Είμαστε αυτό που τρέμουμε να κοιτάξουμε. Πόσο μάλλον να κάτσουμε να μας το αφηγηθούν κιόλας. Ή να μας το δείξουν στην τηλεόραση. Εδώ και δύο χρόνια που προβάλλονται οι «Άγριες Μέλισσες» πολλές γυναίκες της παλιάς ελληνικής περιφέρειας, κάποτε μαζί με τις κόρες τους, παρακολουθούν το νήμα μιας ιστορίας –που ξεκίνησε με έναν βιασμό– να ξετυλίγεται όχι ως σειρά, αλλά ως οπτικοποίηση μιας καταχωνιασμένης ανάμνησης.

 

Σαν κάποιος –εν προκειμένω η Μελίνα Τσαμπάνη με τον Πέτρο Καλκόβαλη– να έκαναν εικόνα αμέτρητα πραγματικά περιστατικά της ορκισμένης στη σιωπή περιφέρειας και για πρώτη φορά να μίλησαν εξ ονόματος άπειρων θυμάτων.

 

Έχουμε ξαναδεί βεβαίως τη θεματική του βιασμού και της ντροπής στην τηλεόραση, κυρίως ως πληγή του αστικού τοπίου, του ’80 ή και του ’90 ακόμα, σε άβολες σκηνοθετικές προσεγγίσεις και με βάση σενάρια της πλάκας, αλλά την αλήθεια της αθάνατης, ξεδιάντροπης ελληνικής επαρχίας πάνω στο ζήτημα και από το ’50 έως τις μέρες μας  –που αγγίζει ένα άλλο σίριαλ αντίπαλου καναλιού, η «Αγγελική»– ποτέ!

 

Ακούγονται λυγμοί γι’ αυτές τις δύο σειρές, από γυναίκες που έχουν περάσει πια τα 70 και αρκούνται πρόσχαρα και γενναία εδώ και χρόνια στον ρόλο της επαρχιώτισσας μάνας και της γιαγιάς που άλλη ζωή από παιδιά και εγγόνια δεν έχει και η μπομπίνα των αναμνήσεων έχει ξεθωριάσει τόπους – τόπους.

 

Πολλά χρόνια πριν από το «Γκιακ» του Παπαμάρκου και πριν από το «Σμιλεύοντας την υποταγή» της Χατζαρούλα, εκεί που οι ιστορίες κοριτσιών που βιάστηκαν, κακόπεσαν, βασανίστηκαν, δολοφονήθηκαν, κάνουν τον αναγνώστη να απορεί για την ποιότητα της γυναικείας ζωής στα ελληνικά χωριά, ορεινά ή νησιωτικά, οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, κάπου, κάπως, από κάποιον συγγενή ή γνωστό είχαμε ακούσει για κάποιο φρικιαστικό συμβάν: μια κόρη που «χαλάστηκε», κάποια άλλη που κλείστηκε σε μοναστήρι γιατί της συνέβη κάτι πολύ κακό, μία που ξέπεσε και ξεγράφτηκε από το χωριό γιατί κατέληξε με τα «παλιοκόριτσα» στα καταγώγια, επειδή κάτι της κάνανε, άλλη που έδωσε το «νόθο της και πήγε να ξενοδουλέψει δουλικό για να ξεχαστεί η ντροπή»...

 

Εικοτολογίες, γενικότητες, ορεινοί μύθοι να τρομάζουν τα μικρά παιδιά και να διασκεδάζουν τους μεγάλους, όπως ένα θρίλερ στο σινεμά, τη στιγμή που ζωές γυναικών ποδοπατιούνταν σαν τα χορτάρια και γίνονταν μάθημα σαπισμένης ηθικής για τους ανόητους των καφενείων.

 

 

(Αστερίσκος: ακόμη θυμάμαι, κι ας ήμουν παιδί, τη δασκάλα μου να κλαίει στην αγκαλιά της μάνας μου, λέγοντας της πνιχτά πως στο ορεινό χωριό απ’ το οποίο καταγόταν βρήκαν αποκεφαλισμένη τη γιαγιά της, μέσα στο σπίτι. Κάποιος είχε μπουκάρει, την είχε κακοποιήσει φρικτά κι όταν η δύστυχη γυναίκα πάλεψε να υπερασπιστεί τη ζωή της, δεν αρκέστηκε στο να τη σκοτώσει. Ήθελε να αφήσει υπογραφή εκδίκησης για τον άντρα της, με τον οποίο είχαν κτηματικές διαφορές. Και έτσι ήξεραν ποιος έκανε τι... Πολύ μεγαλύτερη πια, θυμάμαι στέλεχος προγράμματος τηλεοπτικού σταθμού να κόβει σειρά με «βουκολικό», όπως το είχε χαρακτηρίσει, περιεχόμενο, γιατί οι «βλαχάρες και βλέπουν και ψηφίζουν και θα μας κάψουν τον σταθμό αν δείξουμε τέτοια πράγματα»).

 

Και φτάνουμε στο υπέροχο σήμερα. Τόσο στις «Άγριες Μέλισσες» όσο και στην «Αγγελική», εκεί που η γυναίκα κάποτε περιγράφεται να έχει αξία μικρότερη από ένα άροτρο και δύο γερά βόδια, ξαφνικά η ίδια γυναίκα σηκώνει πέτρα και ανοίγει κεφάλι και αδειάζει τον βασανιστή και βιαστή της στον γκρεμό. Ή τουλάχιστον σκέφτεται πολύ σοβαρά να πάρει, αν όχι εκδίκηση, έστω την κατάσταση στα χέρια της.

 

Ακούγονται λυγμοί γι’ αυτές τις δύο σειρές, από γυναίκες που έχουν περάσει πια τα 70 και αρκούνται πρόσχαρα και γενναία εδώ και χρόνια στον ρόλο της επαρχιώτισσας μάνας και της γιαγιάς, που άλλη ζωή από παιδιά και εγγόνια δεν έχει και η μπομπίνα των αναμνήσεων έχει ξεθωριάσει τόπους-τόπους.

 

Κάποιες βιάστηκαν και δεν μίλησαν. Άλλες μίλησαν και εκδιώχθηκαν. Πολλές ξεγελάστηκαν και αφού πλήρωσαν αμαρτίες για δύο, έδωσαν το παιδί σε κάποιο ίδρυμα ή σε κάποια κοντινή συγγενή. Άλλες κατέληξαν στη δούλεψη κάποιας καλής κυράς με ακόμη «καλύτερο» κύρη. Πόσες και πόσες έχουν να θυμούνται ότι ο σύζυγος είχε πολύ βαρύ χέρι, αλλά δεν χώρισαν ποτέ. Δεν τους πέρασε καν από το μυαλό. Καμιά δεν έκανε τέτοια τότε.

 

φόνος Σέργιου
Τόσο στις «Άγριες Μέλισσες» όσο και στην «Αγγελική», εκεί που η γυναίκα κάποτε περιγράφεται να έχει αξία μικρότερη από ένα άροτρο και δύο γερά βόδια, ξαφνικά η ίδια γυναίκα σηκώνει πέτρα και ανοίγει κεφάλι και αδειάζει τον βασανιστή και βιαστή της στον γκρεμό. Ή τουλάχιστον σκέφτεται πολύ σοβαρά να πάρει, αν όχι εκδίκηση, έστω την κατάσταση στα χέρια της.

 

Πολλές ζουν και βλέπουν και κλαίνε κρυφά.

 

«Χαλασμένα» κορίτσια μιας άλλης εποχής, μιας εποχής που τα απομεινάρια της αντέχουν ως το σήμερα, κορίτσια πνιγμένα στην ντροπή χωρίς να φταίνε καν, για πρώτη φορά μιλάνε, φωνάζουν, μηνύουν, διεκδικούν κάποτε και δολοφονούν, κάθε βράδυ σε prime time ώρες, και ψάχνονται οι τηλεκριτικοί για πώς δύο ελληνικές σειρές ξεχώρισαν και βγήκαν από τα στούντιο των 60 τετραγωνικών.

 

Γυναίκες που δεν μίλησαν ποτέ για το τι ήθελαν, μόνο για το τι έπρεπε να γίνει και τι βόλευε και εξυπηρετούσε τους άλλους, δεν χάνουν επεισόδιο, ακόμη κι όταν η πλοκή τρενάρει επικίνδυνα, μόνο και μόνο γιατί πρώτη φορά κάποιος μιλάει για εκείνες σε χρόνο ενεστώτα, κι ας έχει γίνει προ πολλού υπερσυντέλικος.

 

Κι όμως. Το «εσύ δεν ξέρεις, έτσι γινότανε παλιά στα χωριά» –να μια διάσημη, ανά την ελληνική επικράτεια, ατάκα– παίζει κάθε βράδυ μέσα στα σπίτια μας. Και πλέον ξέρουμε όλοι. Παλιοί και νεότεροι. Πρωτευουσιάνοι και επαρχιώτες. Ορεινοί και νησιώτες.

 

Για πρώτη φορά κάποιος πήρε μια ζοφερή πραγματικότητα της περιφέρειας (την παρενόχληση, τον βιασμό, τον νόμο της σιωπής, την ισοπέδωση των γυναικείων δικαιωμάτων, τον πατέρα - αφέντη που είναι πρόσωπο υπαρκτό και σύμβολο της πατριαρχίας) και τη «χώρεσε» σε απολύτως κατάλληλη ώρα για όλους. Τηλεόραση που να ακουμπάει την πραγματικότητά μας θέλαμε τόσα χρόνια και να τη, βρέθηκε.

 

Χωρίς ωραιοποιήσεις, χωρίς υπεκφυγές και προσπάθεια μαζί με το έγκλημα να αναδειχθεί και το couleur locale (το ποιο;!), χωρίς αποσιωπητικά. Λαμβάνοντας μάλιστα υπ’ όψιν το γεγονός ότι τόσο οι «Μέλισσες» όσο και η «Αγγελική» ξεκίνησαν να προβάλλονται πολύ πριν ξεκινήσει το ελληνικό #MeToo (σ.σ.: το οποίο εσχάτως έπεσε σε ανάχωμα...), γίνεται σαφές ότι η τηλεόραση είχε ήδη περάσει σε άλλο επίπεδο συνομιλίας με τους τηλεθεατές, με την κοινωνία, με την ελληνική πραγματικότητα. Να πούμε σε αυτό της προετοιμασίας; Ας μην είμαστε τόσο υμνητικοί, αλλά, ναι, βοήθησε αρκετά.

 

Να ελπίζουμε, μετά από αυτό, σε κάτι περισσότερο από την ελληνική μυθοπλασία; Να ελπίζουμε ότι κάποτε θα τολμήσει να αγγίξει την «αγία ελληνική οικογένεια» με κάτι περισσότερο από μπουρδολόγες κομεντί και φάρσες; Ή τις εργασιακές σχέσεις; Ή τα εσωτερικά ενός κόμματος ή μίας κυβέρνησης; Ε, τότε θα μιλάμε για Οικονομίδη ή Λάνθιμο στο γυαλί και σίγουρα θα έχουμε βρεθεί σε ένα πολύ ωραίο σημείο, και όχι μόνο τηλεοπτικό.

 

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr