Λίγες ημέρες μετά τη γυμνή φωτογράφιση στην πισίνα του Something’s Got to Give, η Μέριλιν Μονρόε μπήκε στη μαύρη Thunderbird της και πήγε με τον φωτογράφο Λόρενς Σίλερ στο Schwab’s Pharmacy, στη Sunset Boulevard. Εκείνος είχε μαζί του τα αρνητικά. Εκείνη είχε στην τσάντα της ένα ψαλίδι.
Κάτω από τα φώτα ενός από τα πιο μυθικά στέκια του παλιού Χόλιγουντ, η Μονρόε άρχισε να κόβει τα καρέ που δεν ήθελε να σωθούν. Όσα δεν της άρεσαν, εξαφανίζονταν. Ο Σίλερ, που σήμερα είναι 89 ετών και θεωρείται ο τελευταίος εν ζωή φωτογράφος της, θυμάται τον ήχο του φιλμ να κόβεται. Δεν μιλά γι’ αυτό σαν για ιδιοτροπία μιας δύσκολης σταρ. Μιλά με θαυμασμό. Δεν υπήρχε, λέει, ούτε μία φωτογραφία που κατέστρεψε η Μονρόε και που εκείνος θα ήθελε να δημοσιεύσει.
Αυτή είναι η σκηνή που σχεδόν αρκεί για να αλλάξει τον τρόπο που κοιτάμε τη Μέριλιν. Όχι το κορίτσι-σύμβολο που δεν μπορούσε να ελέγξει τον μύθο του. Όχι μόνο η εύθραυστη blond bombshell που οι άλλοι σκηνοθέτησαν, πούλησαν, παρεξήγησαν, εκμεταλλεύτηκαν. Αλλά μια γυναίκα με ψαλίδι στο χέρι, μπροστά στο ίδιο της το είδωλο, να αποφασίζει ποιες εικόνες της δικαιούνται να ζήσουν.
Με αφορμή τα 100 χρόνια από τη γέννησή της, η έκθεση Marilyn Monroe: A Portrait στη National Portrait Gallery του Λονδίνου επιχειρεί να φωτίσει ακριβώς αυτή τη Μονρόε: όχι ως παθητικό αντικείμενο του φακού, αλλά ως ενεργή αρχιτέκτονα της εικόνας της. Οι φωτογράφοι μπορεί να κρατούσαν την κάμερα —ο Ρίτσαρντ Άβεντον, ο Μίλτον Γκριν, ο Μπερτ Στερν, ο Λόρενς Σίλερ— αλλά η Μέριλιν ήξερε πολύ καλά πώς να σταθεί απέναντί της. Και, κυρίως, ήξερε πότε να αρνηθεί.
Η γυμνή φωτογράφιση στην πισίνα έγινε τον Μάιο του 1962, στο πλατό της ανολοκλήρωτης κωμωδίας Something’s Got to Give. Η Μονρόε ήταν 36 ετών και η ζωή της βρισκόταν ήδη σε επικίνδυνη τροχιά. Είχε προηγηθεί το διαζύγιο από τον Άρθουρ Μίλερ, επεμβάσεις, ένα τρομακτικό διάστημα σε ψυχιατρική κλινική, εξάρτηση από αλκοόλ και συνταγογραφούμενα φάρμακα, συγκρούσεις με τη Fox. Το στούντιο την κατηγορούσε για καθυστερήσεις και απουσίες, ενώ την ίδια στιγμή ξόδευε τεράστια ποσά για την Cleopatra με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και τον Ρίτσαρντ Μπάρτον.Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η σκηνή της πισίνας δεν ήταν απλώς μια σκανδαλιστική στιγμή. Ήταν στρατηγική.
Ο Σίλερ θυμάται τη Μονρόε να τον ρωτά τι θα συνέβαινε αν έμπαινε στην πισίνα με μαγιό, όπως της είχαν πει, αλλά έβγαινε χωρίς τίποτα. Εκείνος της απάντησε ότι εκείνη ήταν ήδη διάσημη, αλλά οι φωτογραφίες αυτές θα έκαναν διάσημο τον ίδιο. Η Μονρόε του απάντησε αμέσως, με εκείνη τη λεπτή, κοφτερή ειρωνεία που ήξερε να χρησιμοποιεί: να μην είναι τόσο σίγουρος, μπορούσε να τον απολύσει σε δύο δευτερόλεπτα.
Αυτή η ανταλλαγή λέει πολλά. Η Μονρόε καταλάβαινε το παιχνίδι της εικόνας καλύτερα από πολλούς που την περιέγραφαν ως θύμα του. Ήξερε τι σημαίνει να ρίξεις την πετσέτα τη σωστή στιγμή. Ήξερε πού είναι το φως. Ήξερε ότι μια γυμνή εμφάνιση στην πισίνα θα έκανε τον γύρο του κόσμου. Και, όπως σημειώνει ο Σίλερ, ήξερε ότι αυτό θα μπορούσε να την επαναφέρει στο κέντρο της προσοχής, την ώρα που η Τέιλορ και το τεράστιο δράμα της Cleopatra κυριαρχούσαν στα εξώφυλλα.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα ήταν υπό έλεγχο. Η ζωή της δεν ήταν. Η υγεία της δεν ήταν. Η θέση της μέσα στο στούντιο δεν ήταν. Λίγες ημέρες μετά την τελευταία γενέθλια τούρτα της στο πλατό, η Fox θα την απέλυε και θα την κατηγορούσε για breach of contract. Το Something’s Got to Give δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Δύο μήνες αργότερα, η Μονρόε θα ήταν νεκρή.Αλλά μπροστά στη φωτογραφική κάμερα, τα πράγματα ήταν διαφορετικά.
Ο φωτογράφος Douglas Kirkland, που την είχε φωτογραφίσει γυμνή σε κρεβάτι το 1961, είχε πει ότι ίσως της άρεσαν οι στατικές εικόνες όσο και οι ταινίες, επειδή σε αυτές μπορούσε να γράφει το σενάριο καθώς προχωρούσε. Δεν του έλεγε απλώς εκείνος «γύρνα έτσι», «κάνε αυτό», «στάσου αλλιώς». Εκείνη το έφτιαχνε μόνη της. Αυτό ήταν η Μέριλιν.
Η διαφορά είναι κρίσιμη. Στο κινηματογραφικό στούντιο η Μονρόε έπρεπε να υπακούει σε σκηνοθέτες, παραγωγούς, συμβόλαια, χρονοδιαγράμματα, ιατρικές κρίσεις, οικονομικά ρίσκα, ανδρικές αποφάσεις. Στη φωτογραφία μπορούσε, έστω για λίγο, να μετατρέψει τον φακό σε συνεργό. Να ορίσει την ένταση. Να σπρώξει την εικόνα προς εκεί που ήθελε. Να επιλέξει τι θα φανεί και τι θα κοπεί.
Γι’ αυτό η φωτογράφιση στην πισίνα δεν πρέπει να διαβαστεί μόνο ως προοίμιο θανάτου. Το εύκολο, παλιό σχήμα θα ήταν να δούμε τη γυμνή Μέριλιν στο νερό ως το τελευταίο φως μιας γυναίκας που κατέρρεε. Υπάρχει και αυτό. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο: μια γυναίκα που γνωρίζει ακριβώς τη δύναμη της εικόνας της και προσπαθεί ακόμη να την κατευθύνει.
Στις φωτογραφίες του Σίλερ, η Μονρόε μοιάζει σχεδόν υπερφυσική. Σε μία εικόνα σηκώνει το πόδι της έξω από το νερό και το ακουμπά στην άκρη της πισίνας, σαν γυαλιστερή νύμφη. Σε άλλη ρίχνει την πετσέτα τόσο όσο χρειάζεται, αφήνοντας να φανεί η καμπύλη της πλάτης. Το σώμα της δεν είναι απλώς γυμνό. Είναι σκηνοθετημένο ως υπόσχεση, ως πρόκληση, ως επιστροφή στο κέντρο του βλέμματος.
Και όμως, πίσω από τη λάμψη υπάρχει η άλλη πραγματικότητα. Η ίδια η Μονρόε είχε πει στην τελευταία της συνέντευξη ότι δεν έβλεπε τον εαυτό της ως εμπόρευμα, αν και ήξερε πως πολλοί άλλοι το έκαναν. Αυτή η φράση είναι σχεδόν ολόκληρη η τραγωδία της. Δεν ήθελε να είναι commodity, αλλά ζούσε σε μια βιομηχανία που δεν μπορούσε να την καταλάβει έξω από την ανταλλακτική της αξία. Το σώμα της, το χαμόγελό της, η φωνή της, η καθυστέρησή της, η ευθραυστότητά της, η γυμνότητά της, όλα κοστολογούνταν.
Η National Portrait Gallery, σύμφωνα με την επιμελήτρια Rosie Broadley, θέλει να δείξει ακριβώς την αντίφαση: η Μονρόε συχνά μετέδιδε τόση ζωτικότητα που αυτή ερχόταν σε σύγκρουση με την πραγματικότητα της ζωής της όταν οι κάμερες έκλειναν. Μπροστά στον φακό μπορούσε να εμφανίζεται σχεδόν εκθαμβωτικά παρούσα. Εκτός κάδρου, όλα ήταν πολύ πιο εύθραυστα.
Ο Σίλερ το θυμάται αυτό με μια εικόνα που είναι τρυφερή και σκληρή μαζί. Λέει ότι ήταν σαν ελάφι στο δάσος. Ήθελες να το φωτογραφίσεις πριν κάποιος το πυροβολήσει. Ήθελες να το προλάβεις ζωντανό, πριν πάψει να υπάρχει. Η φράση είναι φορτισμένη, ειδικά αν σκεφτεί κανείς πόσο κοντά βρισκόμαστε στο τέλος της. Αλλά λέει κάτι αληθινό για την τελευταία Μέριλιν: υπήρχε ακόμη εκεί, παρούσα, πνευματώδης, ελεγκτική, αστεία, σαγηνευτική, αλλά γύρω της πλησίαζε κάτι που κανείς δεν μπορούσε να σταματήσει.
Την προηγούμενη ημέρα του θανάτου της, στις 4 Αυγούστου 1962, ο Σίλερ την επισκέφθηκε στο σπίτι της στο Brentwood. Τη θυμάται έξω, ανάμεσα στα λουλούδια. Μίλησαν για ένα πιθανό εξώφυλλο στο Playboy. Λίγες ώρες αργότερα, τα ξημερώματα, δέχθηκε τηλεφώνημα ότι η Μέριλιν ήταν νεκρή. Στην αρχή νόμιζε ότι ήταν αστείο. Δεν ήταν. Όταν έφτασε ξανά στο σπίτι, τα media είχαν περικυκλώσει τον χώρο, το τζάμι του παραθύρου της κρεβατοκάμαρας ήταν σπασμένο και το σώμα της απομακρυνόταν καλυμμένο πάνω σε φορείο.
Είναι αδύνατο να διαβάσεις αυτή τη σκηνή χωρίς να νιώσεις όλο το βάρος του μύθου. Αλλά το ενδιαφέρον του νέου βλέμματος πάνω στη Μονρόε είναι ακριβώς να μην αφήσει τον θάνατο να καταπιεί τη ζωή. Να μη μειώσει κάθε φωτογραφία της σε προφητεία τέλους. Να δει ότι ακόμη και τις τελευταίες εβδομάδες, η Μέριλιν δεν ήταν απλώς μια γυναίκα που χανόταν. Ήταν μια γυναίκα που εξακολουθούσε να κάνει επιλογές.
Έκοβε τα αρνητικά που δεν ήθελε. Έβρισκε το φως που την κολάκευε ή την ενδιέφερε. Έριχνε την πετσέτα όταν καταλάβαινε τι θα προκαλούσε. Απαντούσε με χιούμορ, με υπονοούμενο, με εκείνη τη γνώση ότι η εικόνα της μπορούσε να κάνει τους άλλους διάσημους, πλούσιους, ισχυρούς αλλά αυτό δεν σήμαινε πως τους ανήκε ολοκληρωτικά.
Η τελευταία γυμνή φωτογράφιση της Μέριλιν Μονρόε δεν δείχνει απλώς μια σταρ λίγο πριν την καταστροφή. Δείχνει μια γυναίκα που, ακόμη και μέσα στην πτώση, ήξερε ποιες εικόνες της άξιζαν να επιβιώσουν.
Και ίσως γι’ αυτό εξακολουθεί να μας κοιτάζει τόσο δυνατά. Όχι επειδή δεν μπόρεσε ποτέ να ξεφύγει από τον μύθο της, αλλά επειδή μέχρι το τέλος προσπάθησε να τον μοντάρει η ίδια.
με στοιχεία από Guardian