Η πρώτη εικόνα της επίδειξης ήταν σχεδόν υπερβολικά καλή για να μη σημαίνει κάτι: ένα μοντέλο περπάτησε κρατώντας μια Louis Vuitton βαλίτσα εκατό ετών, πάνω στην οποία ο Κιθ Χάρινγκ είχε σχεδιάσει, το 1984, μερικές από τις χαρακτηριστικές του χορευτικές φιγούρες.
Ήταν σαν να χωρούσε όλη η ιστορία της Νέας Υόρκης σε ένα αντικείμενο: η παλιά πολυτέλεια του ταξιδιού, η μνήμη ενός μεγάλου οίκου, η ενέργεια του δρόμου, η downtown κουλτούρα, η τέχνη που γεννήθηκε στα μετρό και τώρα επιστρέφει ως συλλεκτικό τρόπαιο.
Η Louis Vuitton παρουσίασε στη Νέα Υόρκη τη νέα συλλογή του Νικολά Γκεσκιέρ, αναβιώνοντας τη σχέση του οίκου με το έργο του Κιθ Χάρινγκ. Η συνεργασία με το ίδρυμα του καλλιτέχνη θα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την κλασική τσάντα Speedy με τα διάσημα μωρά, τα σκυλιά και τις χορευτικές φιγούρες του Χάρινγκ.
Το σκηνικό δεν ήταν τυχαίο. Η επίδειξη έγινε στις μαρμάρινες αίθουσες της Frick Collection στο Μανχάταν, ανάμεσα σε έργα του Ινγκρ, του Ρέμπραντ και του Βερμέερ. Η Louis Vuitton, από την πλευρά της, ανακοίνωσε τριετή χορηγία προς το μουσείο, η οποία θα στηρίξει εκθέσεις, δράσεις δημόσιας πρόσβασης και μια επιμελητική θέση. Από την επόμενη χρονιά, οι μηνιαίες βραδιές δωρεάν εισόδου του μουσείου θα ονομάζονται Louis Vuitton Free Fridays.
Αυτό που έστησε ο Γκεσκιέρ ήταν ένα παιχνίδι αντίθεσης. Από τη μία, η Upper East Side λάμψη της Frick, ένας χώρος με φαντάσματα αμερικανικής αριστοκρατίας, παλιάς συλλεκτικής δύναμης και μουσειακής σιωπής. Από την άλλη, ο Χάρινγκ, ο καλλιτέχνης που έγινε γνωστός με παράνομα σχέδια από κιμωλία στους σταθμούς του μετρό της Νέας Υόρκης και μετέτρεψε τη γραμμή του σε γλώσσα δρόμου, επιθυμίας, πολιτικής και μαζικής αναγνωρισιμότητας.
«Η αφετηρία αυτής της συλλογής ήταν η νεοϋορκέζικη τριβή ανάμεσα στο uptown και το downtown», είπε ο Γκεσκιέρ, εξηγώντας ότι ήθελε να γιορτάσει αυτή τη διπλή ταυτότητα της πόλης.
Στην πασαρέλα, αυτή η τριβή έγινε ρούχα, αξεσουάρ και εικόνα. Υπήρχαν γλυπτικά φορέματα σε έντονα χρώματα, πλούσια πλισέ μετάξια, μεγάλα κοσμήματα, τζιν, τσάντες σε σχήμα κουτιού takeaway, δίσκου και κουτιού αναψυκτικού. Η παλιά Νέα Υόρκη των σαλονιών συνάντησε τη Νέα Υόρκη του δρόμου, του μουσείου, της μουσικής, της κατανάλωσης και της εικόνας.
Η παρουσία του Χάρινγκ έδινε στη συλλογή ένα επιπλέον πολιτισμικό βάρος. Ο Γκεσκιέρ είπε ότι δεν εμπνεύστηκε μόνο από την τέχνη του, αλλά και από τις αξίες του, περιγράφοντάς τον ως πρωτοπόρο της ενότητας και της απελευθέρωσης για πολλούς ανθρώπους.
Η φράση αυτή έχει σημασία, γιατί ο Χάρινγκ δεν υπήρξε απλώς ένας καλλιτέχνης με άμεσα αναγνωρίσιμο ύφος. Υπήρξε μια μορφή βαθιά δεμένη με τη Νέα Υόρκη των ’80s, με την queer κουλτούρα, με την κρίση του AIDS, με την ιδέα ότι η τέχνη μπορεί να κυκλοφορεί έξω από τα μουσεία, πάνω σε τοίχους, αντικείμενα, αφίσες, σώματα, μπλουζάκια και δημόσιες επιφάνειες.
Η ειρωνεία βρίσκεται ακριβώς εκεί: η ίδια τέχνη που κάποτε ανήκε στον δρόμο γίνεται τώρα μοτίβο πάνω σε τσάντες ενός από τους ισχυρότερους οίκους πολυτελείας στον κόσμο. Αλλά αυτή δεν είναι καινούργια αντίφαση για τη Louis Vuitton. Είναι σχεδόν μέρος της ιστορίας της.
Ο οίκος έχει χτίσει εδώ και δεκαετίες ένα ιδιαίτερα κερδοφόρο λεξιλόγιο ανάμεσα στην τέχνη και το εμπόριο. Από τον Μαρκ Τζέικομπς και τη συνεργασία με τον Στίβεν Σπράουζ μέχρι τον Τακάσι Μουρακάμι, τη Γιάγιοϊ Κουσάμα και τον Τζεφ Κουνς, η Louis Vuitton ξέρει να παίρνει εικαστικές γλώσσες και να τις μετατρέπει σε αντικείμενα επιθυμίας, συλλογής και κοινωνικής αναγνωρισιμότητας.
Στη Νέα Υόρκη, ο Γκεσκιέρ έμοιαζε να υπενθυμίζει ότι η Louis Vuitton εξακολουθεί να κινείται με άνεση σε αυτό το πεδίο. Την ώρα που η συζήτηση στη μόδα έχει στραφεί στις μεγάλες αλλαγές σε Chanel, Dior και Gucci, ο ίδιος βρίσκεται στη Louis Vuitton εδώ και 13 χρόνια. Η επίδειξη στη Frick Collection έδειχνε έναν οίκο που δεν προσπαθεί απλώς να ακολουθήσει τη συζήτηση, αλλά να τη στήσει ξανά γύρω από τη δική του εικόνα.
Το front row βοήθησε. Η Ζεντάγια, η Έμιλι Μπλαντ, η Αν Χάθαγουεϊ, η Κέιτ Μπλάνσετ και η Όπρα Γουίνφρεϊ βρέθηκαν εκεί, υπενθυμίζοντας ότι η Louis Vuitton δεν είναι μόνο ο μεγαλύτερος οίκος πολυτελείας στον κόσμο, αλλά και μια μηχανή παραγωγής πολιτισμικής λάμψης. Η Αλάνα Χάιμ περπάτησε επίσης στην πασαρέλα, προσθέτοντας ακόμη ένα pop-cultural νεύμα στη βραδιά.
Ο ίδιος ο Γκεσκιέρ μίλησε για τα «φαντάσματα» του χώρου. Όχι μόνο τα έργα τέχνης, αλλά τα έπιπλα, τα αντικείμενα, τον τρόπο ζωής που επιβιώνει μέσα στη Frick. Αυτό ακριβώς αξιοποίησε και η συλλογή: την αίσθηση ότι η πολυτέλεια δεν είναι ποτέ μόνο ύφασμα ή τσάντα, αλλά σκηνικό, αφήγηση, μνήμη και πρόσβαση.
Η Νέα Υόρκη ήταν ο ιδανικός τόπος για αυτό. Είναι μια πόλη όπου η κουλτούρα του δρόμου και η υπερπολυτέλεια δεν ζουν σε ξεχωριστούς κόσμους. Συγκρούονται, συνομιλούν, ανταλλάσσουν σύμβολα και τελικά πουλούν η μία την ενέργεια της άλλης. Αυτό ακριβώς κάνει και η Louis Vuitton εδώ: παίρνει τη χειρονομία του Χάρινγκ, τη βάζει μέσα σε ένα μουσείο της παλιάς ελίτ και τη μετατρέπει σε νέα στιγμή επιθυμίας.
Το ερώτημα, όπως πάντα σε αυτές τις συνεργασίες, είναι τι μένει από την τέχνη όταν γίνεται πολυτελές προϊόν. Στην περίπτωση του Χάρινγκ, η απάντηση είναι πιο περίπλοκη από μια εύκολη καταγγελία. Ο ίδιος πίστευε στη διάχυση της τέχνης, στη δυνατότητά της να βγαίνει από τους κλειστούς χώρους και να γίνεται μέρος της καθημερινότητας. Ταυτόχρονα, η μετατροπή αυτής της δημοκρατικής χειρονομίας σε προϊόν υψηλής πολυτέλειας δεν παύει να κουβαλά μια ένταση.
Ίσως αυτή η ένταση ήταν και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της βραδιάς. Η Louis Vuitton δεν παρουσίασε απλώς ακόμη μία συλλογή με καλλιτεχνικό μοτίβο. Έστησε μια σκηνή όπου η παλιά και η νέα Νέα Υόρκη, το μουσείο και το μετρό, η βαλίτσα και το γκράφιτι, ο Ρέμπραντ και ο Χάρινγκ, η κληρονομιά και το προϊόν, μπορούσαν να σταθούν για λίγο στον ίδιο χώρο.
Και εκεί, μέσα στις μαρμάρινες αίθουσες της Frick, η πολυτέλεια έκανε αυτό που ξέρει να κάνει καλύτερα: πήρε κάτι που κάποτε ανήκε στον δρόμο και το παρουσίασε σαν να ήταν πάντα προορισμένο για μουσείο.
Με στοιχεία από The Guardian.