Στην αποκατάσταση του νερόμυλου που βρίσκεται στον αρχαιολογικό χώρο της Γόρτυνας προχωρά το υπουργείο Πολιτισμού, με στόχο την επανάχρησή του ως ανοικτό μουσείο.
Το έργο υλοποιείται από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηρακλείου και εντάσσεται στο ευρύτερο πρόγραμμα ανάδειξης του ρωμαϊκού συγκροτήματος του Ωδείου, καθώς και στη συνολική αναβάθμιση των υποδομών του επισκέψιμου αρχαιολογικού χώρου.
Βασική επιδίωξη της παρέμβασης είναι η προστασία και βιώσιμη αξιοποίηση των μνημείων, αλλά και η βελτίωση της προσβασιμότητας για τους επισκέπτες. Η αποκατάσταση χρηματοδοτείται από το Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Κρήτη» του ΕΣΠΑ 2021-2027.
Η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη σημείωσε ότι η ένταξη του νερόμυλου στον επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου σχεδίου συντήρησης και ανάδειξης των μνημείων της περιοχής. Όπως ανέφερε, ο στόχος είναι ο χώρος να λειτουργήσει ως ανοικτό μουσείο αφιερωμένο στην προβιομηχανική κληρονομιά της Κρήτης, παρουσιάζοντας στοιχεία από ιστορικές πηγές και προφορικές μαρτυρίες για τη λειτουργία του μύλου, αλλά και αναφορές σε παρόμοια συγκροτήματα της ευρύτερης περιοχής.
Ο νερόμυλος βρίσκεται κοντά στο Ρωμαϊκό Ωδείο και τη λεγόμενη «Μεγάλη Επιγραφή», με την οποία συνδέεται ιστορικά. Το 1857, η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών εντόπισε στον μύλο των Παναγιώτη και Μανόλη Κουριδάκη την πρώτη λιθόπλινθο της «Μεγάλης Επιγραφής», η οποία σήμερα εκτίθεται στο Μουσείο του Λούβρου.
Ο μύλος παρέμεινε σε λειτουργία μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, ενώ το 1911 τροποποιήθηκε η πορεία του ανοικτού αγωγού ώστε να απομακρυνθούν τα νερά που κατέληγαν στο Ωδείο. Το οικόπεδο όπου βρίσκεται απαλλοτριώθηκε από το υπουργείο Πολιτισμού την περίοδο 2004-2009, ωστόσο το κτήριο δεν εντάχθηκε τότε λειτουργικά στον αρχαιολογικό χώρο και σήμερα δεν είναι επισκέψιμο.
Η ακριβής χρονολόγηση του μύλου, γνωστού και ως μύλος του Σαβουϊδάκη, δεν έχει αποσαφηνιστεί. Τα λίθινα διακοσμητικά στοιχεία στον υδατόπυργο και στην είσοδο θεωρούνται μεταγενέστερα και τοποθετούνται χρονικά στα μέσα του 19ου αιώνα.
Το συγκρότημα διατηρεί τα βασικά χαρακτηριστικά ενός παραδοσιακού νερόμυλου, όπως τη στέρνα, το μυλαύλακο (Γλυκάτο), τον υδατόπυργο, το κεντρικό κτίσμα όπου λειτουργούσε ο μηχανισμός άλεσης, τον υπόγειο χώρο του ζουργιού και δύο μικρούς βοηθητικούς χώρους. Η στέρνα συνδέεται με έναν πετρόχτιστο ανοικτό αγωγό που οδηγεί το νερό στον υδατόπυργο, από όπου διοχετευόταν με πίεση στον μηχανισμό του μύλου.
Το κυρίως κτίσμα περιλάμβανε χώρο αναμονής, πιθανότατα με τζάκι και πεζούλια, καθώς και το εργαστήριο όπου γινόταν η άλεση των σιτηρών. Σήμερα τα κτίσματα σώζονται χωρίς στέγη και βρίσκονται σε ερειπιώδη κατάσταση.
Στο πλαίσιο της ανάδειξης του χώρου προβλέπεται η διαμόρφωση λιθόστρωτου μονοπατιού με μικρές κλίμακες, καθώς και ήπιες παρεμβάσεις με ράμπες και χωμάτινες διαδρομές που θα συνδέουν τον μύλο με τον υπόλοιπο αρχαιολογικό χώρο. Η πρόσβαση θα γίνεται από δύο σημεία, νότια και ανατολικά του συγκροτήματος, σύμφωνα με την αρχιτεκτονική μελέτη που αφορά τη βελτίωση των διαδρομών των επισκεπτών και την ενίσχυση της προσβασιμότητας.
Παρότι τα κτίσματα θεωρούνται χώροι συνάθροισης κοινού, δεν απαιτούνται ειδικές διαμορφώσεις για άτομα με αναπηρία, καθώς το εμβαδόν τους είναι μικρότερο από 70 τετραγωνικά μέτρα. Ωστόσο, έχει προβλεφθεί η δυνατότητα μελλοντικής προσαρμογής ενός τουλάχιστον κτίσματος, εφόσον δημιουργηθεί προσβάσιμη διαδρομή για άτομα με αναπηρία προς τον μύλο.
Επιπλέον, δεν προβλέπονται βοηθητικές εγκαταστάσεις, όπως χώροι υγιεινής ή εκδοτήρια εισιτηρίων, καθώς το συγκρότημα του νερόμυλου θα λειτουργεί ως μέρος του ευρύτερου επισκέψιμου αρχαιολογικού χώρου της Γόρτυνας.