Στις φωτογραφίες της Kristina Rozhkova, το παραμύθι δεν είναι αθώο. Είναι κάτι που φτιάχνεις γύρω σου για να αντέξεις τον φόβο. Και ύστερα, κάποια στιγμή, το ξόρκι σπάει.
Αυτό ακριβώς υποδηλώνει ο τίτλος του νέου της φωτογραφικού βιβλίου, Unbewitched. Η μαγεία έχει ήδη λυθεί, όμως κάτι από τη φαντασία επιμένει να μένει στον αέρα. Οι άνθρωποι στις εικόνες της μοιάζουν να κατοικούν έναν κόσμο ανάμεσα στο όνειρο και την πολιτική βία, ανάμεσα στη φυγή και την επιστροφή, ανάμεσα στην ομορφιά και στο άβολο.
Η Ρωσίδα φωτογράφος, γεννημένη το 1996 στο Περμ, παρουσιάζει στο Unbewitched εικόνες που καλύπτουν πέντε χρόνια ζωής στη Ρωσία και όσα ακολούθησαν μετά την αναχώρησή της από τη χώρα. Το έργο κυκλοφόρησε ως φωτογραφικό βιβλίο από τις United Vagabonds και παρουσιάζεται τώρα στο PARCO Museum Tokyo, σε μια έκθεση σχεδιασμένη γύρω από την ατμόσφαιρα της ντάτσας, της εξοχικής κατοικίας όπου πολλοί Ρώσοι αποσύρονται από την πόλη.
Η ντάτσα είναι κρίσιμο στοιχείο στο έργο της. Δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό. Είναι τόπος απομόνωσης, παρέας, φυγής, παιχνιδιού, αυτοσχέδιας τελετουργίας. Στη διάρκεια της πανδημίας, η Rozhkova βρέθηκε με φίλους σε τέτοιους χώρους, όχι απαραίτητα για να «στήσει» ένα έργο, αλλά για να ζήσει, να παρατηρήσει, να ξεφύγει. Από εκεί γεννήθηκαν εικόνες όπου η καθημερινότητα μοιάζει ελαφρά μετατοπισμένη, σαν οι άνθρωποι να έχουν επινοήσει έναν δικό τους κώδικα επιβίωσης.
Στα έργα της εμφανίζονται σώματα καλυμμένα με λάσπη, πρόσωπα σε παράξενες στάσεις, αγκαλιές, γυμνότητα, σκηνές που μοιάζουν με παιχνίδι ρόλων, ζώα, σάουνες, εγκαταλελειμμένα σπίτια, άνθρωποι που έχουν φύγει από τις πόλεις και ζουν σχεδόν εκτός δικτύου, ψαρεύοντας, μαζεύοντας μανιτάρια, προσπαθώντας να μην επιστρέψουν σε μια κανονικότητα που δεν αντέχουν.
Η ίδια μιλά για τη φαντασία όχι ως πολυτέλεια, αλλά ως άμυνα. Για νέους δημιουργικούς ανθρώπους στη Ρωσία που διαφωνούν με το καθεστώς, λέει, η ζωή είναι ζοφερή και συχνά επικίνδυνη. Απέναντι σε αυτή τη συνθήκη, επινοείς κόσμους. Φτιάχνεις μύθους. Ντύνεσαι, παίζεις, μεταμορφώνεις τον εαυτό σου, όχι επειδή δεν ξέρεις τι συμβαίνει, αλλά επειδή ξέρεις πολύ καλά.
Η Rozhkova δεν ήρθε στην τέχνη από ένα προστατευμένο περιβάλλον. Μεγάλωσε με τη μητέρα της, χωρίς βιβλία στο σπίτι, μετακινούμενη συχνά από τόπο σε τόπο, με πολλούς σκύλους γύρω της. Στο σχολείο δεχόταν bullying και κατέφευγε στη βιβλιοθήκη, όπου περνούσε ώρες διαβάζοντας. Αργότερα σπούδασε φιλοσοφία, ασχολήθηκε με την αισθητική, τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, την έννοια της «αύρας», τη φεμινιστική κινηματογραφική κριτική και τον Παζολίνι. Πριν γίνει φωτογράφος, φανταζόταν ότι θα γίνει ερευνήτρια.
Η φωτογραφία μπήκε στη ζωή της σχεδόν τυχαία, όταν ένας γνωστός της τής πρότεινε να δοκιμάσει μια κάμερα. Εκεί, όπως λέει, ένιωσε για πρώτη φορά ότι μπορεί να δημιουργήσει έναν κόσμο οπτικά. Όχι απλώς να γράψει ή να αναλύσει κάτι, αλλά να το φέρει μπροστά στα μάτια.
Αυτή η αίσθηση παραμένει στο κέντρο του Unbewitched. Πολλές από τις εικόνες μοιάζουν σκηνοθετημένες, όμως δεν είναι πάντα. Η Rozhkova φωτογραφίζει συχνά φίλους και γνωστούς, ανθρώπους από δημιουργικές κοινότητες, από LGBTQ+ κύκλους, από περιβάλλοντα που έχουν πληγεί άμεσα από την πολιτική καταστολή, τον πόλεμο στην Ουκρανία και τη διάλυση μιας προηγούμενης ζωής.
Πολλοί από αυτούς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν σπίτια, οικογένειες, δουλειές. Άλλοι χάθηκαν στην απομόνωση. Άλλοι ζουν πλέον σε χωριά, έξω από το κέντρο, σαν να αναζητούν μια μορφή επιβίωσης μακριά από το βλέμμα της πόλης και του κράτους.
Λίγο πριν κυκλοφορήσει το βιβλίο, η ίδια έφυγε από τη Ρωσία, έπειτα από δύο χρόνια ποινικής δίωξης που σχετιζόταν με την καλλιτεχνική της πρακτική. Έχει πει ότι ζούσε σε διαρκή τρόμο, περιμένοντας ανά πάσα στιγμή ότι μπορεί να τη συλλάβουν ξανά. Έφυγε τον Φεβρουάριο του 2026 και δεν σκοπεύει να επιστρέψει.
Αυτό δίνει στο Unbewitched μια σκληρότερη διάσταση. Δεν είναι απλώς ένα αισθητικό έργο για το αλλόκοτο. Είναι αρχείο μιας περιόδου που καταρρέει. Μια προσπάθεια να διασωθεί κάτι που ήδη σπάει ή έχει ήδη χαθεί.
Η Rozhkova λέει ότι την ενδιαφέρει η δυσφορία. Πιστεύει πως η τέχνη χρειάζεται το άβολο, γιατί οι άνετες μέρες δεν αφήνουν μνήμη. Οι εικόνες της βρίσκονται συχνά ανάμεσα στην ομορφιά και στο γκροτέσκο. Σε τραβούν ακριβώς επειδή κάτι σε αυτές αντιστέκεται στην καθαρή ευχαρίστηση. Το βρώμικο, το τερατώδες, το παράξενο, το ζωώδες δεν εμφανίζονται ως σοκ για το σοκ. Είναι τρόποι να μιλήσει για έναν κόσμο όπου η κανονικότητα έχει ήδη γίνει αφόρητη.
Τα ζώα επιστρέφουν συχνά στο έργο της. Η ίδια έχει πει ότι από παιδί επικοινωνούσε περισσότερο με σκύλους παρά με ανθρώπους και ότι ο κόσμος των ζώων τής φαινόταν πάντα πιο συναρπαστικός από τον ανθρώπινο. Τα τελευταία χρόνια, όπως λέει, φωτογραφίζει ακόμη και τους ανθρώπους σαν ζώα. Μετά την εμπειρία της δίωξης και της δίκης, άρχισε να φωτογραφίζει ζώα σε κλουβιά, σκεπτόμενη τη σχέση ανάμεσα στον εγκλεισμό των ζώων και στον εγκλεισμό των ανθρώπων.
Αυτό κάνει το Unbewitched πιο σκοτεινό από ένα φωτογραφικό βιβλίο για τη νεότητα. Οι νέοι άνθρωποι στις εικόνες της δεν είναι απλώς «παράξενοι» ή «εναλλακτικοί». Είναι άνθρωποι που ζουν μετά τη διάλυση μιας ψευδαίσθησης. Άνθρωποι που έφτιαξαν παραμύθια επειδή η πραγματικότητα ήταν πολύ στενή. Άνθρωποι που αναγκάστηκαν να ξυπνήσουν από αυτά τα παραμύθια χωρίς να έχουν πού ακριβώς να επιστρέψουν.
Η ίδια περιγράφει το βιβλίο ως ένα οριστικό σημείο χωρίς επιστροφή. Ένα αρχείο μιας σύνθετης, καταστροφικής περιόδου. Μια προσπάθεια να διατηρηθεί ό,τι γλιστρά ή έχει ήδη εξαφανιστεί.
Και ίσως γι’ αυτό οι εικόνες της μένουν. Επειδή δεν μοιάζουν με καθαρά όνειρα. Μοιάζουν με όνειρα που ξέρουν ότι δεν μπορούν να προστατεύσουν κανέναν για πάντα.
Το Unbewitched δεν φωτογραφίζει απλώς νέους Ρώσους σε παράξενες πόζες και εγκαταλελειμμένους χώρους. Φωτογραφίζει τη στιγμή μετά το ξόρκι. Τη στιγμή όπου η φαντασία δεν έχει πεθάνει ακόμη, αλλά η πραγματικότητα έχει ήδη μπει στο δωμάτιο.
Με στοιχεία από NiEW και PARCO Museum Tokyo.