Η Bella Freud θυμάται τα χρόνια που πέρασε ποζάροντας για τον πατέρα της Lucian Freud, τις ατέλειωτες ώρες στο στούντιο, τα νυχτερινά δείπνα και τη σχέση που έχτισαν μέσα από τη ζωγραφική, με αφορμή τη νέα έκθεση Lucian Freud: Drawing into Painting στην National Portrait Gallery του Λονδίνου.
Η έκθεση, που άνοιξε στις 12 Φεβρουαρίου και διαρκεί έως τις 4 Μαΐου, συγκεντρώνει περίπου 170 έργα, μαζί με sketchbooks, γράμματα και ημιτελή έργα από όλη τη διαδρομή του Freud.
Το Drawing into Painting μετακινεί το βάρος από τα πιο γνωστά πορτρέτα και τις ελαιογραφίες στη διαδικασία με την οποία αυτά γεννήθηκαν. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα σχέδια, οι χαράξεις, τα έργα σε χαρτί, αλλά και το αρχειακό υλικό που δείχνει πώς ο Freud δούλευε, διόρθωνε, επέστρεφε και ξανάρχιζε. Η National Portrait Gallery παρακολουθεί έτσι τη διαδρομή του από τις δεκαετίες του 1930 έως τις αρχές του 21ου αιώνα, με σταθερό επίκεντρο την ανθρώπινη μορφή και το πρόσωπο.
Ανάμεσα στα πρόσωπα που εμφανίζονται στην έκθεση βρίσκονται ο David Hockney, ο Francis Bacon, ο Frank Auerbach, αλλά και μέλη της οικογένειάς του, ανάμεσά τους η Kitty Garman, η Caroline Blackwood και τα παιδιά του. Η Bella Freud εμφανίζεται σε δέκα έργα, έχοντας ποζάρει για εκείνον για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, από τα 17 της χρόνια και μετά.
Μέσα σε αυτόν τον κόσμο περνούν και μορφές που σημάδεψαν τη διαδρομή του Freud, από τον Francis Bacon και τον Frank Auerbach μέχρι τον Leigh Bowery, που έγινε μια από τις πιο εκρηκτικές και καθοριστικές παρουσίες του ύστερου έργου του. Η Bella Freud θυμάται επίσης έναν άνθρωπο που, παρότι βαθιά ιδιωτικός και συχνά σιωπηλός, ζούσε με ένταση κάθε σχέση, κάθε έξοδο, κάθε μικρή μετακίνηση έξω από το στούντιο. Είτε επρόκειτο για ένα γρήγορο δείπνο αργά τη νύχτα είτε για ένα ταξίδι, η ζωή γύρω από τη ζωγραφική έμοιαζε να έχει για εκείνον την ίδια ηλεκτρική φόρτιση με την ίδια τη δουλειά.
Η ίδια περιγράφει τον πατέρα της ως «life force and anchor» και θυμάται μια σχέση που δεν χτίστηκε μέσα από μια συμβατική οικογενειακή καθημερινότητα, αλλά μέσα από τα ποζαρίσματα, τις ιστορίες, τα βιβλία και τον χρόνο στο στούντιο. Οπως λέει, τότε ήταν που τον γνώρισε πραγματικά. Θυμάται τις νυχτερινές συνεδρίες, τα διαλείμματα με τσάι, τα γρήγορα δείπνα μετά τις 11 το βράδυ και τις ιστορίες που της έλεγε για το Παρίσι, τη ζωγραφική και τους ανθρώπους του κύκλου του.
Η Bella Freud λέει επίσης πως αυτό που κράτησε περισσότερο από εκείνον ήταν η επιμονή: το να επιστρέφεις σε κάτι που δεν δουλεύει ακόμη, μέχρι να σταθεί μόνο του. Μέσα από τα λόγια της, ο Lucian Freud εμφανίζεται όχι μόνο ως ένας σπουδαίος ζωγράφος, αλλά και ως καλλιτέχνης που δεν εγκατέλειπε ποτέ την εικόνα πριν αυτή αποκτήσει το δικό της βάρος.