Τα έργα της Taiba Akhuetie έχουν κάτι ελαφρώς ανησυχητικό. Όχι επειδή προκαλούν με τον αναμενόμενο τρόπο, αλλά επειδή δεν καταλαβαίνεις αμέσως αν κοιτάζεις κάτι ζωντανό ή κάτι νεκρό.
Μια ομπρέλα καλυμμένη με μαλλιά. Μια τσάντα που μοιάζει να έχει βγάλει πλεξούδες. Ένα τραπέζι με χάντρες και κοτσίδες. Μια κουνιστή πολυθρόνα που είναι ταυτόχρονα έπιπλο και παράξενο σώμα. Φωτιστικά, καθρέφτες, καρέκλες και αξεσουάρ φτιαγμένα από ανθρώπινα και συνθετικά μαλλιά, σαν καθημερινά αντικείμενα που ξαφνικά απέκτησαν επιδερμίδα, μνήμη και ιστορία.
Η Βρετανίδα καλλιτέχνιδα, που παρουσιάζει την έκθεση The Tone: Taiba’s World of Hair στη Sarabande Foundation στο Λονδίνο, χρησιμοποιεί το μαλλί όχι ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως υλικό γλυπτικής. Το βγάζει από το κεφάλι, το απομακρύνει από τη θέση όπου έχουμε συνηθίσει να το βλέπουμε και το απλώνει πάνω σε αντικείμενα που, χωρίς αυτό, θα έμοιαζαν απλώς χρηστικά.
Το αποτέλεσμα είναι αλλόκοτο και εντυπωσιακό. Τα έργα της μοιάζουν με ταριχευμένη καθημερινότητα: ακίνητα αντικείμενα, φορτισμένα όμως με κάτι οργανικό. Κάτι που θυμίζει σώμα, φροντίδα, φυλή, ομορφιά, αφή, αλλά και την αμηχανία που προκαλεί το μαλλί όταν βρεθεί έξω από την οικεία του θέση.
Η Akhuetie θυμάται από παιδί να παρακολουθεί γυναίκες να πλέκουν μαλλιά με απίστευτη ταχύτητα. Μεγάλωσε στο Κίνγκστον του Σάρεϊ, σε μια λευκή, μεσοαστική περιοχή, και για αρκετά χρόνια δεν αγαπούσε τις πλεξούδες στο δικό της κεφάλι. Ένιωθε, όπως έχει πει, ότι συνέκρινε τον εαυτό της με ανθρώπους που δεν της έμοιαζαν και ότι προσπαθούσε να χωρέσει σε μια εικόνα που δεν ήταν δική της.
Αργότερα, αυτή η σχέση άλλαξε. Άρχισε να βλέπει τις πλεξούδες ως κάτι όμορφο, θεραπευτικό, σχεδόν τελετουργικό. Το 2014 ίδρυσε μαζί με τη σχολική της φίλη Jessy Linton το Keash Braids, που ξεκίνησε ως κινητή υπηρεσία πλεξίματος μαλλιών και εξελίχθηκε σε δημιουργικό σχήμα, πριν αποκτήσει μόνιμο χώρο στο Peckham του Λονδίνου.
Ήταν η εποχή που οι πλεξούδες και η επιστροφή στο φυσικό μαλλί ξαναγίνονταν κεντρικά για πολλές μαύρες γυναίκες. Η φροντίδα των μαλλιών έπαυε να είναι απλώς θέμα εμφάνισης και γινόταν ξανά πεδίο ταυτότητας, επιλογής, αυτοπροστασίας και κοινότητας.
Μετά ήρθε η καραντίνα.
Χωρίς ανθρώπινη επαφή, χωρίς κεφάλια να πλέξει, χωρίς τον τρόπο δουλειάς που ήξερε, η Akhuetie άρχισε να αναρωτιέται αν μπορούσε να συνεχίσει να ζει από την τέχνη της πλεξούδας χωρίς να αγγίζει ανθρώπους. Έφτιαξε τότε μια εγκατάσταση με περισσεύματα μαλλιών που είχε στο σπίτι και ένα παλιό μεταλλικό σκαμπό. Τύλιξε το σκαμπό με πλεξούδες και χαλαρές τούφες, πρόσθεσε λουλούδια και μια μέλισσα. Εκεί κατάλαβε ότι μπορούσε να δουλέψει με το μαλλί έξω από το κεφάλι.
Από εκεί άρχισε η νέα της γλώσσα. Η Akhuetie έκανε γνωστό το όνομά της με μια μεγάλη ομπρέλα καλυμμένη με άφθονα ξανθά μαλλιά, ένα αντικείμενο που συγκέντρωσε μεγάλη προσοχή στο TikTok. Σύντομα, ο κόσμος της μόδας άρχισε να την προσέχει. Το Vogue έγραψε για τα έντονα υφασμάτινα, πρωτοποριακά έργα της, ενώ η ίδια άρχισε να συνεργάζεται με οίκους και να φτιάχνει ειδικές παραγγελίες που μπορούν να φορεθούν.
Παρά τις σχέσεις της με τη μόδα, επιμένει ότι δεν είναι σχεδιάστρια μόδας. Αυτό που κάνει δεν είναι ρούχο με την κλασική έννοια. Είναι αντικείμενο, γλυπτό, υλικό για παρουσία πάνω στο σώμα, προέκταση του σώματος και σχόλιο πάνω στο βλέμμα.
Οι διάσημες συνεργασίες ήρθαν γρήγορα. Το 2021 έλαβε μήνυμα στο Instagram από τη Rihanna, που της ζήτησε ένα ειδικό κομμάτι. Η Akhuetie χρειάστηκε να βεβαιωθεί ότι δεν πρόκειται για φάρσα. Το αποτέλεσμα ήταν μια πλεκτή Louis Vuitton τσάντα, τόσο περίτεχνη ώστε με την πρώτη ματιά να μοιάζει απλώς με τσάντα, πριν αποκαλύψει ότι όλη η επιφάνειά της έχει μεταμορφωθεί από μαλλιά.
Έχει επίσης ντύσει την Tems για πάρτι μετά το Met Gala, ενώ κομμάτια της έχουν φορεθεί και από την Cate Blanchett.
Η ίδια, πάντως, δεν θέλει να παρασυρθεί από τη λάμψη των διάσημων συνεργασιών. Όπως λέει, δεν αρκεί να σου αρέσει το γεγονός ότι ένας διάσημος άνθρωπος αγαπά τη δουλειά σου. Το ερώτημα, για εκείνη, είναι αν το πρόσωπο που φορά ένα κομμάτι της μπορεί πράγματι να το κρατήσει ως έργο τέχνης.
Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί η δουλειά της Akhuetie δεν είναι απλώς εντυπωσιακή. Είναι και φορτισμένη. Το μαλλί, ειδικά το μαύρο μαλλί, δεν είναι ουδέτερο υλικό. Κουβαλά ιστορίες φροντίδας, οικογένειας, ντροπής, περηφάνιας, αγοράς, αφής, φετιχοποίησης και πολιτικής.
Όταν η Akhuetie αγοράζει μαλλιά για τα έργα της, δεν απευθύνεται σε κάποια ακριβή, εξειδικευμένη εταιρεία. Πηγαίνει στο Pak’s στο Dalston, ένα κατάστημα που γνωρίζουν πολλές γυναίκες που χρησιμοποιούν πρόσθετα μαλλιά για πλεξούδες στην καθημερινότητά τους. Οι μάρκες που αναφέρει, όπως Impression και X-Pression, είναι προϊόντα που χρησιμοποιούνται κανονικά σε κεφάλια, όχι «καλλιτεχνικά» υλικά αποκομμένα από την καθημερινή τους χρήση.
Αυτό δίνει στα έργα της μια ιδιαίτερη γείωση. Το υλικό δεν είναι απλώς συμβολικό. Είναι το ίδιο μαλλί που θα μπορούσε να βρίσκεται στο κεφάλι μιας γυναίκας στον δρόμο, στο κομμωτήριο, στο σπίτι, μπροστά στον καθρέφτη.
Η ίδια αφήνει τις ερμηνείες ανοιχτές. Δεν θέλει να εξηγήσει υπερβολικά τα έργα της. Θέλει, όπως λέει, να μπερδεύει τον θεατή. Να τον κάνει να αναρωτιέται πώς είναι δυνατόν αυτό που βλέπει να είναι μαλλί. Να μην καταλαβαίνει αμέσως αν πρέπει να πλησιάσει ή να απομακρυνθεί.
Ο τίτλος της έκθεσης, The Tone, ανοίγει πολλές αναγνώσεις. Παραπέμπει στις αποχρώσεις των μαλλιών, στο χρώμα του δέρματος, αλλά και στον τόνο της φωνής. Η Akhuetie μιλά για το πώς, ως μαύρη γυναίκα, ο τόνος της μπορεί εύκολα να χαρακτηριστεί «επιθετικός» και για το πώς συχνά χρειάστηκε να χαμηλώνει την έντασή της για να γίνει αποδεκτή.
Ένα από τα έργα της έκθεσης είναι ένα τραπέζι με πλεξούδες και χάντρες στην κάτω πλευρά του. Το ονόμασε Don’t Touch My Table, παραπέμποντας στο σύνθημα Don’t touch my hair, που συνδέθηκε με το κίνημα επιστροφής στο φυσικό μαλλί. Το έργο δεν απαγορεύει απλώς την αφή. Ρωτά γιατί κάποιοι νιώθουν τόσο συχνά ότι έχουν δικαίωμα να αγγίξουν το μαύρο μαλλί, σαν να πρόκειται για περίεργο αντικείμενο και όχι για μέρος ενός ανθρώπου.
Κάπου εκεί βρίσκεται και η δύναμη της Akhuetie. Δεν παίρνει το μαλλί για να το κάνει απλώς παράξενο. Το παίρνει γιατί είναι ήδη παράξενο για τον κόσμο που το κοιτάζει λάθος. Γιατί έχει ήδη υπάρξει αντικείμενο σχολίου, ελέγχου, επιθυμίας, φόβου, φροντίδας, αγοράς και φυλετικής ανάγνωσης.
Η δουλειά της μοιάζει να ρωτά τι θεωρούμε τέχνη και ποιος αποφασίζει ποια δεξιοτεχνία αξίζει να μπει σε γκαλερί. Το πλέξιμο μαλλιών, για δεκαετίες, αντιμετωπίστηκε συχνά ως οικιακή, κοινοτική ή «γυναικεία» πρακτική. Η Akhuetie το μεταφέρει σε έναν εκθεσιακό χώρο χωρίς να το αποστειρώνει. Δεν το κάνει πιο αποδεκτό αφαιρώντας του την καταγωγή του. Το κάνει πιο ορατό ακριβώς επειδή την κρατά.
Η ίδια λέει ότι δεν σπούδασε τέχνη γιατί κάποτε ένιωθε ανασφάλεια με την ιδέα μιας μαύρης γυναίκας που σπουδάζει τέχνη. Δεν πίστευε ότι αυτός ο χώρος μπορούσε να την αφορά. Η έκθεση στη Sarabande Foundation λειτουργεί και σαν προσωπική απάντηση σε αυτή την παλιά αμφιβολία.
Το ερώτημα «ποιος είπε ότι τα μαλλιά δεν είναι τέχνη;» διαπερνά όλη τη δουλειά της. Η Akhuetie απαντά με αντικείμενα που είναι όμορφα, αστεία, άβολα, σχεδόν ζωντανά. Αντικείμενα που θέλεις να αγγίξεις και ταυτόχρονα ξέρεις ότι ίσως δεν πρέπει.
Στο τέλος, η τέχνη της δεν μιλά μόνο για τα μαλλιά. Μιλά για το βλέμμα που πέφτει πάνω τους. Για το χέρι που θέλει να τα αγγίξει. Για το σώμα που έχει μάθει να προστατεύεται. Για την ομορφιά που, για να αναγνωριστεί, έπρεπε πρώτα να εξηγήσει γιατί υπάρχει.
Με στοιχεία από The Guardian.