Παύλος Ρουσσόπουλος

 

(1927-2014)

 

 

Ο Παύλος Ρουσσόπουλος, φυσικός, καθηγητής, ζωγράφος, γνώρισε τη Θεσσαλονίκη στην εφηβεία του πριν πάρει τον δρόμο της εξορίας στο τέλος του εμφυλίου πολέμου. 'Εκτοτε, πεισματικά, δεν την ξαναείδε. 'Εζησε με την Ελβετίδα Καρόλ ντε Καλντερμάτεν, σκηνοθέτρια, φεμινίστρια, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά. 'Ενα μυθικό ζευγάρι, όπως το χαρακτήρισαν πολλοί, που συνεργάστηκε σε πλήθος ντοκιμαντέρ, δημιουργώντας το 1971 την πρώτη ακτιβίστικη βίντεο συλλογικότητα: το Vidéo Out, και δίνοντας το λόγο σε γυναίκες, εργάτες, μετανάστες, ομοφυλόφιλους, πόρνες... Η Καρόλ Ρουσσόπουλος, με 120 ταινίες στο ενεργητικό της, χαρακτηρίστηκε "γίγας του πολιτικού ντοκιμαντέρ" από την Γαλλική Ταινιοθήκη. Θα επανέλθουμε σε κάποια μελλοντική ανάρτηση στο έργο της, αλλά ας ακούσουμε πρώτα εδώ τον Παύλο Ρουσσόπουλο, με την ωραία, ήρεμη, φωνή του, να διηγείται ιστορίες από τη Θεσσαλονίκη όπως την έζησε.

 

 

 

 

Με αφορμή το βιβλίο της Isabelle de Riedmatten, Des raisins de Corinthe aux vignes de Molignon (Από τα σταφύλια της Κορίνθου στους αμπελώνες του Μολινιόν - Éditions de L'Aire 2016), η RTS (Ελβετική Ραδιοτηλεόραση), ζήτησε από τη συγγραφέα να μεταδώσει, στο πλαίσιο της εκπομής La tête à l'envers, μερικές από τις μαγνητοφωνημένες διηγήσεις του στενού της φίλου Παύλου Ρουσσόπουλου, στον οποίον είναι αφιερωμένο και το βιβλίο.

 

"Δεν γνώρισε τη Θεσσαλονίκη από μικρό παιδί. 'Ηταν ήδη έφηβος όταν πήγε να ζήσει εκεί με τους γονείς του. Ναι, είναι έφηβος, και δεν επέστρεψε ποτέ στη Θεσσαλονίκη. Υποθέτω επειδή ήταν μία πόλη όπου υπήρξε πολύ ευτυχισμένος, και ταυτόχρονα ήταν η πόλη όπου τον είχαν συλλάβει, γι' αυτό ήταν λίγο διφορούμενο".

Isabelle de Riedmatten

 

*

 

Θα έλεγα πως η προπολεμική Θεσσαλονίκη ήταν η Ανατολή. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Θεσσαλονίκη προσαρτήθηκε στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο του 14-18. Πριν, ήταν τούρκικη, την είχαν καταλάβει οι Τούρκοι. 'Ηταν επομένως μία πόλη της οποίας το τούρκικο παρελθόν ήταν πολύ παρών. Η ανατολίτικη πλευρά της, μεταξύ άλλων. Υπήρχε μία καταπληκτική μείξη πληθυσμών. Πιστεύω πως σ' αυτήν την πόλη ζούσαν την εποχή εκείνη γύρω στους 300.000 κατοίκους. Υπήρχαν 60.000 Εβραίοι, οι οποίοι, αντίθετα από τον μύθο, δεν ήταν τραπεζίτες. Τους περισσότερους, θυμάμαι, τους έβλεπα στις αποβάθρες του λιμανιού, όπου, με ένα είδος παπλώματος στην πλάτη, μετέφεραν τα εμπορεύματα από την ξηρά στα μικρά ιστιοφόρα, ή αντίστροφα, από την ξηρά στα πλοία. 'Ηταν, σα να λέμε, λιμενεργάτες, αλλά λιμενεργάτες πολύ φτωχοί που δεν χρησιμοποιούσαν μηχανήματα, απλά στερέωναν στην πλάτη τους εμπορεύματα που ήταν κάποιες φορές πολύ ογκώδη.

 

Υπήρχαν λοιπόν 60.000 Εβραίοι, τους οποίους είδα αργότερα να φεύγουν μέσα σε κάρα με τα μπογαλάκια τους προς το σιδηροδρομικό σταθμό ανάμεσα σε Γερμανούς στρατιώτες, και μετά την Κατοχή είχαν όλοι σχεδόν εξαφανιστεί. Κάποιοι επέστρεψαν. Δεν πιστεύω πως επέστρεψαν από τα στρατόπεδα, επέστρεψαν επειδή πολύ απλά είχαν την διορατικότητα να το σκάσουν, να πάνε αλλού, να βρουν καταφύγιο σε 'Ελληνες, ή να φύγουν με τα πενιχρά τους μέσα μακριά. Υπήρχαν και Αρμένιοι, 'Ελληνες, και πιθανόν και αρκετοί Λιβανέζοι. Κάθε εθνότητα είχε τη δική της ειδικότητα κάτα κάποιον τρόπο. Δηλαδή, οι Αρμένιοι ήταν σχεδόν όλοι ράφτες, έφτιαχναν κοστούμια, οι περισσότεροι Εβραίοι, όπως είπα, δούλευαν στο λιμάνι, αλλά και οι 'Ελληνες προσπαθούσαν να τα φέρουν κάπως βόλτα, ξέρεις ότι την εποχή εκείνη τη Θεσσαλονίκη την έλεγαν φτωχομάνα, μία πόλη δηλαδή όπου χωρίς πολλά λεφτά μπορούσες να επιβιώσεις με μία μικρή καθημερινή εργασία.

 

Το λιμάνι ήταν γεμάτο με ιστιοφόρα, με καϊκια όπως θα λέγαμε σήμερα. Μεγάλα όμως καϊκια, κάποιες φορές και δικάταρτα, υπέροχα, και χωρίς μηχανή, δεν υπήρχαν τότε μηχανές και χρησιμοποιούσαν πανιά. Και μπορούσαν να ταξιδεύουν μόνο αν είχαν φορτίο. Αν δεν είχαν εμπορεύματα, έβαζαν σακιά με άμμο ως αντίβαρο. Και την εποχή εκείνη, θυμάμαι, υπήρχε όλος αυτός ο κόσμος που δούλευε στις αποβάθρες, και μικρά μαγαζιά, μικρά κιόσκια που έφτιαχναν πάντα πολύ νόστιμους μεζέδες, και μύριζαν τα ψητά σε μία ακτίνα 50 χιλιομέτρων. Θύμαμαι πως όταν έκανες βόλτα κάτα κει, υπήρχε και κάτι άλλο αρκετά απίθανο, οι πωλητές γιαουρτιού.

 

Υπήρχαν την εποχή εκείνη στη Θεσσαλονίκη άπειρα είδη γιαουρτιού. Με το μαχαίρι, με το κουτάλι, με τούτο, με εκείνο, δηλαδή ήταν κάτι αντίστοιχο με τα γαλλικά τυριά, αλλά σε γιαούρτι. Τα έφτιαχναν οι Τούρκοι. Και υπήρχε και μία παλιά πόλη που ήταν εξ ολοκλήρου τούρκικη, κι αυτή η παλιά πόλη ουσιαστικά εξαφανίστηκε μετά τον πόλεμο. Οι 'Ελληνες την κατεδάφισαν σιγά σιγά και στη θέση της έχτισαν κτήρια από μπετόν και έτσι η πόλη έγινε κάπως... Δεν ξέρω πως είναι σήμερα, γιατί δεν επέστρεψα ποτέ, ποτέ. Πήγα στην Ελλάδα μερικές φορές, αλλά δεν ανέβηκα ποτέ προς τον Βορρά, σαν να ήθελα να αποφύγω αυτήν την αντιπαράθεση ανάμεσα στις αναμνήσεις μου και την πραγματικότητα.

 

Κράτησα έτσι από την Θεσσαλονίκη μία ειδυλλιακή εικόνα. Το καλοκαίρι, για παράδειγμα, θυμάμαι πως έπαιρνα κάθε μέρα ένα μικρό καράβι, μηχανοκίνητο αυτό, που μας πήγαινε σε μία παραλία, που απείχε σχεδόν μιάμιση ώρα από το λιμάνι, μία φανταστική παραλία που τόσο όμορφη δεν ξαναείδα ποτέ στη ζωή μου. Κολυμπούσαμε όλη την ώρα, και κάναμε και μεγάλα μακροβούτια, κάποιες φορές και μέχρι δέκα μέτρα βάθος, έτσι νέοι που ήμασταν, κατεβαίναμε κάτω από τις καρίνες των πλοίων, και μ' αυτό διασκεδάζαμε. 'Ηταν πολύ ωραίες προπολεμικές αναμνήσεις που κράτησαν πολύ λίγο, 3 με 4 χρόνια, πραγματικά καταπληκτικές. 'Οταν όμως ήρθε η Κατοχή, όλα αυτά πήραν ξαφνικά μία τραγική διάσταση. Είδα, όπως είπα, τους Εβραίους να φεύγουν, και ήταν κάτι πολύ παράξενο, έφευγαν πάνω σε κάρα με τις αποσκευές τους, τις γυναίκες τους, τα παιδιά τους. Και δεν μπορούσες να φανταστείς κάτι διαφορετικό από μία υποχρεωτική μετακίνηση για να πάνε να δουλέψουν αλλού. Κανείς ποτέ από τους απλούς πολίτες, όπως κι εγώ ο ίδιος, δεν φαντάστηκε ότι οδηγούνταν στον θάνατο. 'Ηταν αδιανόητο. Γίνονταν αυτά, και τότε συνειδητοποίησα ότι είχα ένα είδος "baraka", ένα είδος τύχης, δεν ξέρω, μπορεί να σου το έχω ξαναδιηγηθεί πως μία φορά βρέθηκα παγιδευμένος σε ένα γερμανικό μπλόκο, όπου συλλαμβάνονταν άνθρωποι για να σταλούν σε καταναγκαστικά έργα, κι εκεί ήταν ένας γερμανός στρατιώτης, που με άφησε να περάσω, από καλοσύνη, μεγάλη τύχη αυτή. Υπήρξαν έτσι κάποια απρόσμενα περιστατικά που σημάδεψαν την πορεία μου την εποχή εκείνη. Μετά, τα υπόλοιπα σου τα έχω διηγηθεί. Γενικά, θα έλεγα ότι η ανάμνησή μου από την Θεσσαλονίκη είναι μία πολύ ωραία ανάμνηση μιας πολύβουης και πολύ πολύ ανοιχτόκαρδης πόλης, γεμάτης μυρωδιές από εξαιρετικά ψητά.

Παύλος Ρουσσόπουλος