Δεν είναι απλώς άλλη μία έκθεση παλιού ζωγράφου. Είναι η στιγμή που η Royal Academy ξανασυστήνει στο βρετανικό κοινό τη Michaelina Wautier, μια ζωγράφο του 17ου αιώνα που έμεινε για αιώνες κρυμμένη πίσω από τα ονόματα αντρών ζωγράφων, παρότι η δύναμη του έργου της ήταν αρκετή για να σταθεί δίπλα τους από την αρχή.
Η έκθεση ανοίγει στις 27 Μαρτίου και φέρνει στο προσκήνιο μια μορφή που η ιστορία της τέχνης άργησε πολύ να αναγνωρίσει με το δικό της όνομα. Η Michaelina Wautier, γεννημένη στο Mons και ενεργή στις ισπανικές Κάτω Χώρες του 17ου αιώνα, υπήρξε τόσο τεχνικά άρτια ώστε τα έργα της αποδίδονταν επί γενιές στον αδελφό της Charles ή σε άλλους μπαρόκ ζωγράφους της εποχής. Οχι επειδή δεν ήταν αρκετά καλή, αλλά ακριβώς επειδή ήταν υπερβολικά καλή για να χωρέσει εύκολα στην ιδέα του τι μπορούσε να είναι μια γυναίκα ζωγράφος εκείνη την εποχή.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό ενδιαφέρον της έκθεσης. Δεν παρουσιάζει απλώς μια “ξεχασμένη καλλιτέχνιδα”, όπως έχει γίνει σχεδόν συνήθεια τα τελευταία χρόνια. Δείχνει και τον ίδιο τον μηχανισμό της εξαφάνισης: πώς έργα εξαιρετικής ποιότητας περνούσαν σχεδόν αυτόματα σε πιο αποδεκτές, πιο οικείες, αντρικές υπογραφές. Σαν η ίδια η δεξιοτεχνία της Wautier να λειτούργησε επί αιώνες εναντίον της.
Στο κέντρο της παρουσίασης βρίσκεται το The Triumph of Bacchus, ένας μνημειακός πίνακας που αποδόθηκε οριστικά στη Wautier μόλις το 2009. Η κλίμακά του, η αυτοπεποίθησή του και η άνεση με την οποία χειρίζεται το γυμνό σώμα έμοιαζαν επί γενιές σχεδόν αδιανόητες ως έργο γυναίκας. Και ίσως τίποτα δεν συνοψίζει καλύτερα την υπόθεση Wautier από αυτό: όχι ότι το έργο της ήταν αόρατο, αλλά ότι ήταν μπροστά στα μάτια όλων χωρίς να της επιτρέπεται να το φέρει με το όνομά της.
Η Royal Academy στήνει την έκθεση με ενδιαφέρον τρόπο, τοποθετώντας έργα της δίπλα σε έργα συγχρόνων της, όπως του Rubens και του Charles Wautier. Η σύγκριση δεν λειτουργεί μόνο αποκαταστατικά. Λειτουργεί και αποκαλυπτικά. Δείχνει ότι η Michaelina δεν είναι απλώς μια “γυναικεία προσθήκη” σε έναν ήδη διαμορφωμένο κανόνα, αλλά μια ζωγράφος με προσωπικό παλμό, φωτεινότητα, χιούμορ και καθαρή αυτονομία.
Γι’ αυτό και η έκθεση έχει μεγαλύτερο βάρος από μια απλή επανεκτίμηση. Δεν φέρνει μόνο στο φως μια χαμένη παρουσία. Μας αναγκάζει να ξαναδούμε τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο χτίστηκε η καλλιτεχνική μνήμη της Ευρώπης: ποιοι έμειναν μέσα, ποιοι έμειναν έξω και ποιοι χρειάζονται ακόμη τρεις αιώνες για να επιστρέψουν.