Η μνεία για την ταινία Sweeney Todd αφορά κυρίως έναν γνωστό άγνωστο του αμερικανικού μουσικού θεάτρου, τον Στίβεν Σοντχάιμ. Γράφει τα τραγούδια και τους στίχους για τα έργα που έχει αναλάβει και, αν και συνθετικά δεν έχει ταίρι, η μεγάλη του δύναμη εστιάζεται στο ταλέντο του να αποδίδει στιχουργικά, με απαράμιλλη τεχνική, οικονομία και εφευρετικότητα, την καρδιά της κάθε ιστορίας. Πνευματώδης και παραπάνω σοφιστικέ απ' όσο αντέχει το κοινό και ενίοτε οι κριτικοί, παραδόξως κατάφερε να κερδίσει 7 Τόνι κι ένα Πούλιτζερ για το Sunday in the Park with George και να γίνει συμπτωματικά γνωστός στο κινηματογραφικό κοινό με το Όσκαρ τραγουδιού - το «Sooner or Later» από τον Dick Tracy. Η συμβολή του σε ταινίες και τηλεόραση είναι αμελητέα μπροστά στο όχι ογκώδες, αλλά σημαντικό θεατρικό του opus. Οι μουσικές του δεν έχουν ταξιδέψει παγκόσμια γιατί δεν είναι λαϊκές και δεν τραγουδιούνται όπως των Ρότζερς και Χαμερστάιν ή του Γκέρσουιν, φυσικά. Δεν γράφει έτσι, άλλωστε, από πεποίθηση και εμπορικά έχει γευθεί την αποτυχία συχνότερα από το θρίαμβο.

Το Sweeney Todd είναι ένα από τα χαρακτηριστικά του έργα, ίσως η απόλυτα εναλλακτική του ματιά για το τι θα έπρεπε να είναι η θεατρική μουσική που σέβεται τους κανόνες και την εξάλειψή της ως είδους. Συγγενεύει με την όπερα και βασίζεται σε μια αναπάντεχη πλοκή, που αντλεί την έμπνευσή της από την έφεση του Σοντχάιμ στις νουβέλες μυστηρίου (γράφει πολλές και ο ίδιος) και κυρίως την απόσταση που κρατάει από το συναίσθημα. Κατ' ουσίαν είναι ένα από τα πιο αντι-συναισθηματικά μιούζικαλ όλων των εποχών, χωρίς να υπονομεύει τη φόρμα στο ελάχιστο, γεγονός που αυτόματα προκαλεί μια άβολη αλλά όχι τελείως off εντύπωση στον ανυποψίαστο θεατή. Η θεματική του (κανιβαλισμός σε φαντασιακά γοτθικό φόντο) και η αποκοπή από το μελό και τη συναισθηματική ηθική των πρωταγωνιστών προσγειώνει τον Σοντχάιμ στη σκηνοθετική αγκαλιά του Τιμ Μπάρτον, μια αδελφή ψυχή σε όλα τα παραπάνω.

Ο πρωταγωνιστής, ο Σουίνι Τοντ, είχε μια ευχάριστη ζωή την οποία στερήθηκε βίαια: δεν ξέρει τι έχουν απογίνει η γυναίκα του και η κορούλα του και γυρίζει, πάλλευκος, σκοτεινιασμένος και κυνικός, μετά από 15 χρόνια εξορίας, στο σκοτεινό Λονδίνο, στην οδό Φλιτ, εκεί όπου η κυρία Λόβετ φτιάχνει πίτες από ανθρώπινο κρέας. Στο μονόχρωμο πρόσωπό του φωλιάζει η εκδίκηση και στα κοφτερά του ξυράφια παραμονεύει η διαστροφή του ταλέντου του. Θέλει να σκοτώσει, να εξοντώσει και δεν τον νοιάζει τι θα απογίνει. Το χειρότερο είναι πως τα σβησμένα του μάτια δεν βλέπουν καθαρά, ούτε καν τα πρόσωπα των αγαπημένων του γυναικών, των pretty women του παρελθόντος. Η πανούργα Λόβετ, καταφερτζού και πρακτική από τα χρόνια της ανέχειας και του μόχθου, συντηρεί τα ένστικτά του και κρατάει τα κλειδιά, τα μυστικά. Ζήλια και αγάπη εναλλάσσονται στο ψυχικό της ρεπερτόριο, και το απωθημένο μητρικό της φίλτρο εκδηλώνεται φευγαλέα με την παρουσία ενός ορφανού αγοριού, που το περιμαζεύουν από τα χέρια ενός απατεώνα κουρέα, του Πιρέλι. Παράλληλα, ένας νεαρός ναυτικός ερωτεύεται την κόρη του Τοντ, ο πατέρας μαθαίνει την ύπαρξή της και αναπτερώνεται το πεσμένο ηθικό του, αλλά με αηδία σύντομα διαπιστώνει πως ο άνθρωπος που τον κατέστρεψε, ένας διεφθαρμένος δικαστής, την κρατάει φυλακισμένη υπό την κηδεμονία του και σκοπεύει να την παντρευτεί.

Από τον Ντεπ δεν είδα σπουδαία ερμηνεία. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι κακή, το αντίθετο. Ο Τοντ δεν ζει κανονικά, περιφέρεται σαν ζόμπι και υπάρχει για να εκδικηθεί εκείνους που του έκλεψαν τη ζωή του πριν από χρόνια. Όπως κάνει συνήθως, δούλεψε εκτεταμένα στην πόζα, την εικόνα του ρόλου, τη σκάρωσε μαζί με τον Μπάρτον (δεν ήταν και πολύ δύσκολο, δεδομένης της κοινής αγάπης τους για όλες τις γοτθικές αναφορές) και ανέπτυξε τη φωνή, μοιάζοντας με τον Τζακ Σπάροου σε μερικές ψηλές νότες, και με τον παλιό Ντέιβιντ Έσσεξ (μπορεί και να γελιέμαι, αλλά κάτι τέτοιο πήρε το αυτί μου σε κάποιες στροφές). Η Μπόναμ Κάρτερ είναι πιο πλήρης και απολαυστική, καθώς η Λόβετ είναι πιο πολύπλοκη, πιο παιχνιδιάρα, και καταπίνει το ισοπεδωτικό πάθος του Τοντ για να το φτύσει με υπολογισμό και διάθεση επιβίωσης (η Λόβετ θέλει να ζήσει, αν και δεν αποκλείει μια καλή δολοφονία που να την αφορά ως θύμα, στο πίσω μέρος του μυαλού της).

Μιας και ανέφερα το πάθος, ενδέχεται και να είναι ευφημισμός στο έργο του Σοντχάιμ. Καλλιτεχνικά, τον ενδιαφέρουν οι επιπτώσεις ή οι διαστροφές του πάθους, οι μανίες, οι αυτοκαταστροφικές τάσεις, η μοναχικότητα και η παρατήρηση. Δεν έγραψε ένα ανάποδο, αλλά ένα αλλόκοτο μιούζικαλ. Με τον Μπάρτον μοιράστηκαν έναν βαθύ μισανθρωπισμό και την αίσθηση του γκινιόλ. Πρόκειται για τελείως διαφορετικούς δημιουργούς που συναντήθηκαν σε ένα σκοτεινό ξέφωτο, στις σκιές και το αίμα που αφήνει πίσω του ο φονικός κουρέας. Η ταινία φιλοξενεί με όση κίνηση μπορεί και με πολλές, πλαστικά άψογες «σκηνοθεσίες» ένα έργο που μιλάει αντίστροφα για την αγάπη, ξεκινώντας από το τέλος και πηγαίνοντας στην πηγή της μνήμης, μέσα σε λουτρό αίματος. Και αυτά τα τραγούδια! Το «Not While I'm around» που ερμηνεύει ο μικρός, από τα ωραιότερα, πιο τρυφερά που έχουν γραφτεί. Ή το «Pretty Women», τόσο διφορούμενο, ντουέτο από τον κουρέα και τον δικαστή, σαν πρόβα εκτέλεσης σε διπλό ταμπλό. Μελωδίες από μια χορωδία υποψήφιων νεκρών, σε έναν τόπο που θα μπορούσε να είναι το κολαστήριο των υγιών αισθημάτων, με πυκνή αποφορά να καλύπτει οποιαδήποτε απόπειρα μελό, παρά τη γλυκύτητα και την αρμονία. Θεωρώ πως ο Σοντχάιμ είναι ο πρωταγωνιστής, αναμφίβολα. Διότι, λίγες, σπάνιες φορές, πολλά μουσικά κομμάτια τελειώνουν πολύ μετά το τέλος τους, όπως είχε πει ο Στραβίνσκι.