νέες ιδέες τους. Τη διαφορά κάνουν οι λίγοι που διαχωρίζουν τη θέση τους από την ομάδα.

Ο Γκένσελ επιχειρεί να δείξει πόσο ελκυστική είναι η ομοιομορφία και ακόμη πόσο σύμφυτη είναι με τη θεωρητική δομή της εκπαίδευσης. Όπως όλες οι ταινίες που δειγματοποιούν τους ήρωες σε μικρές ομάδες και τα υποσύνολα που τις απαρτίζουν, πέφτει στην ευκολία της σχηματικότητας. Προσπαθεί να καλύψει τις πίστες: μέσω της αθλητικής παιδεία των παιδιών βγάζει το κανάλι της επιθετικότητας διά της οργανωμένης άθλησης. Σε κάποιες περιπτώσεις, εξετάζει και τα προσωπικά των μαθητών, για να σκιαγραφήσει τις διαφορές της οικογενειακής καταγωγής. Και το κάνει με βιαστικό και αγέλαστο τρόπο που ενισχύεται από τους ξύλινους διαλόγους. Δεν γνωρίζω πόσο πιο εμπεριστατωμένα και ώριμα μιλάνε οι μαθητές της Πολιτικής Θεωρίας ενός ξεχωριστού λυκείου της Γερμανίας, αλλά δεν μπορώ να πιστέψω πως φέρονται σαν αποξενωμένα ρομποτάκια που δεν παίρνουν ανάσα και σκέφτονται σαν προγραμματισμένα πολυβόλα - το ίδιο και ο γεμάτος περίσσια αυτοπεποίθηση καθηγητής τους.

Αποτέλεσμα είναι το παρακουρδισμένο Κύμα (πόσο πιο πολύ συναρπάζουν το έγκλημα και η τιμωρία στο Κουρδιστό Πορτοκάλι), που παρακολουθείται άνετα ως συνοδευτικό συμπλήρωμα του Συμπλέγματος Μπάαντερ Μάινχοφ, να μοιάζει με πόνημα για τον κίνδυνο της ανεξέλεγκτης εξατομίκευσης, σε μια εποχή που ένα γενικό ιδεολόγημα μπορεί να αναλάβει τα ηνία μια διασπασμένης, ιδιωτικής κοινωνίας. Η αλήθεια είναι πως η αλήθεια δεν μετατρέπεται αναγκαστικά σε καλή ταινία.