Την πόρτα ανοίγει ο Νικηφόρος ξυπόλυτος, χαμογελαστός και εκνευριστικά όμορφος. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν ξέρω πού να πρωτοσταθώ: στον ίδιο ή στο διαμέρισμα που απλώνεται πίσω του, γεμάτο χρώμα, ένταση, τέχνη και αυτή την αίσθηση παλμού που έχουν κάποια αθηναϊκά σπίτια όταν κατοικούνται από ανθρώπους με στυλ και προσωπικότητα.
Το σπίτι είναι λίγα μέτρα από το Μουσείο, αγαπημένη γειτονιά. Μοιάζει να πάλλεται διαρκώς από μουσικές, παρέες, αντικείμενα, εικόνες και μικρές αισθητικές «συγκρούσεις» που τελικά δένουν επιτυχημένα μεταξύ τους. Η μοντέρνα ματιά του Θέμη Τατάρη υπάρχει παντού μέσα στον χώρο: στις τολμηρές αντιθέσεις, στο mix & match, στα καλόγουστα κομμάτια, στα αντικείμενα που κουβαλούν ιστορίες και στην αίσθηση ότι τίποτα εδώ δεν μπήκε απλώς για να «δείχνει ωραίο».
Ο Νικηφόρος μου λέει ότι είναι σημαντικό στη ζωή να μην είσαι ξερόλας και να εμπιστεύεσαι τους ανθρώπους των οποίων το αισθητικό κριτήριο εκτιμάς. «Ο φίλος μου ο Θέμης δεν ξέρει μόνο από μόδα αλλά δημιουργεί και ένα καλόγουστο σύμπαν και σε βάζει να κατοικήσεις σε αυτό. Έτσι πρέπει να είναι το σπίτι, κατά την ταπεινή μου γνώμη, ένα καλόγουστο σύμπαν».
«Το να μείνω σπίτι και να μαζέψω ενέργεια δεν το ανταλλάσσω με τίποτα». Στο καθιστικό, στον καναπέ, μου δείχνει ένα μικρό βαθούλωμα: «Αυτή είναι η θέση μου», λέει, «και φαίνεται».
Τον ρωτάω πώς βρήκε το διαμέρισμα. Από μια φανταστική φωτογράφο, την Ιωάννα Τζετζούμη, που έμενε από πάνω. Ήταν το πρώτο που είδε όταν έπρεπε να αφήσει το προηγούμενο σπίτι του, όπου έμενε χρόνια, και είπε «το θέλω» χωρίς να σκεφτεί τις λεπτομέρειες, όπως το ότι δεν είχε ντουλάπες. «Ωστόσο», δηλώνει, «αν το πρώτο ένστικτό σου πει “ναι”, μετά βρίσκεις τις λύσεις. Ντουλάπες φτιάχνεις, ωραίο διαμέρισμα δεν βρίσκεις εύκολα».
Ο μεγάλος Kenzo καναπές κυριαρχεί στο σαλόνι. Το ψυγείο Smeg, σήμα κατατεθέν, είναι σχεδόν σαν pop art installation μέσα στον χώρο, ενώ τα χειροποίητα χαλιά, τα vintage φωτιστικά, τα βιβλία, τα περιοδικά, τα ιδιαίτερα κεραμικά και τα design objects δημιουργούν μια ατμόσφαιρα που θυμίζει λίγο παλιό editorial μόδας, λίγο διαμέρισμα στο Μιλάνο των ’70s και λίγο αθηναϊκή νύχτα που δεν τελειώνει ποτέ. Το σπίτι έχει πολλά έπιπλα αγορασμένα από το Myran, όπως το τραπέζι του σαλονιού, αλλά και κομμάτια αγορασμένα από αντικερί και παλαιοπωλεία.
Ρωτάω για την τέχνη, που είναι πρωταγωνίστρια στο σπίτι. Εκτιμά πολύ τη Ρεβέκκα Καμχή και έχει πάρει από την γκαλερί της έργα του ταλαντούχου Αλέξανδρου Γεωργίου. Μιλάει με μεγάλη αγάπη για τα έργα του Άγγελου Πλέσσα και του Πάρη Γιαχουστίδη, που τον θεωρεί «τιτανοτεράστιο» ταλέντο και τον έχει στο υπνοδωμάτιό του. «Δεν έχω καλύτερο από το να “μυρίζω” κάποιον καλλιτέχνη προτού ακόμα τον ανακαλύψουν οι άλλοι», λέει με πονηρό χαμόγελο.
Όσο για τα φυτά, έχει σημασία το πώς είναι τοποθετημένα. Ξεχύνονται από τις γωνίες, ακουμπούν πάνω σε στοίβες βιβλίων και πλαισιώνουν έργα τέχνης, φωτογραφίες και μικρές ποπ αναφορές που εμφανίζονται εκεί που δεν το περιμένεις. «Τα φυτά μέσα στον χώρο είναι μια μικρή υπενθύμιση της φύσης που τόσο έχουμε ανάγκη», σχολιάζει ο Νικηφόρος.
Το σπίτι έχει άποψη αλλά δεν παίρνει ποτέ τον εαυτό του υπερβολικά σοβαρά, κι αυτό μάλλον είναι που το κάνει πραγματικά γοητευτικό. «Τους κανόνες οφείλεις να τους ξέρεις. Όμως, αν τους ξέρεις, οφείλεις και να τους σπας».
Ο Νικηφόρος ασχολείται με τις επιχειρήσεις. Το καινούργιο του «παιδάκι», το Nikkis, έχει επίκεντρο τον καφέ. Το όνομα βγαίνει απ’ το παρατσούκλι του. Πιστεύει ότι ο καλός καφές είναι κάτι πολύ σημαντικό για τη μέρα μας. «Κάνουμε εκπτώσεις εδώ κι εκεί. Ας πιούμε έναν ωραίο καφέ». Του αρέσει πολύ η επαφή με τον κόσμο. Να λένε τα νέα τους μέχρι να ετοιμαστεί ο καφές. «Καμιά φορά αυτά τα λίγα λεπτά αρκούν για να πεις την αλήθεια σου», λέει με χαμόγελο. Έτσι είναι ο Νικηφόρος. Βγάζει κάτι χαλαρό, καθόλου επιτηδευμένο.
Στους πάγκους του σπιτιού υπάρχουν καφέδες, μπουκάλια κρασί που άνοιξαν βιαστικά, οι μουσικές αλλάζουν συνεχώς και οι φίλοι φαίνεται να περνούν συχνά από εδώ. Δεν μοιάζει με αποστειρωμένο interior set αλλά με χώρο που πραγματικά ζει.
«Τι είναι για σένα το σπίτι;» τον ρωτάω. «Είναι αυτό που έλεγε η γιαγιά μου: να ’χεις ένα κεραμίδι πάνω απ’ το κεφάλι σου. Νιώθω ότι το σπίτι με ξέρει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο, γιατί μέσα στο σπίτι είμαι ο εαυτός μου εκατό τοις εκατό».
Άραγε, είναι σπιτόγατος; Ναι, είναι, μου απαντάει. Η αλήθεια είναι ότι λείπει πολλές ώρες από το σπίτι, οπότε, όταν επιστρέφει, το χαίρεται. «Το καλύτερο μέρος στον κόσμο. Το να μείνω σπίτι και να μαζέψω ενέργεια, δεν το ανταλλάσσω με τίποτα». Τον ρωτάω σε ποιο δωμάτιο του σπιτιού κάθεται περισσότερο. Στο καθιστικό, στον καναπέ, απαντάει, και μου δείχνει ένα μικρό βαθούλωμα. «Αυτή είναι η θέση μου», λέει, «και φαίνεται».
Του αρέσει να παρακολουθεί ταινίες αλλά και να βλέπει μπάλα. «Είμαστε αγοράκια, αυτά μας αρέσουν», λέει. Το αγαπημένο του δωμάτιο στο σπίτι είναι το μπάνιο. «Πώς κι έτσι;» ρωτάω. «Μα το είδες καλά;» αστειεύεται. «Είναι απλά υπέροχο». Έτσι κι αλλιώς δηλώνει «μπανιολάγνος» και το μπάνιο είναι ένας χώρος στον οποίο δεν θέλει να κάνει εκπτώσεις.
Εδώ παίζουν πάντα μουσικές. Σήμερα έχει βάλει τζαζ, αλλά δεν παίζει μόνο ένα είδος. «Η μουσική είναι η σταθερά της ζωής μου. Δεν ζω χωρίς μουσική», δηλώνει κατηγορηματικά.
Παρατηρώ ότι δεν έχει ζώα. «Πώς κι έτσι;» τον ρωτάω, ενώ σκέφτομαι να του πασάρω ένα γατάκι από μια φουρνιά που μου άφησε μια γάτα στον κήπο. Μου λέει ότι αγαπάει πολύ όλα τα ζώα, αλλά λείπει πολλές ώρες και θεωρεί πράξη τεράστιου εγωισμού να έχεις ένα ζώο κλεισμένο στο διαμέρισμα κι εσύ να απουσιάζεις.
Αναρωτιέμαι αν είναι ένα ανοιχτό σπίτι. «Μα ναι, φυσικά. Το να αράζεις με φίλους είναι σαν ομαδική ψυχοθεραπεία». Δεν έχει καλύτερο. Του αρέσουν και οι αυθόρμητες μαγειρικές, οπότε δεν ξέρεις ποτέ τι σε περιμένει. Μπορεί να περάσεις για έναν καφέ και να καταλήξεις να τρως κάτι φτιαγμένο με φροντίδα και να πίνεις κρασί.
Τη γειτονιά την έχει αγαπήσει. Του αρέσει να βλέπει καθημερινά το Μουσείο, να πηγαίνει εκεί για καφέ. Του αρέσει όμως και το βράδυ, όταν είναι κλειστό. Αγαπάει τις πολυκατοικίες της Πατησίων. «Έχουν κάτι από αρχοντιά που ξέφτισε», λέει. Του αρέσει που από την Πατησίων βλέπει την Ακρόπολη. Λατρεύει, λέει, τις γειτόνισσές του, την Ιωάννα, την Κόρα και τον άντρα της Κόρας. «Η πολυκατοικία είναι κάπως σαν πολυκατοικία φίλων». Όταν λιβανίζει, λιβανίζει και έξω από την πόρτα, για να φτάσει και στους άλλους η καλή ενέργεια.
Τον επαναφέρω όμως στις σκληρές εικόνες. «Σε ένα στενό κάτω από την Πατησίων συναντάς ουσιοεξαρτημένους ανθρώπους και σου σφίγγεται το στομάχι», του λέω. Δεν τον ενοχλούν, λέει, είναι άκακοι. Πιο πολύ τον ενοχλεί το ότι δεν υπάρχει ένας χώρος φροντίδας γι’ αυτούς τους ανθρώπους που ζουν σαν σκιές. «Τίποτα δεν με ενοχλεί στη γειτονιά. Με ενοχλεί όμως που ζω σε μια βρόμικη πόλη με σπασμένα πεζοδρόμια και που κάθε δήμαρχος είναι χειρότερος από τον προηγούμενο».
Τον ρωτάω για το μέλλον και αν κάνει μεγάλα όνειρα. «Δεν κυνηγάω τίποτα. Νιώθω ότι τα έχω όλα. Ωραίους φίλους, αγάπη στη ζωή μου, μια δουλειά που με γεμίζει, ένα όμορφο σπίτι για να γεμίζω τις μπαταρίες μου. Είμαι ευγνώμων και προχωράω με όσα πάνε και όσα έρθουν».
Κάπου ανάμεσα στον Kenzo καναπέ, στο Smeg ψυγείο, στα χαλιά που μένουν στρωμένα χειμώνα-καλοκαίρι από άποψη, στα έργα τέχνης και στα φυτά, αυτό το διαμέρισμα καταλήγει να μοιάζει με πορτρέτο μιας συγκεκριμένης Αθήνας: δημιουργικής, αισθησιακής, λίγο χαοτικής αλλά πάντα γεμάτης εκπλήξεις.
Φεύγοντας, σκέφτομαι ότι ο Νικηφόρος, αν και τόσο νέος, έχει βρει το νόημα και ότι τελικά η τέχνη του ζην είναι η πιο υψηλή μορφή τέχνης.