Μετά το ντεμπούτο του στο σινεμά με το καλλιτεχνίζον Basquiat και το πολύ συγκινητικό Πριν Πέσει η Νύχτα, ο Σνάμπελ συνεχίζει με μια ακόμη βιογραφία που τον τριγύριζε επί αρκετό καιρό, που όμως δεν κέντριζε την προσοχή του. Η καλή του φίλη και πρωτοποριακή performance artist Λόρι Άντερσον του τη συνέστησε κάποιο βράδυ στο σπίτι του και εκείνος, μετά από απροθυμία μηνών, αποφάσισε να δοκιμάσει να τη μεταφέρει στο σινεμά. Το πρώτο σενάριο που έφτασε στα χέρια του ήταν γραμμένο στα αγγλικά από τον Ρόναλντ Χάργουντ (Όσκαρ για τον Πιανίστα) αλλά, μετά από επίμονη σκέψη, επέλεξε να μην πλαστογραφήσει μια καθαρά γαλλική ιστορία.

Το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα, συμβολικός τίτλος που φέρνει σε αντίθεση την παγίδευση του σώματος με τη δημιουργική φαντασία, αποτελεί ένα προσωπικό, σκληρό και εξομολογητικό χρονικό του Ζαν Ντομινίκ Μπομπί, γυναικά και bon vivant διευθυντή του γαλλικού «Elle», όπως το υπαγόρευσε τους τελευταίους μήνες της ζωής του σε ειδική στενογράφο και λογοθεραπεύτρια στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν. Στα 43 του, ο Μπομπί έπεσε σε κώμα και ξύπνησε μετά από έξι εβδομάδες παράλυτος, ακαριαία προσβεβλημένος από μια σπανιότατη ασθένεια που ονομάζεται locked in syndrome. Δεν ήταν σε θέση να κουνηθεί, εκτός από το να βλέπει μόνο από το ένα του μάτι και να καταλαβαίνει τα πάντα. Με μοναδικό του όπλο το ανοιγόκλειμα του ενός βλεφάρου, μπόρεσε να επικοινωνήσει και να γράψει ένα βιβλίο με απομνημονεύματα που δημοσιεύτηκε με τρομερή επιτυχία το 1996, δύο εβδομάδες πριν ο ασθενής οργανισμός του υποκύψει από επιπλοκές.

Την ίδια εποχή που ο Σνάμπελ γύριζε την ταινία αυτή, ο πατέρας του αργοπέθαινε σε νοσοκομείο. Ο καλλιτέχνης αναρωτήθηκε πώς είναι να βλέπεις τον εξωτερικό κόσμο μέσα από ένα τζάμι, τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο, τι σημαίνει να αντιλαμβάνεσαι τους δικούς σου ανθρώπους να πονάνε με τον αργό αποχωρισμό και εσύ να μη μπορείς να τους πεις ακριβώς τι περνάει από τις σκέψεις σου ή τι αισθάνεσαι για αυτούς. Κάπως έτσι και ο Μπομπί έχασε την επίγεια αξιοπρέπεια της έκφρασης, αλλά δεν σφράγισε τη φαντασία του, μέχρι που έκλεισε το μοναδικό βλέμμα που του χρησίμευε ως δίοδος επικοινωνίας με τον κόσμο.

Ο Σνάμπελ, εκτός από μερικές ωραιοποιημένες (pretty) εικόνες στις οποίες, ως εικαστικός που αρέσκεται στην ομορφιά των πραγμάτων, δεν μπόρεσε να αντισταθεί, έφτιαξε ένα ασυνήθιστα αντι-μελοδραματικό, αλλά υπέροχα λυρικό πορτρέτο ενός ανθρώπου αντιπαθώς ειλικρινούς μέχρι την ύστατη στιγμή, με πλάνα επώδυνα και υποκειμενικά. Κι ενώ όλα ήταν έτοιμα και βολικά, με τον Τζόνι Ντεπ προτεινόμενο πρωταγωνιστή και ένα κανάλι προώθησης από το Χόλιγουντ, προτίμησε τον Ματιέ Αμαλρίκ (έξοχος) και τον αυθεντικό χώρο όπου νοσηλεύτηκε ο Μπομπί, το νοσοκομείο στη Νορμανδία. Στην ταινία μάλιστα βλέπουμε τον πραγματικό γιατρό και τη θεραπεύτριά του σε μικρούς ρόλους. Υπήρχε λόγος: κανένα σκηνικό ή άλλο κέντρο θεραπείας δεν γινόταν να υποκαταστήσει, στα μάτια του Σνάμπελ, τον αέρα που ανέπνευσε για τελευταία φορά ο Μπομπί, τη θάλασσα που αντίκριζε, τους τοίχους και τα ταβάνια στα οποία στύλωνε με τις ώρες το βλέμμα του, για να αποφασίσει να γράψει όσα πλήγωσαν πολλούς συγγενείς του.

Επειδή ως θεατές έχουμε περάσει την αξέχαστη δοκιμασία του αποδεκατισμένου κορμιού στο Ο Τζόνι πήρε τ' όπλο του (ας μη μαγαρίσουμε το κομμάτι με το γελοίο Τεμαχίζοντας την Ελένα), η ασφυξία εδώ μετατρέπεται σε ένα μπαρόκ χείμαρρο από εικόνες σύμφωνες με την αισθητική του Σνάμπελ, χωρίς όμως να απομακρύνεται από την ευζωία του Μπομπί - υπάρχει ένα πολύ μικρό, ασπρόμαυρο πέρασμα του από το βουητό του κόσμου της μόδας, ικανό να δώσει το στίγμα της κοσμικής ζωής του πριν από το δυστύχημα. Το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα είναι υπέροχα σκηνοθετημένο, ποτέ κουραστικό, αν και δύσκολο από τη φύση του. Θα μπορούσε να εκληφθεί ως ύμνος στη ζωή, ωστόσο την πλευρίζει από χίλιες δυο μεριές, και της βγάζει την ψυχή ώσπου να την παραδώσει. Ένα κερδισμένο στοίχημα για τον Σνάμπελ, μια επώδυνη απόλαυση για μας.