«Το ψέμα πετάει και η αλήθεια το ακολουθεί κουτσαίνοντας». Όταν πριν από τρεις αιώνες το έγραψε αυτό ο Jonathan Swift, η δήλωση του ήταν μια υπερβολή.

 

Σήμερα όμως είναι μια ακριβής περιγραφή της κατάστασης στα social media, ιδίως αν πιστέψουμε την πρωτοπόρο και φιλόδοξη μελέτη που μόλις δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science.

 

Η ογκώδης νέα μελέτη ανέλυσε κάθε σημαντική αγγλόφωνη είδηση που δημοσιεύθηκε στο Twitter από ιδρύσεως του, ήτοι 126.000 ειδήσεις που τουίταραν 3 εκατομμύρια χρήστες εντός 10 ετών, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αλήθεια δεν μπορεί να τα βάλει με τις φήμες και τις κατασκευασμένες ειδήσεις ή όπως συνηθίζουμε να τις λέμε στα αγγλικά hoaxes.

 

Όπως κι αν μετρηθεί ο αντίκτυπός τους, το ψεύδος σταθερά υπερισχύει της αλήθειας στο Twitter: τα fake news και οι αναληθείς φήμες φτάνουν σε περισσότερους ανθρώπους, διεισδύουν πιο βαθιά στο συγκεκριμένο μέσο κοινωνικής δικτύωσης και διασπείρονται ταχύτερα από τις εξακριβωμένες και αληθείς ειδήσεις.

 

«Είναι ξεκάθαρο πως η ψευδής πληροφορία υπερισχύει της αληθούς» δήλωσε ο Soroush Vosoughi, επιστήμονας δεδομένων από το MIT, που μελετά τα fake news από το 2013 και ηγούνταν της συγκεκριμένης μελέτης. «Κι αυτό δεν οφείλεται αποκλειστικά στα bots. Φαίνεται πως έχει να κάνει με την ανθρώπινη φύση».

 

Μια ψεύτικη ιστορία μεταδίδεται σε 1.500 άτομα έξι φορές ταχύτερα από μία πραγματική. Κι ενώ οι ψευδείς ιστορίες υπερισχύουν των αληθινών σε κάθε πεδίο, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών ειδήσεων, της τρομοκρατίας και του πολέμου, της επιστήμης, της τεχνολογίας και της ψυχαγωγίας, όταν πρόκειται για πολιτικά ζητήματα οι επιδόσεις τους είναι εντυπωσιακές.

 

Η μελέτη αυτή ήδη έχει ανησυχήσει τους κοινωνικούς επιστήμονες. «Οφείλουμε να επανασχεδιάσουμε το οικοσύστημα πληροφοριών του 21ου αιώνα» έγραψαν 16 πολιτικοί επιστήμονες και νομικοί σε ένα δοκίμιο που επίσης δημοσιεύθηκε  πρόσφατα στο Science. Ζητούν την πραγματοποίηση διεπιστημονικής έρευνας προκειμένου «να μειωθεί η διασπορά των fake news και να αντιμετωπιστούν οι υποκείμενες παθολογίες που αποκαλύφθηκαν».

 

Η νέα αυτή μελέτη υποδεικνύει πως δεν θα είναι κάτι εύκολο. Παρότι ο Vosoughi και οι συνάδελφοι του εστίασαν αποκλειστικά στο Twitter—η μελέτη διεξήχθη αναλύοντας αποκλειστικά δεδομένα που παραχώρησε η εταιρεία στο MIT—το έργο τους σαφώς αφορά και άλλες πλατφόρμες όπως Facebook, YouTube καθώς και κάθε άλλο μείζον κοινωνικό δίκτυο. Οποιαδήποτε πλατφόρμα ενισχύει σταθερά περιεχόμενο με το οποίο οι χρήστες εμπλέκονται, είναι πιθανόν να χρησιμοποιηθεί για την διασπορά ψευδών ειδήσεων.

 

Παρότι η μελέτη αυτή είναι διατυπωμένη στην «κλινική» γλώσσα της στατιστικής, λειτουργεί ως μεθοδολογική καταγγελία της ακρίβειας της πληροφορίας που διαχέεται μέσα από αυτές τις πλατφόρμες. Μια ψεύτικη ιστορία είναι σαφώς πιο πιθανόν να γίνει viral απ' ό,τι ένα πραγματικό συμβάν, σύμφωνα με τα ευρήματα των ερευνητών.

 

Μια ψεύτικη ιστορία μεταδίδεται σε 1.500 άτομα έξι φορές ταχύτερα από μία πραγματική. Κι ενώ οι ψευδείς ιστορίες υπερισχύουν των αληθινών σε κάθε πεδίο, συμπεριλαμβανομένων των οικονομικών ειδήσεων, της τρομοκρατίας και του πολέμου, της επιστήμης, της τεχνολογίας και της ψυχαγωγίας, όταν πρόκειται για πολιτικά ζητήματα οι επιδόσεις τους είναι εντυπωσιακές.

 

Οι χρήστες του Twitter φαίνεται ότι προτιμούν να μοιράζονται ψεύδη. Ακόμα κι όταν οι ερευνητές έλεγξαν όλες τις διαφορές μεταξύ των λογαριασμών που ξεκινούν την αναπαραγωγή φημών, όπως δηλαδή το αν το συγκεκριμένο πρόσωπο/account διαθέτει περισσότερους followers ή είναι επιβεβαιωμένος χρήστης, τα ψεύδη ήταν κατά 70% πιθανότερο να αναπαραχθούν συγκριτικά με τις εξακριβωμένες ειδήσεις. 

 

Και δεν μπορούμε να επιρρίψουμε ευθύνη γι' αυτό στους φίλους μας τα ρομπότ. Από το 2006 έως και το 2016, τα Twitter bots μεγέθυναν την επίδραση των ψευδών ειδήσεων εξίσου με τις αληθινές. Τα ψέματα ευημερούν, σύμφωνα με τους συγγραφείς του επιστημονικού άρθρου, «επειδή είναι πιθανότερο να τα αναπαράξουν οι άνθρωποι, και όχι τα ρομπότ».

 

Οι πολιτικοί επιστήμονες και οι ερευνητές που εστιάζουν στα social media επαίνεσαν τη μελέτη, λέγοντας πως εξέτασε σε όλο το δυνατό εύρος και εμβαθύνοντας το ζήτημα των fake news στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παρότι κάποιοι επέκριναν τα ευρήματά της σχετικά με τα bots και αμφισβήτησαν τον ορισμό των ειδήσεων.

 

Rasmus Kleis Nielsen, καθηγητής πολιτικής επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.
Rasmus Kleis Nielsen, καθηγητής πολιτικής επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

 

«Πρόκειται για πραγματικά ενδιαφέρουσα και εντυπωσιακή μελέτη, και τα αποτελέσματα σχετικά με το πως οι αποδεδειγμένα ψευδείς ισχυρισμοί διασπείρονται ταχύτερα και ευρύτερα από τους αποδεδειγμένα αληθείς, εντός του δείγματος, φαίνονται εξαιρετικά εύρωστα, συνεκτικά και τεκμηριωμένα» δήλωσε ο Rasmus Kleis Nielsen, καθηγητής πολιτικής επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. 

 

«Πιστεύω ότι είναι επιμελημένη και σημαντική εργασία» είπε ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης του Dartmouth College, Brendan Nyhan.

 

Η καθηγήτρια πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Leiden της Ολλανδίας, Rebekah Tromble, είπε: «Δεν πιστεύω πως υπάρχει κανένας λόγος να αμφισβητήσουμε τα αποτελέσματα της μελέτης». 

 

Τι καθιστά τη μελέτη αυτή διαφορετική; Στο παρελθόν οι ερευνητές είχαν εξετάσει το πρόβλημα της διασποράς ψευδών δηλώσεων online. Συνήθως εστίαζαν σε φήμες που αφορούσαν μεμονωμένα γεγονότα, όπως οι θεωρίες που προηγήθηκαν της ανακάλυψης του μποζονίου του Higgs το 2012 ή τις φήμες που ακολούθησαν τον σεισμό του 2010 στην Αϊτή.  

 

Η μελέτη αυτή όμως είναι σαφώς μεγαλύτερης κλίμακας και εξέτασε το σύνολο της λειτουργίας του Twitter και αφορούσε κάθε αμφιλεγόμενη είδηση που αναπαράχθηκε στην υπηρεσία από τον Σεπτέμβριο του 2006 έως τον Δεκέμβριο του 206. Προκειμένου να επιτευχθεί αυτό, ο Vosoughi και οι συνάδελφοι του χρειάστηκε να απαντήσουν σε μία καίρια ερώτηση πριν: Τι είναι αλήθεια; Και πώς την ξεχωρίζουμε; 

 

«[Τα Fake news] έχουν μετατραπεί σε καυτό πολιτικό, αλλά στ' αλήθεια και πολιτισμικό ζήτημα, ωστόσο εκείνο που πυροδότησε τη μελέτη μας ήταν προσωπικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στην Βοστώνη πριν από 5 χρόνια», λέει ο Deb Roy, επιστήμονας των ΜΜΕ στο MIT, που συνυπογράφει τη νέα μελέτη.

 

Deb Roy, o επιστήμονας των ΜΜΕ στο MIT που συνυπογράφει τη μελέτη.
Deb Roy, o επιστήμονας των ΜΜΕ στο MIT που συνυπογράφει τη μελέτη.

 

Στις 15 Απριλίου 2013 εξερράγησαν δύο βόμβες κοντά στη διαδρομή του Μαραθωνίου της Βοστώνης, σκοτώνοντας τρεις ανθρώπους και τραυματίζοντας εκατοντάδες άλλους. Σχεδόν αμέσως, θεωρίες συνωμοσίας κατέκλυσαν τα χρονολόγια του Twitter και τις πλατφόρμες άλλων μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

 

Ο χαμός με τις ασαφείς πληροφορίες εντάθηκε ακόμα περισσότερο όταν ο κυβερνήτης της Μασαχουσέτης ζήτησε από εκατομμύρια κατοίκους να παραμείνουν στα σπίτια τους ενώ η αστυνομία διεξήγαγε ανθρωποκυνηγητό. 

 

«Ήμουν αποκλεισμένος στο σπίτι στο Belmont με την σύζυγο και τα παιδιά μου επί δύο ημέρες, και ο Soroush ήταν αποκλεισμένος στο Cambridge» λέει ο Roy. Τότε το Twitter μετατράπηκε σε μοναδική επαφή με τον έξω κόσμο. «Διαβάζαμε διάφορα πράγματα που δεν ίσχυαν, και επίσης πολλά που αποδείχθηκαν αληθινά».

 

Η δοκιμασία αυτή έληξε σύντομα. Όταν όμως οι δύο άνδρες συναντήθηκαν ξανά στο campus, συμφώνησαν πως θα ήταν ανόητο ο Vosoughi —που τότε ήταν υποψήφιος διδάκτωρ που μελετούσε τα social media— να ερευνήσει οτιδήποτε άλλο πέραν αυτού που μόλις είχαν βιώσει. Ο Roy, ως επιβλέποντας του, ευλόγησε την επιλογή του.

 

Στη συνέχεια δημιούργησαν μια μηχανή αληθείας: έναν αλγόριθμο που θα μπορούσε να ταξινομήσει τα αμέτρητα tweets και να εξάγει τα γεγονότα που είναι πιθανότερα ακριβή. Συγκεντρώθηκε σε τρία χαρακτηριστικά κάθε δεδομένου tweet: τις ιδιότητες εκείνου που το έγραψε (είναι επιβεβαιωμένος χρήστης;), το είδος λεξιλογίου που χρησιμοποιείται (είναι εκλεπτυσμένο;) κι το πώς το συγκεκριμένο tweet διαμοιράστηκε μέσα στο διαδίκτυο. 

 

«Το μοντέλο που ανέπτυξε ο Soroush μπορούσε να προβλέψει την εγκυρότητα με ακρίβεια σαφώς ανώτερη του μετρίου», σύμφωνα με τον Roy. Αφού ο Soroush ανακηρύχθηκε διδάκτορας το 2015, οι δύο άνδρες, μαζί με τον Sinan Aral, καθηγητή διοίκησης στο MIT, άρχισαν να εξετάζουν τη διαδρομή των ψεμάτων συνολικά στο Twitter.

 

Ωστόσο και πάλι έπρεπε να αντιμετωπίσουν το φλέγον ερώτημα του «τι είναι η αλήθεια» και την ακόμα σημαντικότερη πτυχή του: Πώς γνωρίζει ο υπολογιστής τι είναι αληθές;

 

Επέλεξαν να στραφούν στον απόλυτο κριτή των γεγονότων online: τους ανεξάρτητους ιστότοπους που ελέγχουν τα γεγονότα και τις ειδήσεις όπως τα Snopes, Politifact, και FactCheck.or.

 

Συνέταξαν μια λίστα δεκάδων χιλιάδων διαδικτυακών φημών που είχαν διασπαρεί μεταξύ 2006 και 2016 στο Twitter. Στη συνέχεια αναζήτησαν τις φήμες αυτές στο Twitter, χρησιμοποιώντας μια μηχανή αναζήτησης του κοινωνικού δικτύου που ονομάζεται Gnip.

 

Εν τέλει ανακάλυψαν περίπου 126.000 tweets, τα οποία είχαν συνολικά αναπαραχθεί πάνω από 4,5 εκατομμύρια φορές. Κάποια λειτουργούσαν ως links σε ψευδείς ειδήσεις που φιλοξενούνταν σε άλλες ιστοσελίδες. Κάποια ξεκινήσουν φήμες, είτε στο κείμενο του tweet ή με μία συνημμένη εικόνα και κάποια περιείχαν αληθινές πληροφορίες ή ήταν σύνδεσμοι σε άλλους ιστοτόπους.

 

Αναλύοντας και συγκρίνοντας την δημοφιλία των ψεύτικων φημών με την δημοφιλία των πραγματικών ειδήσεων κατέληξαν σε ένα συμπέρασμα που τους εξέπληξε. 

 

Υπάρχουν πολλοί τρόποι, σύμφωνα με τον Vosoughi, ώστε ένα tweet να αποκτήσει 10.000 retweets. Αν μια διασημότητα στείλει το Tweet A, και διαθέτει ένα με δύο εκατομμύρια ακολούθους, τότε γύρω στους 10.000 ανθρώπους θα το δούνε στο timeline τους και θα το αναπαράξουν. Το Tweet A λοιπόν μεταδόθηκε, δημιουργώντας έναν μεγάλο αλλά ρηχό αντίκτυπο. 

 

Εν τω μεταξύ, κάποιος με λίγους followers ποστάρει το Tweet B. Φτάνει στους 20 ακολούθους τους αλλά ένας από αυτούς το βλέπει και το αναπαράγει, και στη συνέχεια κάποιος άλλος κάνει το ίδιο και ούτω καθ΄εξής, ώσπου δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι έχουν δει και μοιραστεί το Tweet B.

 

Το Tweet A και το Tweet B έχουν σχεδόν το ίδιο μέγεθος κοινού αλλά το Tweet B είναι «βαθύτερο», για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Vosoughi. Δημιούργησε μια αλυσίδα retweets κι έτσι έγινε viral με τρόπο που το Tweet A δεν έγινε ποτέ. «Θα μπορούσε να φτάσει τα 1.000 retweets, αλλά έχει διαφορετική δομή» λέει ο ερευνητής.

 

Κι εδώ είναι το ενδιαφέρον: τα fake news κυριαρχούν και στις δύο μετρήσεις. Σταθερά αγγίζουν ένα ευρύτερο κοινό και αφήνουν ένα βαθύτερο αποτύπωμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από τις πραγματικές ειδήσεις που σύμφωνα με την μελέτη, δεν κατόρθωναν να συνδέσουν πάνω από 10 retweets. Οι ψευδείς ειδήσεις δημιουργούσαν αλυσίδες μέχρι και 19 κρίκων/αναπαραγωγών και μάλιστα 10 φορές πιο γρήγορα.

 

Τα αποτελέσματα αυτά εξακολούθησαν να ισχύουν ακόμα κι όταν τα έλεγξαν οι ίδιοι οι ερευνητές και όχι τα bots. Ξεχωριστά από την κυρίως ομάδα, μια ομάδα προπτυχιακών φοιτητών έλεγξε ως προς την εγκυρότητα περίπου 13.000 αγγλόφωνα tweets της ίδιας περιόδου και κατέληξε σε «σχεδόν ταυτόσημα» συμπεράσματα με εκείνους που εργάζονταν με τα κυρίως δεδομένα. 

 

Τι σημαίνει αυτό στην πραγματικότητα; Ας δούμε δύο παραδείγματα από τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ.

 

Τον Φεβρουάριο του 2016 κυκλοφόρησε η φήμη πως ο μεγαλύτερος σε ηλικία εξάδελφος του Τραμπ απεβίωσε και ότι στην νεκρολογία του ανέφερε πως ήταν αντίθετος με την υποψηφιότητα του επιχειρηματία για τον προεδρικό θώκο.
Τον Φεβρουάριο του 2016 κυκλοφόρησε η φήμη πως ο μεγαλύτερος σε ηλικία εξάδελφος του Τραμπ απεβίωσε και ότι στην νεκρολογία του ανέφερε πως ήταν αντίθετος με την υποψηφιότητα του επιχειρηματία για τον προεδρικό θώκο.

 

Τον Αύγουστο του 2015 κυκλοφόρησε στα social media μία φήμη ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επέτρεψε σε ένα άρρωστο παιδί να χρησιμοποιήσει το ιδιωτικό του αεροσκάφος για να μεταβεί επειγόντως στο νοσοκομείο. Το Snopes επιβεβαίωσε σχεδόν όλα τα στοιχεία της ιστορίας ως αληθή. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ομάδας όμως, μόνο 1.300 άτομα περίπου μοιράστηκαν την είδηση αυτή. 

 

Τον Φεβρουάριο του 2016 κυκλοφόρησε η φήμη πως ο μεγαλύτερος σε ηλικία εξάδελφος του Τραμπ απεβίωσε και ότι στην νεκρολογία του ανέφερε πως ήταν αντίθετος με την υποψηφιότητα του επιχειρηματία για τον προεδρικό θώκο.

 

«Ως υπερήφανος Τραμπ, σας παρακαλώ όλους, μην επιτρέψετε σε αυτό το σακί βλέννας να γίνει πρόεδρος» φέρεται να έλεγε η νεκρολογία του. Όμως το Snopes δεν μπόρεσε να βρει αποδείξεις για τον ξάδελφο ή τη νεκρολογία και απέρριψε το θέμα ως ψευδές.

 

Παρόλ' αυτά, περίπου 38.000 χρήστες του Twitter το μοιράστηκαν. Και προέκυψε μια αλυσίδα από retweets που ήταν τριπλάσια από την ιστορία με το άρρωστο παιδάκι.

 

Η ψεύτικη είδηση που έλεγε ότι ο πυγμάχος Floyd Mayweather είχε φορέσει ένα μαντίλι στο κεφάλι σαν μουσουλμάνος σε μία συγκέντρωση του Τραμπ, άγγιξε επίσης ένα κοινό 10 φορές μεγαλύτερο από την ιστορία με το άρρωστο παιδί.

 

Γιατί τα πάει τόσο καλά το ψέμα;  

Καταρχάς τα fake news μοιάζουν πιο «φρέσκα» από τις αληθινές ειδήσεις. Παρουσιάζονται αρκετά πιο διαφορετικά από όλα τα άλλα tweets που πρωτοεμφανίζονται στο timeline του χρήστη 60 ημέρες πριν τα αναπαράξει, σύμφωνα με την ομάδα.

 

Επίσης, τα fake news εμπλέκουν πολύ περισσότερο το συναίσθημα συγκριτικά με το μέσο tweet.

 

Οι ερευνητές δημιούργησαν μια βάση δεδομένων με τις λέξεις που χρησιμοποίησαν οι χρήστες του Twitter απαντώντας στα 126.000 αμφιλεγόμενα tweets και στη συνέχεια τις ανέλυσαν, χρησιμοποιώντας ένα επικαιροποιημένο εργαλείο ανάλυσης συναισθήματος.

 

Τα fake tweets προκαλούσαν αντιδράσεις που συνδέονταν με λέξεις που εξέφραζαν έκπληξη ή απέχθεια, ενώ για τα έγκυρα tweets χρησιμοποιούνταν λέξεις σχετικές με τη θλίψη ή τη εμπιστοσύνη. 

 

Ένα ακόμα ερώτημα ταλάνιζε την ομάδα: τα bots τους Twitter βοηθούσαν στη διασπορά παραπληροφόρησης;

 

Χρησιμοποιώντας δύο διαφορετικούς αλγόριθμους ανίχνευσης bot επί του δείγματος των 3 εκ. χρηστών του Twitter, ανακάλυψαν πως τα αυτοματοποιημένα bots διέσπειραν ψευδείς ειδήσεις, αλλά τις αναπαρήγαγαν με τον ίδιο ρυθμό που έκαναν retweet και τις αληθείς πληροφορίες. 

 

«Οι μαζικές διαφορές στο πώς αναπαράγονται οι αληθινές και οι ψευδείς ειδήσεις στο Twitter δεν εξηγούνται από την παρουσία των bots», υποστηρίζει ο Aral.

 

Κάποιοι πολιτικοί επιστήμονες ωστόσο τόνισαν πως το εύρημα αυτό δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να αναιρεθεί ο ρόλος των ρωσικών bots στην πρόσφατη καμπάνια παραπληροφόρησης όπου μια ολόκληρη «στρατιά» βοήθησε να ενισχυθεί η διχαστική ρητορική μετά την δολοφονική επίθεση στο Πάρκλαντ της Φλόριντα, σύμφωνα με δημοσιεύματα των New York Times.

 

Οι χρήστες που μοιράζονται έγκυρες πληροφορίες έχουν περισσότερους followers και στέλνουν περισσότερα tweets από εκείνους που μοιράζονται fake news. Επίσης χρησιμοποιούν το Twitter για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και είναι πιθανότερο να είναι επιβεβαιωμένοι χρήστες.

 

«Είτε στο σύνολο των δεδομένων των 10 ετών τα bots δεν ευνοούσαν την ψευδή προπαγάνδα, είτε σε μία πρόσφατη υπο-ομάδα περιστατικών, τα botnets χρησιμοποιήθηκαν στρατηγικά ώστε να διευρυνθεί η διασπορά ψεύτικων προπαγανδιστικών ισχυρισμών» λέει ο Dave Karpf, πολιτικός επιστήμονας στο Πανεπιστήμιο Τζορτζ Ουάσινγκτον. 

 

«Εικάζω πως η εργασία αυτή θα θεωρηθεί "επιστημονική απόδειξη" ότι τα bots δεν παίζουν στ' αλήθεια ρόλο!».

 

Και πράγματι, η μελέτη αυτή υποδεικνύει πως αυτό ισχύει αν εξετάσουμε το σύνολο της λειτουργίας του Twitter. Όμως το πραγματικό ζήτημα προκύπτει από την υπόθεση πως η χρήση τους κλιμακώθηκε πρόσφατα επειδή κάποιοι στρατηγικοί παράγοντες επένδυσαν πόρους στη χρήση τους, κάτι που η εργασία δεν απορρίπτει ως υπόθεση». 

 

Ο Vosoughi συμφωνεί πως η μελέτη τους δεν ξεκαθαρίζει το αν η χρήση των botnets άλλαξε επί της προεκλογικής περιόδου του 2016. «Δεν μελετήσαμε την αλλαγή στον ρόλο τους διαχρονικά. Πρόκειται για ενδιαφέρον ερώτημα που πιθανά θα εξετάσουμε σε μελλοντικές εργασίες μας».

 

Κάποιοι πολιτικοί επιστήμονες επίσης αμφισβήτησαν τον ορισμό των «ειδήσεων» στο πλαίσιο της μελέτης. Στρεφόμενη στους ιστότοπους fact-checking, η μελέτη αναμιγνύει ένα μεγάλο εύρος ψεύτικων πληροφοριών: εξόφθαλμα ψέματα, αστικούς μύθους, hoaxes, απάτες, επινοήσεις και «fake news».

 

Δεν εξετάζει αποκλειστικά τις ψεύτικες ειδήσεις αυτές καθαυτές, δηλαδή άρθρα ή βίντεο που μοιάζουν με ειδησεογραφικό περιεχόμενο και που εμφανίζονται μέσω μιας δημοσιογραφικής διαδικασίας αλλά στην πραγματικότητα είναι επινοημένα. 

 

Συνεπώς η μελέτη πιθανά να υποεκτιμά τις «μη-αμφισβητούμενες ειδήσεις»: τις έγκυρες ειδήσεις που είναι ευρέως γνωστό ότι είναι αληθείς.

 

Για πολλά χρόνια η ανάρτηση που είχε αναπαραχθεί περισσότερο στην ιστορία του Twitter επικροτούσε την επανεκλογή του Obama στο προεδρικό αξίωμα. Καθώς όμως κανείς δεν αμφισβήτησε την νίκη του, το Snopes και άλλοι ιστότοποι ελέγχου εγκυρότητας ειδήσεων δεν το επιβεβαίωσαν ποτέ.

 

Η μελέτη επίσης εξετάζει μαζί το περιεχόμενο και τις ειδήσεις. «Όλες οι έρευνες μας δείχνουν πως η συντριπτική πλειοψηφία των χρηστών θεωρούν τις ειδήσεις ως κάτι σαφώς διακριτό από το περιεχόμενο που αναρτάται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης», λέει ο Nielsen.

 

«Το να πει κάποιος ότι το ανακριβές περιεχόμενο, συμπεριλαμβανομένων των φημών, αναπαράγονται πιο γρήγορα από τις αληθείς δηλώσεις στο Twitter διαφέρει από το να πει ότι οι ψευδείς ειδήσεις και οι αληθινές ειδήσεις διασπείρονται με διαφορετικό ρυθμό».

 

Όμως το να κατανοήσουμε γιατί οι ψεύτικες φήμες κυκλοφορούν τόσο γρήγορα και τόσο μακριά, είναι εξίσου σημαντικό.

 

«Το βασικό συμπέρασμα είναι πως το περιεχόμενο που γεννά έντονα συναισθήματα μεταφέρεται ταχύτερα, διανύει μεγαλύτερη απόσταση και αφήνει πιο έντονες εντυπώσεις στο Twitter», σύμφωνα με την Tromble.

 

«Το συγκεκριμένο εύρημα επιβεβαιώνει την έρευνα που έχει διεξαχθεί σε διαφορετικά πεδία, συμπεριλαμβανομένης της ψυχολογίας και των επιστημών επικοινωνίας».

 

«Οι ψευδείς πληροφορίες στο διαδίκτυο συχνά είναι πολύ πρωτότυπες και αρνητικές. Γνωρίζουμε πως αυτά τα δύο χαρακτηριστικά της πληροφορίας τραβάνε την προσοχή μας και μας κάνουν να θέλουμε να μοιραστούμε την πληροφορία αυτή με άλλους, οι νέες απειλές και αρνητικές ειδήσεις μονοπωλούν το ενδιαφέρον μας» λέει ο Nyhan που συνεχάρη το Twitter για το γεγονός ότι διέθεσε τα δεδομένα του στους ερευνητές, καλώντας άλλες πλατφόρμες όπως το Facebook να κάνει το ίδιο.

 

«Οι εταιρείες αυτές πλέον ασκούν μεγάλη εξουσία και επηρεάζουν τις ειδήσεις που διοχετεύονται. Η ισχύς αυτών των μέσων τα έχει θέσει σε μία κατάσταση όπου αντιμετωπίζουν σημαντικό έλεγχο και απαιτείται διαφάνεια. Όσο κι αν μελετάμε το Twitter, μόνο 12% των Αμερικανών το χρησιμοποιούν. Είναι σημαντικό για τους δημοσιογράφους και τους πανεπιστημιακούς, όμως η πλειοψηφία των ανθρώπων δεν ενημερώνονται από εκεί».

 

Με μία δήλωση του το Twitter ανακοίνωσε πως σκοπεύει να επεκτείνει την συνεργασία του με εξωτερικούς εμπειρογνώμονες προκειμένου να «αυξήσει την συλλογική υγεία, ειλικρίνεια και ευγένεια στον δημόσιο διάλογο και να είναι υπόλογο έναντι του κοινού υπέρ της προόδου».  

 

Το Facebook δεν ανταποκρίθηκε στο αίτημα να σχολιάσει τη μελέτη παρ' ότι είναι σαφές πως τα ευρήματα της κατά πάσα πιθανότητα ισχύουν και στη δική του πλατφόρμα.

 

Ο Aral, ένας από τους ερευνητές, ομολογεί ωστόσο πως δεν είναι βέβαιο το ποσοστό στο οποίο αυτό εφαρμόζεται στα άλλα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Το ένστικτό μου μού λέει πως τα συμπεράσματά μας αφορούν όλες τις πλατφόρμες των social media. Θα μπορούσαμε να διεξάγουμε την ίδια ακριβώς μελέτη αν είχαμε τα στοιχεία του Facebook».

 

Ωστόσο, όλα αυτά δεν συμπεριλαμβάνουν το πιο αποκαρδιωτικό εύρημα της μελέτης. Όταν ξεκίνησε το έργο της, η ομάδα του MIT θεωρούσε πως οι χρήστες που διαμοιράζονταν τα περισσότερα fake news θα ήταν κατά βάση άνθρωποι που θέλουν να τραβήξουν την προσοχή.

 

Άτομα που χρησιμοποιούν το Twitter εμμονικά, μεροληπτικά και εντυπωσιοθηρικά, ώστε να συσσωρεύσουν έτσι περισσότερους οπαδούς και ακολούθους σε σύγκριση με τους χρήστες που αναπαράγουν νηφάλιες ειδήσεις.  

 

Στην πραγματικότητα όμως συμβαίνει το αντίθετο. Οι χρήστες που μοιράζονται έγκυρες πληροφορίες έχουν περισσότερους followers και στέλνουν περισσότερα tweets από εκείνους που μοιράζονται fake news. Επίσης χρησιμοποιούν το Twitter για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και είναι πιθανότερο να είναι επιβεβαιωμένοι χρήστες.

 

Εν ολίγοις, οι πιο αξιόπιστοι χρήστες είναι και εκείνοι που χαίρουν κάθε προφανούς πλεονεκτήματος που το Twitter, ως εταιρεία ή ως κοινότητα, προσφέρει στους καλύτερους χρήστες του.

 

Αυτό σημαίνει πως η αλήθεια έχει προβάδισμα αλλά και πάλι τερματίζει τελευταία και καταϊδρωμένη. Το εύρημα αυτό αποκαρδιώνει κάθε χρήστη που στρέφεται στα social media προκειμένου να βρει ή να μοιραστεί ακριβείς πληροφορίες και υποδεικνύει πως, όσο επιδέξια κι αν χειριστεί κανείς τον λογαριασμό του στο Twitter, όσο προσεκτικά κι αν επιμελείται το χρονολόγιό του ή ακολουθεί έμπιστες και έγκυρες πηγές, και πάλι μπορεί να ξεγελαστεί από τα ψεύδη εν ριπή οφθαλμού.

 

Συνολικά μπορούμε να πούμε πως οι πλατφόρμες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης δεν ενθαρρύνουν τις συμπεριφορές που εδραιώνουν το δημοκρατικό πολίτευμα. Σε μέσα όπου κάθε χρήστης είναι ταυτόχρονα αναγνώστης, συγγραφέας κι εκδότης, τα ψέματα είναι υπερβολικά ελκυστικά ώστε να αποτύχουν.

 

Ο ενθουσιασμός της καινοτομίας είναι υπερβολικά ελκυστικός και το γαργαλητό της αποστροφής πολύ δύσκολο να αποφευχθεί. Έπειτα από μια δύσκολη μέρα ακόμα και οι πιο μετριοπαθείς χρήστες τους μπορεί να συγκινηθούν από μια πολιτικής απόχρωσης φήμη. 

 

Δεν είναι σαφές τι είδους παρεμβάσεις, αν υπάρχουν κάποιες, θα μπορούσαν να αναστρέψουν αυτή την τάση προς το ψέμα.

 

«Δεν γνωρίζουμε αρκετά ώστε να μπορούμε να πούμε τι θα ήταν αποτελεσματικό και τι όχι», λέει ο Aral. Υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις πως οι άνθρωποι αλλάζουν στ' αλήθεια άποψη επειδή ένας ιστότοπος αποδεικνύει πως μια τοποθέτηση τους είναι βασισμένη σε ψεύδη.

 

Μάλιστα το να ονομάζουμε τα fake news έτσι, σε ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης ή μια μηχανή αναζήτησης, μάλλον δεν λειτουργεί αποτρεπτικά.

 

Με λίγα λόγια, φαίνεται πως τα social media μεγεθύνουν συστηματικά τα ψεύδη σε βάρος της αλήθειας και κανείς, ούτε οι ειδικοί της επικοινωνίας ή οι πολιτικοί ή οι εταιρείες τεχνολογίας, δεν γνωρίζουν πως να το αλλάξουν αυτό. 

 

Βρισκόμαστε σε μια επικίνδυνη στιγμή για όλα τα συστήματα διακυβέρνησης που βασίζονται στην αποδοχή μιας κοινής, θεμελιώδους αλήθειας.

 

Πηγή: The Atlantic