Ο συνταξιούχος καθηγητής φιλοσοφίας κύριος Μόργκαν (εξαιρετικός και συγκρατημένος ο Μάικλ Κέιν) χάνει την αγαπημένη σύζυγο του από καρκίνο και γνωρίζει τυχαία μια κατά πολύ νεότερή του δασκάλα χορού, ανακτώντας την όρεξη για ζωή. Βαθιά θλιμμένος και κατά βάση μοναχικός, αποπειράται να αυτοκτονήσει, με αποτυχία («κατάπια πολλά υπνωτικά χάπια ή λίγα, ανάλογα πώς το βλέπει κανείς», όπως ομολογεί ο ίδιος στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύεται), και τα απομακρυσμένα ενήλικα παιδιά του τον επισκέπτονται σε ένα σταδιακό ξεκαθάρισμα λογαριασμών.

Η Σάντρα Νετελμπέκ αναπτύσσει πολλά θέματα γύρω από το ξαφνικό και κάπως αδικαιολόγητο πλησίασμα του Μόργκαν και της Πολίν. Στην επιφάνεια πρόκειται για μια λανθάνουσα σχέση πατέρα με κόρη. Βαθύτερα, ο γηραιός Αμερικανός υποκαθιστά τη σύζυγο (η Τζέιν Αλεξάντερ σε φλασμπάκ) με μια σύντροφο που τον εμπνέει και τον παρηγορεί ταυτόχρονα, ενώ η νόστιμη Παριζιάνα, μια ένεση ενέργειας και υπενθύμισης της ομορφιάς και της νιότης, βλέπει στο πρόσωπό του τον πατέρα της που δεν ζει πια, καθώς και την ψευδαίσθηση της οικογένειας που δεν χάρηκε ιδιαίτερα. Όταν ο θυμωμένος γιος του Μόργκαν συμμετέχει περισσότερο και παρεμβαίνει καταλυτικά στην κατάσταση που έχει δημιουργηθεί, το φιλμ παίρνει μια άλλη τροπή, που σεναριακά δεν πείθει εντελώς και σκηνοθετικά σκοντάφτει σε αμηχανίες. Ουσιαστικά, ωστόσο, η Νετελμπέκ έχει την πρόθεση να φτιάξει μια ταινία φαντασμάτων – των θυμάτων που αφήνουν πίσω οι αποχωρισμοί, ο θάνατος, το τέλος των σχέσεων, ακόμα και η γεωγραφική απόσταση. Στις εικόνες του φθινοπωρινού, ζεστού Παρισιού ο τόνος θα ήταν πικρός, αν δεν γλύκαινε από το αισιόδοξο αίσθημα που προοιωνίζεται η μουσική επένδυση του Χανς Ζίμερ. Άλλωστε, η σκηνοθέτις Σάντρα Νέτελμπεκ, επίσης Γερμανίδα, διακρίνεται για τις μουσικές της επιλογές – θυμηθείτε πως στο άκρως επιτυχημένο της ντεμπούτο, το Mostly Martha, είχε χρησιμοποιήσει μια ποικιλία από τη σοβαρότατη τζαζ εταιρεία ECM.