Βόρεια του Σαν Φρανσίσκο, περνώντας τη γέφυρα Golden Gate και μπαίνοντας στο Marin County, η Καλιφόρνια αρχίζει να μοιάζει λιγότερο με τόπο και περισσότερο με κατάσταση του νου. Δρόμοι στρίβουν ανάμεσα σε λόφους, μικρά δάση από σεκόγιες, κυπαρίσσια χτυπημένα από τον αέρα, αγελάδες στον ορίζοντα, φως που μπαίνει από παντού. Δεν είναι το σκηνικό που περιμένει κανείς για έναν άνθρωπο που πέρασε πάνω από δύο δεκαετίες μέσα σε μία από τις πιο επιδραστικές μηχανές design του σύγχρονου κόσμου.
Κι όμως, εκεί έχει βρει το καταφύγιό του ο Eugene Whang.
Σε νέο μεγάλο profile του Highsnobiety, γραμμένο από τον Noah Johnson και φωτογραφημένο από τη Sandy Kim, ο πρώην hardware designer της Apple εμφανίζεται όχι ως ακόμη ένας άνθρωπος που «έφυγε από την Apple», αλλά ως κάποιος που προσπαθεί να καταλάβει τι σημαίνει να ζεις αφού έχεις περάσει χρόνια σχεδιάζοντας αντικείμενα που μπήκαν στα χέρια, στα σπίτια, στα αυτιά και στις τσέπες εκατομμυρίων ανθρώπων.
Ο Whang εργάστηκε για 22 χρόνια στην Apple, σε μια περίοδο όπου η εταιρεία δεν άλλαζε απλώς την τεχνολογία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος άγγιζε την τεχνολογία. Συμμετείχε στην ανάπτυξη προϊόντων όπως το iPod Nano, το iPhone, τα AirPods και τα AirPods Max. Έζησε από μέσα την εποχή του Jony Ive, της σχεδόν θρησκευτικής πειθαρχίας γύρω από το αντικείμενο, της εμμονής με την αναλογία, το υλικό, το φως, το άνοιγμα ενός κουτιού, την αίσθηση στο χέρι.
Το ενδιαφέρον, όμως, στο profile δεν είναι μόνο το βιογραφικό του. Είναι το μετά.
Σήμερα, ο Whang περνά μέρος του χρόνου του σε ένα σπίτι στο Marin County, ανακαινισμένο με τον John Pawson, τον Βρετανό αρχιτέκτονα που έχει ταυτιστεί με έναν μινιμαλισμό πιο κοντά στη σιωπή παρά στη διακόσμηση. Το σπίτι δεν παρουσιάζεται σαν επίδειξη πολυτέλειας. Είναι σχεδόν το αντίθετο: ένας χώρος με λίγα αντικείμενα, πολύ φως, καθαρές γραμμές, παράθυρα που πλαισιώνουν τη φύση σαν συνθέσεις, και μια έντονη προσπάθεια να μη μπει μέσα του ο θόρυβος της πόλης.
Για έναν άνθρωπο που βοήθησε να σχεδιαστούν αντικείμενα που βρίσκονται παντού, αυτό έχει μια παράξενη αντιστροφή. Ο Whang λέει ότι κάθε έπιπλο, κάθε αντικείμενο, κουβαλά πολιτισμικό βάρος. Ακόμη κι όταν αυτό είναι λεπτό, ακόμη κι όταν μοιάζει αθώο. Γι’ αυτό προσπαθεί να μη γεμίσει το σπίτι του με πράγματα. Όχι επειδή κάνει αισθητική πόζα, αλλά επειδή τα αντικείμενα τον τραβούν πίσω στην άλλη ζωή: στη ζωή της πόλης, της αγοράς, του προϊόντος, της μνήμης που κολλάει πάνω σε κάθε μορφή.
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο δυνατή αντίφαση του κειμένου: ο άνθρωπος που σχεδίαζε για εκατομμύρια τώρα προσέχει πολύ τι μπαίνει στη δική του ζωή.
Ο ίδιος περιγράφει τη συνεργασία με τον Pawson σαν μάθημα εσωτερικής αρχιτεκτονικής. Δεν ήθελε απλώς να αγοράσει ένα ωραίο σπίτι. Ήθελε να μάθει πώς σκέφτεται ένας αρχιτέκτονας που δουλεύει με το φως, το κενό, την ακολουθία των στιγμών. Ο Pawson, λέει, σκέφτεται ποιητικά στην αρχή: λίγες γραμμές, μια διάθεση, μια ιδέα για το πού θα πέσει το μάτι, πώς ένα άνοιγμα θα σε τραβήξει μέσα στον χώρο, πώς μια θέα μπορεί να γίνει σχεδόν φάρος.
Ο Whang αναγνωρίζει σε αυτό κάτι από τη σχολή της Apple υπό τον Jony Ive: ομορφιά στον χώρο, απουσία περιττών στοιχείων, εμπιστοσύνη στο φως και στις αναλογίες. Μόνο που εδώ η πειθαρχία δεν υπηρετεί ένα προϊόν που πρέπει να παραχθεί σε εκατομμύρια κομμάτια. Υπηρετεί την ανάγκη ενός ανθρώπου να ησυχάσει.
Αυτή η στροφή προς τη σιωπή γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα αν σκεφτεί κανείς από πού ξεκίνησε ο Whang. Μεγάλωσε στο Βανκούβερ, σε μια εποχή όπου το street culture, το μπάσκετ, το hip-hop, το DJing, η rave και techno σκηνή της Βρετανίας και οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας άνοιγαν δρόμους για νέους ανθρώπους που δεν έβλεπαν το design ως απλή αισθητική επιφάνεια. Για εκείνον, το design δεν ήταν ποτέ μόνο στιλ. Ήταν τρόπος να χτίζεις κόσμους.
Τον επηρέασαν ταινίες όπως το Blade Runner, ακριβώς επειδή έδειχναν ότι η μορφή ενός αντικειμένου, ενός χώρου, μιας συσκευής μπορεί να κουβαλά ολόκληρη κοσμοθεωρία. Την ίδια στιγμή, παρακολουθούσε την Apple από νωρίς, όταν ακόμη έμοιαζε περισσότερο με παράτολμο πείραμα παρά με παγκόσμια αυτοκρατορία.
Η είσοδός του στην εταιρεία μοιάζει σχεδόν προ-ψηφιακά αθώα. Όταν ήταν φοιτητής industrial design και έπρεπε να βρει mentor, αποφάσισε να απευθυνθεί κατευθείαν στην Apple. Δεν ήξερε κάποιον. Βρήκε ένα όνομα από directory, μάντεψε ένα email, πήρε τηλέφωνο. «Γιατί όχι; Είναι απλώς άνθρωποι», λέει. Το mentoring ήρθε. Λίγο αργότερα ήρθε και η δουλειά. Θα έμενε εκεί για πάνω από είκοσι χρόνια.
Στην Apple, ο Whang βρέθηκε μέσα σε μια κουλτούρα απόλυτης συγκέντρωσης. Περιγράφει την ομάδα design όχι ως μυθολογικό κλειστό ιερατείο, αλλά ως πειθαρχημένο μικρό σύνολο ανθρώπων που κάθονταν γύρω από ένα τραπέζι για ώρες, κρίνοντας ιδέες με απόλυτη ευθύτητα. Δεν ήταν προσωπικό. Δεν κρινόταν ο άνθρωπος. Κρινόταν η ιδέα.
Το πιο ενδιαφέρον σημείο είναι ο τρόπος που μιλά για το design «από μέσα προς τα έξω». Στην Apple, λέει, η μορφή και τα υλικά έρχονταν τελευταία. Πρώτα ήταν η εσωτερική αρχιτεκτονική: η πλακέτα, η θέση των εξαρτημάτων, οι ανοχές, οι μετακινήσεις, το αόρατο Tetris των μηχανικών και σχεδιαστικών περιορισμών. Αν κάτι δεν ήταν σωστό μέσα, δεν θα ήταν σωστό έξω.
Αυτό εξηγεί ίσως γιατί το Apple design επηρέασε τόσο βαθιά τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος αντιλαμβάνεται την ποιότητα. Δεν ήταν μόνο ότι τα προϊόντα έμοιαζαν καθαρά ή ακριβά. Ήταν ότι η εμπειρία τους, από το κουτί μέχρι την αφή, από το βάρος μέχρι την απουσία θορύβου, έμαθε σε εκατομμύρια ανθρώπους να περιμένουν κάτι διαφορετικό από ένα καταναλωτικό αντικείμενο. Η Apple δεν άλλαξε απλώς την τεχνολογία. Άλλαξε την αίσθηση της τεχνολογίας.
Ο Whang το λέει χωρίς πολλές περιστροφές: τα προϊόντα της Apple, κατά τη γνώμη του, διαμόρφωσαν τον σύγχρονο πολιτισμό σε ορατό επίπεδο. Άλλαξαν τον τρόπο που οι άνθρωποι ζουν. Και είναι δύσκολο να διαφωνήσει κανείς. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς Apple fan για να αναγνωρίσει ότι το iPhone, τα AirPods, ο τρόπος με τον οποίο ανοίγουμε μια συσκευασία ή περιμένουμε από ένα αντικείμενο να είναι «αυτονόητο» στη χρήση του, έχουν περάσει πια μέσα στη συλλογική καθημερινότητα.
Κι όμως, ο Whang δεν ήταν μόνο αυτό.
Παράλληλα με την Apple, ζούσε μια δεύτερη ζωή. Τη μέρα, Cupertino, μυστικότητα, συσκέψεις, μικρόμετρα, εξαρτήματα, παγκόσμια κλίμακα. Τη νύχτα, clubs, DJ booths, μικρές αίθουσες, κακός φωτισμός, καλά ηχοσυστήματα. Η μουσική δεν ήταν χόμπι που προστέθηκε αργότερα. Ήταν εκεί από το λύκειο. «Σαν αέρας ή νερό», λέει.
Αυτό το δεύτερο ρεύμα είναι κρίσιμο για να τον καταλάβει κανείς. Ο Whang δεν ήταν ποτέ μόνο corporate designer. Ήταν κάποιος που κινούνταν ανάμεσα στο industrial design, το graphic design, τη νυχτερινή ζωή, τη μουσική και τις μικρές πολιτισμικές κοινότητες. Στην Apple σχεδίαζε για εκατομμύρια. Στη μουσική απευθυνόταν σε δωμάτια με λίγες εκατοντάδες ανθρώπους. Αλλά η σοβαρότητα ήταν η ίδια.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2010, αυτό πήρε πιο συγκεκριμένη μορφή με το Public Release, ένα μικρό record label και creative platform για DJ mixes και περιορισμένες κυκλοφορίες βινυλίου. Το αρχικό logo είχε σχεδιαστεί από τον Evan Hecox, γνωστό από τη δουλειά του με τη Chocolate Skateboards, και ήδη αυτό έδειχνε πού ήθελε να τοποθετηθεί το project: όχι στο corporate cool, αλλά σε εκείνη τη λεπτή ζώνη ανάμεσα στο underground και στο popular culture.
Ο Whang δεν παράγει απαραίτητα τη μουσική. Αλλά «στήνει το πακέτο»: επιλέγει, επιμελείται, σχεδιάζει, οργανώνει, κυκλοφορεί. Η λέξη «πακέτο», βέβαια, αδικεί λίγο το πράγμα. Στην πραγματικότητα, λειτουργεί σαν κόμβος. Γύρω από το Public Release χτίστηκε ένα μικρό δίκτυο DJs, graphic designers, ανθρώπων της μόδας και παραγωγών, όλοι με μια κοινή ευαισθησία. Όχι μαζική, όχι κλειστή, αλλά ακριβώς σε εκείνο το σημείο όπου η κουλτούρα αρχίζει να κινείται πριν γίνει ορατή σε όλους.
Για τον Whang, αυτό το σημείο ανάμεσα στο δημοφιλές και το υπόγειο είναι πάντα το πιο ενδιαφέρον. Και ίσως εδώ κρύβεται ένα κλειδί για τη δουλειά του στην Apple. Οι καλύτερες εταιρείες, λέει, είναι εκείνες όπου οι άνθρωποι που φτιάχνουν προϊόντα έχουν πραγματική σχέση με την κουλτούρα. Δεν είναι τουρίστες. Όταν μια εταιρεία προσθέτει την κουλτούρα εκ των υστέρων, σαν βερνίκι, οι άνθρωποι το καταλαβαίνουν.
Είναι μια απλή φράση, αλλά εξηγεί πολλά για το γιατί ορισμένα αντικείμενα μοιάζουν ζωντανά και άλλα μοιάζουν απλώς σωστά. Η κουλτούρα δεν προστίθεται στο τέλος. Ή υπάρχει μέσα στην ομάδα που σχεδιάζει ή δεν υπάρχει.
Ένα από τα τελευταία μεγάλα projects του Whang στην Apple ήταν τα AirPods Max, ένα προϊόν που βρίσκεται ακριβώς στο σταυροδρόμι τεχνολογίας, μουσικής, μόδας και πολυτέλειας. Η ομάδα δούλεψε πάνω του για πέντε χρόνια, αντιμετωπίζοντάς το ουσιαστικά ως τρία διαφορετικά αντικείμενα: το headband, τη θήκη και τα μαξιλαράκια. Το τελευταίο ήταν ιδιαίτερα δύσκολο, επειδή τα κεφάλια και τα αυτιά των ανθρώπων είναι ατελείωτα διαφορετικά.
Μια λεπτομέρεια λέει πολλά: στο εξωτερικό των AirPods Max δεν υπάρχει εμφανές λογότυπο της Apple. Σχεδόν κάθε άλλο προϊόν της εταιρείας έχει κάπου το μήλο. Εδώ, όχι. «Δεν θέλαμε να βάλουμε brand στο κεφάλι σου», λέει ο Whang.
Είναι από εκείνες τις μικρές σχεδιαστικές αποφάσεις που αποκαλύπτουν ολόκληρη φιλοσοφία. Ένα αντικείμενο μπορεί να είναι αναγνωρίσιμο χωρίς να φωνάζει. Μπορεί να γίνει status symbol χωρίς να το γράφει πάνω σου. Μπορεί να ανήκει στην αγορά της πολυτέλειας και ταυτόχρονα να κρατά μια μορφή σιωπής.
Για χρόνια, ο Whang θεωρούσε ότι θα τελείωνε την καριέρα του στην Apple. Μετά έφυγε ο Jony Ive. Λίγο αργότερα, τον ακολούθησε στο LoveFrom, το studio που δημιούργησε ο Ive μαζί με τον Marc Newson. Εκεί, το πεδίο άνοιξε: Ferrari, Airbnb, Moncler, OpenAI, projects σε εσωτερικούς χώρους, πολυτέλεια, τεχνολογία, mobility, αντικείμενα και ιδέες. Η δουλειά ήταν εμπνευστική, λέει. Αλλά δεν ήταν ανάπαυση. Αντίθετα, οι απαιτήσεις μπορεί να ήταν ακόμη πιο έντονες.
Και μετά ήρθε η ζωή.
Η μητέρα του αρρώστησε. Ο Whang άρχισε να πηγαινοέρχεται στο Βανκούβερ, ανάμεσα σε επισκέψεις σε μονάδα φροντίδας και προθεσμίες. Την ίδια στιγμή, ο μικρός του γιος μεγάλωνε και εκείνος ένιωθε ότι προλάβαινε μόνο μικρά κομμάτια της ζωής του. Κάπου εκεί εμφανίστηκε η ερώτηση που μπορεί να διαλύσει πολλές καριέρες όταν ειπωθεί καθαρά: αυτό υποτίθεται ότι είναι η επιτυχία;
Το 2022, η μητέρα του πέθανε. Η αποχώρηση από το LoveFrom, και συμβολικά από την τροχιά της Apple, δεν ήταν απλώς επαγγελματική αλλαγή. Ήταν σύγκρουση με κάτι βαθύτερο: με την εξάντληση, με την απώλεια, με την οικογένεια, με τον χρόνο. Ο Whang λέει ότι τότε έγινε οδυνηρά καθαρό πως ο χρόνος είναι πλέον η απόλυτη πολυτέλεια.
Αυτή είναι ίσως η πιο δυνατή φράση του profile. Όχι επειδή είναι πρωτότυπη ως ιδέα, αλλά επειδή βγαίνει από έναν άνθρωπο που έχει περάσει τη ζωή του μέσα σε συστήματα όπου κάθε δευτερόλεπτο, κάθε χιλιοστό, κάθε λεπτομέρεια, κάθε λανσάρισμα είχε βάρος. Για κάποιον που σχεδίαζε αντικείμενα για τον παγκόσμιο χρόνο των άλλων, το να ξαναπάρει τον δικό του χρόνο γίνεται σχεδόν ριζοσπαστική πράξη.
Όταν έφυγε, δεν είχε μεγάλο σχέδιο. Πέρασε μήνες επαναρρυθμίζοντας τον εαυτό του, πολλούς από αυτούς στο καταφύγιό του στη Βόρεια Καλιφόρνια. Όταν ένιωσε έτοιμος να ξαναδουλέψει, ήξερε τουλάχιστον ένα πράγμα: δεν ήθελε πια να δουλεύει «για». Ήθελε να δουλεύει «με».
Αντί να μπει σε άλλη μεγάλη εταιρεία ή να χτίσει αμέσως ένα μεγάλο studio γύρω από το όνομά του, άρχισε να συνεργάζεται απευθείας με ιδρυτές και μικρές ομάδες. Projects στη Στοκχόλμη, στο Μιλάνο, στο Λονδίνο, στο Τόκιο. Άλλα γύρω από τον ήχο, άλλα γύρω από έπιπλα, άλλα σε πρώιμη τεχνολογία. Κάποιες φορές δουλεύει πάνω στην αρχιτεκτονική ενός προϊόντος. Άλλες φορές πάνω στη δημιουργική κατεύθυνση ή στην πολιτισμική τοποθέτηση ενός brand.
Δεν εξιδανικεύει αυτή τη νέα κατάσταση. Παραδέχεται ότι η συμβουλευτική δουλειά έχει μια παράξενη ένταση: δεν είσαι πάντα εκεί στην αρχή, ούτε στο τέλος. Βοηθάς, αλλά δεν έχεις απαραίτητα το ίδιο προσωπικό διακύβευμα. Δεν είναι το ίδιο με την Apple, όπου μπορούσες να δεις ένα προϊόν από την πρώτη σκέψη μέχρι την παγκόσμια κυκλοφορία του. Δεν είναι ούτε το ίδιο με το LoveFrom, όπου μπορούσες να ενσωματωθείς βαθιά σε μια μικρή, ακραία απαιτητική ομάδα.
Αλλά έχει κάτι που πριν δεν είχε: έλεγχο πάνω στον χρόνο του.
Και ίσως αυτό να είναι το πραγματικό θέμα εδώ. Όχι «τι κάνει μετά την Apple ένας πρώην Apple designer», αλλά τι μένει από έναν άνθρωπο όταν βγει από τη μηχανή που τον εκπαίδευσε να σκέφτεται με απόλυτη πειθαρχία. Πώς συνεχίζει να σχεδιάζει χωρίς να υπηρετεί την κλίμακα των εκατομμυρίων; Πώς ακούει ξανά τη μουσική, το σπίτι, το φως, τον γιο του, το σώμα του, την έλλειψη σχεδίου;
Ο Whang βρίσκεται, όπως λέει, σε ένα σταυροδρόμι. Δεν ξέρει ακόμη αν θα χτίσει studio, αν θα το κρατήσει μικρό, αν θα συνεχίσει με περιορισμένες σειρές αντικειμένων, έπιπλα, συνεργασίες στη μόδα, μικρές πολιτισμικές παρεμβάσεις που δεν χρειάζεται να ικανοποιήσουν εκατομμύρια χρήστες.
Για κάποιον που πέρασε τη ζωή του σε περιβάλλοντα όπου το «δεν ξέρω» δεν μπορούσε να είναι τελική απάντηση, αυτή η αβεβαιότητα μοιάζει σχεδόν γενναία.
Η ιστορία του Eugene Whang δεν είναι απλώς μια ιστορία αποχώρησης από την Apple. Είναι μια ιστορία για το τι συμβαίνει όταν ένας άνθρωπος που έμαθε να σχεδιάζει τον κόσμο σε κλίμακα αρχίζει να αναρωτιέται πώς σχεδιάζεται μια ζωή σε ανθρώπινο μέγεθος.
Ίσως μετά την Apple το πιο δύσκολο προϊόν να μην είναι ένα νέο gadget, ένα ζευγάρι ακουστικά ή ένα τέλειο αντικείμενο πάνω σε ένα λευκό τραπέζι. Ίσως είναι ο χρόνος. Και ο Eugene Whang μοιάζει να προσπαθεί τώρα να σχεδιάσει ακριβώς αυτόν.
με στοιχεία από Highsnobiety