Ναυάγια που συνδέονται με τη «χρυσή εποχή της πειρατείας» ανακάλυψε διεθνής αποστολή αρχαιολόγων στο λιμάνι του Νασάου στις Μπαχάμες, με τους ερευνητές να εκτιμούν ότι τρία από τα έξι ευρήματα σχετίζονται άμεσα με τη δράση πειρατών του 17ου και 18ου αιώνα.
Το Νασάου θεωρείται ιστορικά μία από τις σημαντικότερες βάσεις πειρατών στην Καραϊβική και συνδέθηκε με μορφές όπως ο Μαυρογένης και ο Κάλικο Τζακ Ράκαμ, οι οποίοι ενέπνευσαν αργότερα τη μυθολογία γύρω από τη σειρά ταινιών «Πειρατές της Καραϊβικής».
Οι αρχαιολόγοι εξασφάλισαν για πρώτη φορά άδεια καταδύσεων στην προστατευμένη ζώνη του λιμανιού του Νασάου και κατά τη διάρκεια της αποστολής εντόπισαν έξι ναυάγια, τα οποία χρονολογούνται σε διαφορετικές περιόδους της ιστορίας της πόλης.
Το καμένο ναυάγιο και τα όπλα των πειρατών
Ανάμεσα στα σημαντικότερα ευρήματα ήταν το απανθρακωμένο σκαρί ξύλινου πλοίου, το οποίο βρέθηκε θαμμένο κάτω από πέτρες που χρησιμοποιούνταν ως έρμα για τη σταθεροποίηση του σκάφους. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι το πλοίο καταστράφηκε σκόπιμα, πιθανότατα από πειρατές που επιχείρησαν να εξαφανίσουν τα ίχνη τους αφού πρώτα αφαίρεσαν φορτίο, οπλισμό και πολύτιμο εξοπλισμό.
Στο σημείο βρέθηκαν ακόμη περιστρεφόμενα κανόνια μικρού μεγέθους, όπλα που χρησιμοποιούσαν συχνά οι πειρατές στις επιδρομές τους για να πλήττουν τα πληρώματα εχθρικών πλοίων σε κοντινή απόσταση. Μαζί με αυτά εντοπίστηκαν σιδερένιο κανόνι, 25 μολύβδινες σφαίρες για μουσκέτα και πέτρα ακονίσματος σπαθιών.
Ο Βρετανός θαλάσσιος αρχαιολόγος Σον Κίνγκσλεϊ, συνδιευθυντής της αποστολής, δήλωσε ότι τα ευρήματα ξεπέρασαν τις αρχικές προσδοκίες της ομάδας, κυρίως επειδή μεγάλο μέρος του βυθού έχει επηρεαστεί από εκτεταμένα έργα εκβάθυνσης που πραγματοποιήθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες.
«Δεν περιμέναμε να διατηρείται σε τόσο καλή κατάσταση ξύλινο σκαρί πλοίου. Τα πλοία ήταν το βασικό εργαλείο των πειρατών και είναι πιθανό να υπάρχουν πολλά ακόμη ναυάγια στην περιοχή γύρω από το λιμάνι», ανέφερε.
Όπως είπε, η ανακάλυψη του καμένου σκαριού ήταν μία από τις πιο έντονες στιγμές της έρευνας, καθώς οι αρχαιολόγοι είχαν για πρώτη φορά τη δυνατότητα να εξετάσουν από κοντά υλικά κατάλοιπα που συνδέονται άμεσα με την περίοδο ακμής της πειρατείας στην Καραϊβική.
Το μυστήριο γύρω από τον Χένρι Έιβερι
Οι ερευνητές εξετάζουν πλέον το ενδεχόμενο το καμένο σκαρί να συνδέεται με τον Χένρι Έιβερι, μία από τις πιο διαβόητες μορφές της πειρατείας στα τέλη του 17ου αιώνα. Το 1695 ο Άγγλος πειρατής πρωταγωνίστησε σε μία από τις μεγαλύτερες λεηλασίες της εποχής, καταλαμβάνοντας πλοίο που μετέφερε χρυσό, ασήμι, σμαράγδια, διαμάντια και πολύτιμα αντικείμενα τεράστιας αξίας.
Σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, το πλοίο Fancy, που χρησιμοποιούσε ο Έιβερι ως ναυαρχίδα, είχε καεί σχεδόν ολοκληρωτικά, στοιχείο που ταιριάζει με την κατάσταση του ναυαγίου που εντοπίστηκε στο Νασάου. Οι ξύλινες δοκοί του σκάφους ήταν ενωμένες με ξύλινα καρφιά, τεχνική που χρησιμοποιούνταν ευρέως στη ναυπηγική εκείνης της περιόδου.
Ο Μάικλ Πέιτμαν, συνδιευθυντής της αποστολής και πρέσβης ιστορίας και πολιτισμού των Μπαχαμών, δήλωσε ότι οι πειρατές συχνά έκαιγαν τα πλοία που καταλάμβαναν για να εξαφανίσουν κάθε στοιχείο που θα μπορούσε να οδηγήσει τις αρχές στα ίχνη τους.
«Το ναυάγιο φέρει πολλά από τα χαρακτηριστικά που συνδέονται με πειρατική δράση. Το πλοίο ήταν βαριά οπλισμένο, ιδιαίτερα με περιστρεφόμενα κανόνια που τοποθετούνταν κατά μήκος του καταστρώματος και χρησιμοποιούνταν σε επιθέσεις εναντίον πληρωμάτων άλλων πλοίων», ανέφερε.
Οι αρχαιολόγοι χαρακτηρίζουν την ανακάλυψη ιδιαίτερα σημαντική, καθώς μέχρι σήμερα δεν είχε εντοπιστεί κανένα ναυάγιο της εποχής της πειρατείας στο Νασάου, παρότι η πόλη θεωρείται μία από τις σημαντικότερες βάσεις πειρατών στην Καραϊβική κατά τον 17ο και 18ο αιώνα.
Ο Σον Κίνγκσλεϊ σημείωσε ότι μεγάλο μέρος της εικόνας γύρω από τους πειρατές έχει διαμορφωθεί μέσα από τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο, ενώ στην πραγματικότητα ελάχιστα είναι γνωστά για την καθημερινή ζωή τους και για τα ίδια τα πλοία που χρησιμοποιούσαν στις επιδρομές τους.
Καρχαρίες, ισχυρά ρεύματα και επικίνδυνες καταδύσεις
Η αποστολή πραγματοποιήθηκε υπό δύσκολες συνθήκες, καθώς το λιμάνι του Νασάου χαρακτηρίζεται από ισχυρά θαλάσσια ρεύματα και μεγάλη συγκέντρωση καρχαριών. Ο κινηματογραφιστής και εξερευνητής Κρις Άτκινς, που συμμετείχε στην έρευνα, δήλωσε ότι υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο η ομάδα να μην εντοπίσει κανένα σημαντικό εύρημα.
«Τα ρεύματα αλλάζουν δύο φορές την ημέρα και οι συνθήκες είναι ιδιαίτερα απαιτητικές για καταδύσεις. Ήταν μια αποστολή με μεγάλο ρίσκο», ανέφερε.
Παρά τις δυσκολίες, οι αρχαιολόγοι εντόπισαν και άλλα αντικείμενα που προσφέρουν εικόνα για τη ζωή στο Νασάου μετά το τέλος της πειρατικής περιόδου. Στον βυθό βρέθηκαν εξαρτήματα ιστιοφορίας, γυάλινα μπουκάλια, τούβλα από μαγειρείο πλοίου και περισσότερες από 140 πήλινες πίπες καπνού.
Ορισμένες από τις πίπες έφεραν διακοσμητικά σύμβολα όπως στέμματα, άλογα και το βασιλικό έμβλημα της Αγγλίας, γεγονός που οδηγεί τους ερευνητές στο συμπέρασμα ότι κατασκευάστηκαν στο Λονδίνο γύρω στη δεκαετία του 1740.
Σύμφωνα με τον Σον Κίνγκσλεϊ, τα αντικείμενα πιθανότατα προέρχονται από αγγλικό εμπορικό πλοίο που έφτασε στο Νασάου μετά την υποχώρηση της πειρατείας στην περιοχή. Τα ευρήματα, όπως είπε, δείχνουν πώς η πόλη άρχισε σταδιακά να μετατρέπεται ξανά σε κανονικό εμπορικό λιμάνι ύστερα από δεκαετίες ανομίας και επιδρομών.
Παράλληλα με τις καταδύσεις, η ομάδα μελέτησε χάρτες και έγγραφα ηλικίας άνω των 300 ετών και εξερεύνησε σπήλαια που συνδέονται με τοπικούς θρύλους για κρυμμένους πειρατικούς θησαυρούς. Ωστόσο, σύμφωνα με τους ερευνητές, δεν εντοπίστηκαν στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την ύπαρξή τους.
Τα ευρήματα της αποστολής παρουσιάζονται στη μίνι σειρά «Mystery of the Pirate King’s Treasure» και στο νέο τεύχος του περιοδικού Wreckwatch.
Με πληροφορίες από Guardian