Νευρικός εραστής

Νευρικός εραστής Facebook Twitter
Απογοητευτική η σκηνογραφία της Μυρτώς Λάμπρου, τοποθετεί μια «αληθινή» κερασιά στο βάθος της σκηνής, καθηλώνοντας τη φαντασία μας στο γλυκερό και στο αυτονόητο
0

Δεν υπάρχει τίποτα κωμικό στο να χάνεις την περιουσία σου. Δεν υπάρχει τίποτα κωμικό στο να αποχωρίζεσαι βίαια τον κήπο των παιδικών σου χρόνων. Τον τόπο των ονειροπολήσεων, των αναμνήσεων, των ατέρμονων εξερευνήσεων, των πρώτων και των ύστατων αποχαιρετισμών. Χαχανητά στις κερασιές, φιλιά και στόματα γεμάτα μαρμελάδα βύσσινο. Η ανεπίστρεπτη ανεμελιά, η ανυπολόγιστη ομορφιά, ηλιόλουστες λωρίδες γης ανέγγιχτες από τη μελλοντική συμφορά, κορμοί αγέρωχοι, ολάνθιστο καταφύγιο, δεν θα τα ξαναδείς ποτέ πια.

Δεν υπάρχει τίποτα κωμικό στο να παραμένεις αδρανής, ενώ τα περιθώρια στενεύουν. Να βλέπεις τα χρέη να συσσωρεύονται, τις εναλλακτικές να εξανεμίζονται, τις ελπίδες να γκρεμίζονται κι εσύ να καμώνεσαι πως το κακό θα στρίψει στη γωνία την τελευταία στιγμή: να βυθίζεσαι στην άρνηση, να εθελοτυφλείς. Ποτέ δεν έμαθες να διαχειρίζεσαι τα οικονομικά ζητήματα, δεν εργάστηκες ούτε μία μέρα στη ζωή σου. Πώς θα τα καταφέρεις, άραγε; Ένας από μηχανής θεός;

Δεν υπάρχει τίποτα κωμικό στη συνειδητοποίηση ότι σήμερα βγαίνει στο σφυρί το σπίτι σου. Πηγαινοέρχεσαι αμήχανα, καλείς μια μπάντα πλανόδιων μουσικών να ευθυμήσουν την ατμόσφαιρα, σερβίρεις απεριτίφ, κάνεις ταχυδακτυλουργικά, μιλάς για το παρελθόν, κι όμως, όλη αυτή την ώρα έχεις πλήρη συναίσθηση πως ο βυσσινόκηπος της νιότης σου περνάει σε ξένα χέρια.

Μικρή όαση η παρουσία της Σοφίας Κόκκαλη, η οποία δίνει πνοή και δυναμισμό και χιούμορ στον άχαρο ρόλο της Βάριας.

Και είναι ακόμη λιγότερο κωμική η ανακάλυψη ότι τα αρπακτικά αυτά χέρια ανήκουν στον αγαπημένο σου Λοπάχιν. Το παιδί που μεγάλωσε στο κτήμα μαζί με σένα και την οικογένειά σου, ο τελευταίος κρίκος μιας μεγάλης αλυσίδας δουλοπάροικων που δούλεψαν αυτήν τη γη από πάππου προς πάππον, το αγόρι που ξέφυγε από τη φτώχεια αλλά όχι από την αμορφωσιά, ο μεσήλικας, τώρα, επιχειρηματίας που κέρδισε εκατοντάδες χιλιάδες ρούβλια αλλά νιώθει ακόμη μειονεκτικά απέναντί σας, που περνάει όλες τις μέρες συντροφιά σας, που σας δανείζει απλόχερα όποτε το έχετε ανάγκη, που κρούει εδώ και μήνες τον κώδωνα του κινδύνου δήθεν γεμάτος έγνοια για το μέλλον σας, αυτός είναι ο νέος ιδιοκτήτης του βυσσινόκηπου.

Νευρικός εραστής Facebook Twitter
Ούτε η ερμηνεία της Αμαλίας Μουτούση ως Λιουμπόφ μάς βοηθά να διανύσουμε τη διαδρομή που έχουμε ανάγκη... Φωτ.: Γιάννης Κουσκούτης

Αν λοιπόν δεν υπάρχει τίποτα ή σχεδόν τίποτα κωμικό σε όλα αυτά, τότε γιατί ο Τσέχοφ επέμενε πως το τελευταίο έργο του ήταν «κωμωδία σε τέσσερις πράξεις»; Γιατί θύμωσε με τον Στανισλάφσκι που αγνόησε αυτήν τη διάσταση και, αντιθέτως, έπλασε μια ατμόσφαιρα «κούφιας μελαγχολίας και αποκαρδίωσης» στην παράσταση του 1904, στο Θέατρο Τέχνης της Μόσχας;

 

Προφανώς, η έννοια της κωμωδίας στο τσεχοφικό σύμπαν είναι λίγο διαφορετική. Και δεν εδράζεται μόνον στα φαρσικά στοιχεία ή στις πινελιές παραλόγου που διανθίζουν το κείμενο, αλλά απορρέει από μια βαθύτερη αίσθηση αντίστασης σε κάθε μελοδραματική και επιτηδευμένη καταδίκη της ζωής διαμέσου ενός «κλαψιάρικου» θεάτρου, που διατυμπανίζει βαρύγδουπα τη δραματικότητα και τη «σοβαρότητά» του. Η απώλεια του βυσσινόκηπου διαγράφεται οδυνηρή αλλά όχι τραγική. Το αντίθετο: κρίνεται μάλλον απαραίτητη για την ψυχική απελευθέρωση των ηρώων. «Πραγματικά, όλα είναι καλά τώρα. Προτού πουληθεί ο βυσσινόκηπος, ανησυχούσαμε όλοι μας, υποφέραμε, κι ύστερα, όταν το πρόβλημα λύθηκε οριστικά και αμετάκλητα, όλοι μας ηρεμήσαμε, ευθυμήσαμε κιόλας... κι εσύ, Λιούμπα, φαίνεσαι καλύτερα τώρα, δίχως καμία αμφιβολία», λέει στην τέταρτη πράξη ο αδελφός της, ο Γκάγεφ. «Αρχίζει μια καινούργια ζωή, μαμά!» επιμένει η νεαρή Άνια, έτοιμη να ενεργοποιήσει όλες τις δυνατότητες που απλώνονται μπροστά της. Αυτή είναι η κωμωδία του Τσέχοφ: ένα άνοιγμα στο επερχόμενο, στο πιθανό, στο ανεξάντλητο· μια συμφιλίωση με τα τραύματα και τις καταστροφές· μια εκκίνηση προς το Άλλο, που είναι πάντοτε εκεί και μας περιμένει.  

Νευρικός εραστής Facebook Twitter
Φωτ.: Γιάννης Κουσκούτης
Νευρικός εραστής Facebook Twitter
O Έκτορας Λυγίζος επιλέγει σαφώς και εκκωφαντικώς την κατεύθυνση της κωμωδίας. Φωτ.: Γιάννης Κουσκούτης

Υπάρχει προφανώς κάποιο σεβαστό αντίτιμο που πρέπει να καταβληθεί για μια τέτοια κατάκτηση: ένα κομμάτι του εαυτού, των ταυτίσεων, των ψευδαισθήσεων, των κεκτημένων αναπόφευκτα θα θυσιαστεί. Μονάχα αν οι ήρωες απαρνηθούν τον βυσσινόκηπο είναι εφικτή μια ουσιαστική μετατόπιση, μια ευεργετική αλλαγή.¹ Και είναι αυτή η κίνηση, με όλα τα αντικρουόμενα συναισθήματα που γεννά, την οποία καλούμαστε να ακολουθήσουμε κι εμείς ως θεατές, προκειμένου ν’ αποχαιρετήσουμε τους δικούς μας βυσσινόκηπους.

 

Πιστός στην απαίτηση του συγγραφέα, αλλά και στη μακρά σκηνοθετική παράδοση που ξεκίνησε το 1928 με την παράσταση της Eva Le Gallienne, ο Έκτορας Λυγίζος επιλέγει σαφώς και εκκωφαντικώς την κατεύθυνση της κωμωδίας. Τόσο σε επίπεδο σωματικό όσο και σε επίπεδο εκφοράς του λόγου, η αίσθηση είναι πάντοτε εκείνη της ελαφρότητας, του παιχνιδιού, της αγαρμποσύνης και όλων των απότοκών τους: άνθρωποι που σκοντάφτουν, πέφτουν (ή παρ’ ολίγον), σκαρφαλώνουν στον καναπέ, κάθονται, σηκώνονται, μπαινοβγαίνουν, φλυαρούν, τιτιβίζουν, «εκφωνούν», ειρωνεύονται, χαϊδεύονται (φωνητικώς), καλπάζουν, προσπερνούν, εξαφανίζονται, επανεμφανίζονται κ.ο.κ. Αντιστρόφως, σε άλλες στιγμές, μένουν ακίνητοι, παραταγμένοι στον καναπέ, παραδομένοι σε ατελείωτες συνομιλίες, λες και δεν υπάρχει κόσμος έξω από το καθιστικό της Λιουμπόφ, λες και ο χρόνος σταμάτησε εκεί, σε αυτήν τη βιβλιοθήκη-κειμήλιο που φτιάχτηκε πριν από εκατό χρόνια.

Και είναι πολύ «νόμιμα» κι ευχάριστα όλα αυτά, πραγματικά η δράση εκτυλίσσεται by the book, όμως κάτι παράξενο συμβαίνει, η ώρα περνάει και βρισκόμαστε διαρκώς στο ίδιο σημείο. Καμία αυξομείωση εντάσεων, καμία περιδίνηση, κανένας κλυδωνισμός, αλλά και σχεδόν κανένα ενδιαφέρον. Δεν είναι απλώς ότι όλα κινούνται στον ίδιο τόνο, στην ίδια λογική· είναι και ότι τόση «ευθυμία» δεν αντέχεται, χωρίς μια ρωγμή, μια κατολίσθηση, μια συνάντηση με το δραματικό υπόβαθρο της απώλειας, του πένθους, της επώδυνης αναπροσαρμογής, που σιγοβράζουν κάτω από τα χαρωπά πηγαινέλα.

Νευρικός εραστής Facebook Twitter
Φωτ.: Γιάννης Κουσκούτης

Αναλαμβάνοντας ο ίδιος τον πιο προκλητικό και πολύπλοκο ρόλο του έργου, τον Λοπάχιν, ο σκηνοθέτης επιχειρεί μια «μοντέρνα» στροφή στην οπτική του, και είναι αυτή, ενδεχομένως, η μόνη έκπληξη που έχει να μας προσφέρει η παράσταση. Πλάθει δηλαδή έναν Λοπάχιν κατεξοχήν νευρωτικό, αεικίνητο, αμήχανο, που σκοντάφτει στη φλοκάτη-αρκούδα, που ομιλεί και χειρονομεί με «γωνίες», που δεν νιώθει άνετα πουθενά, που κατατρώγεται από τις ανασφάλειες και τα συμπλέγματά του. Περισσότερο «νευρικός εραστής» παρά οτιδήποτε άλλο (όπως αποδεικνύεται από την πολύ μελετημένη σκηνή όπου δεν κάνει πρόταση γάμου στη Βάρια), ο γουντιαλενικός αυτός τύπος δεν δύναται, δυστυχώς, να πείσει ούτε ως (πρώην) χωριάτης, ούτε ως νυν επιχειρηματίας που κερδίζει λεφτά με τη σέσουλα.

Η νεύρωση δεν αρκεί. Την κρίσιμη στιγμή της κορύφωσης, όταν ο Λοπάχιν ανακοινώνει αιφνιδιαστικά στην οικογένεια «εγώ τον αγόρασα!» (τον θρυλικό βυσσινόκηπο), παρατηρούμε, φυσικά, τη διεγερμένη αμφιθυμία του (τη μια στιγμή λέει «Είμαι το αφεντικό» και την επόμενη ζητάει συγγνώμη για να πάει προς την πόρτα, συμπεριφορά που συνοψίζει εύστοχα τον ψυχικό κόμπο του), αλλά πέραν τούτου δεν αισθανόμαστε τίποτε: μας αφήνει αδιάφορους δηλαδή τόσο η είδηση της «προδοσίας» όσο και το γεγονός ότι κάτι πολύτιμο και αναντικατάστατο χάθηκε διά παντός, παραδόθηκε στην «ανάπτυξη» και τώρα θα κοπεί σε δεκάδες κομματάκια για εμπορική εκμετάλλευση.

Ούτε η ερμηνεία της Αμαλίας Μουτούση ως Λιουμπόφ μάς βοηθά να διανύσουμε τη διαδρομή που έχουμε ανάγκη: αν η, μάλλον αναμενόμενη, είσοδός της τη βρίσκει να οργώνει εκστασιασμένη το καθιστικό, να σκαρφαλώνει στα μαξιλάρια, να αγκαλιάζει μανιωδώς τις κόρες της, με τα μακριά μαλλιά της να ανεμίζουν, σαν κοριτσάκι, στις επόμενες πράξεις δεν υπάρχει σχεδόν καμία ένδειξη που να φανερώνει την αυξανόμενη πολυπλοκότητα της συναισθηματικής θέσης της, εκτός ίσως φευγαλέα στο τέλος της τρίτης πράξης, όταν κλαίει παρηγορούμενη από τη μικρή της κόρη. Φαίνεται πως η αγωνία για τη συντήρηση του «κωμικού», ανάλαφρου κλίματος εγκλώβισε την ηθοποιό σε μια αντι-δραματική στάση, ξορκίζοντας κάθε πιθανότητα γόνιμης σύνδεσης με τον ρόλο και τις συγκινησιακές ροές που τον κατακλύζουν.

Νευρικός εραστής Facebook Twitter
Φωτ.: Γιάννης Κουσκούτης
Νευρικός εραστής Facebook Twitter
Φωτ.: Γιάννης Κουσκούτης

Μικρή όαση η παρουσία της Σοφίας Κόκκαλη, δίνει πνοή και δυναμισμό και χιούμορ στον άχαρο ρόλο της Βάριας, ενώ ο Γκάγεφ του Γιάννη Κλίνη αναδύεται ως απολαυστικός drama king. Φρέσκος και αναζωογονητικός ο Γιώργος Ζιάκας, Gen-Z υπηρέτης Γιάσα που δεν βρίσκει ησυχία πουθενά.

Απογοητευτική η σκηνογραφία της Μυρτώς Λάμπρου, τοποθετεί μια «αληθινή» κερασιά στο βάθος της σκηνής, καθηλώνοντας τη φαντασία μας στο γλυκερό και στο αυτονόητο, εντύπωση που επιδεινώνεται σε συνεργασία με τους ποιητικοφανείς φωτισμούς αισθητικής καρτ ποστάλ («ανατολή-πορτοκαλί»/«σούρουπο-μοβ») του Δημήτρη Κασιμάτη.

Ουδέποτε κατανοούμε τι σηματοδοτεί ο βυσσινόκηπος στο μυαλό του σκηνοθέτη και των συντελεστών της παράστασης, ουδέποτε θρηνούμε για την απώλειά του, ουδέποτε ερχόμαστε σε επαφή με την όποια επιθυμία μπορεί να κρύβεται πίσω από το ανέβασμα του εμβληματικού αυτού έργου σήμερα: η σκηνοθετική επιδερμικότητα μάς το παραδίδει με ωραίο περιτύλιγμα αλλά ουσιαστικά ανέγγιχτο.

Δείτε περισσότερες πληροφορίες για την παρασταση εδώ

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LIFO

 
Θέατρο
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Κωνσταντίνος Σκουρλέτης: «Πώς γίνεται να μην παρατηρείς όσα συμβαίνουν γύρω σου και να μην τα εισάγεις στην τέχνη σου;»

Θέατρο / Ένας από τους καλύτερους σκηνογράφους μας είναι μόλις 31 ετών

Λίγο προτού ανέβει το «Τζένη Τζένη», ο Κωνσταντίνος Σκουρλέτης της ομάδας bijoux de kant, του φιλμικού σύμπαντος του Βασίλη Κεκάτου, των αριστουργηματικών κόσμων του Γκολντόνι αλλά και της Μαρίνας Σάττι, αποκωδικοποιεί την ανοδική του πορεία.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ο Θωμάς Μοσχόπουλος μιλά για το «Shopping and Fucking»

Θέατρο / «Shopping and Fucking»: Έτσι στήθηκε μια από τις πιο σοκαριστικές παραστάσεις των ’90s

Ο σκηνοθέτης Θωμάς Μοσχόπουλος θυμάται τις συνθήκες και την απήχηση της παράστασης του θεάτρου Αμόρε την περίοδο 1996-97 που υπήρξε ένα από τα πιο προκλητικά έργα που ανέβηκαν στην Αθήνα.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Όλη η ζωή του Άντον Τσέχοφ οδήγησε στον «Βυσσινόκηπο»

Θέατρο / Όλη η ζωή του Aντόν Τσέχοφ οδήγησε στον «Βυσσινόκηπο»

Αναμένοντας τις δύο πρεμιέρες του «Βυσσινόκηπου» που θα ανέβουν στο Εθνικό Θέατρο και στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, διαβάζουμε για τη ζωή του σπουδαίου Ρώσου συγγραφέα και την ιστορία του τελευταίου του έργου.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Τι θα γίνει αν ανέβω στο πιο ψηλό βουνό;

Θέατρο / Τι θα γίνει αν ανέβω στο πιο ψηλό βουνό;

Στην «Αχόρταγη σκιά» του Μαριάνο Πενσότι ο Γιάννης Νιάρρος και ο Κώστας Νικούλι υποδύονται δύο ορειβάτες. Η κατάκτηση της κορυφής, η πτώση, η μνήμη, η φιγούρα του πατέρα ζωντανεύουν σε ένα συναρπαστικό έργο.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
73 λεπτά με τη Βίκυ Βολιώτη

Θέατρο / «Βίκυ, πώς το έκανες αυτό;»

Η Βίκυ Βολιώτη είναι η μοναδική γνωστή Ελληνίδα ηθοποιός όπου, χωρίς προηγούμενη εμπειρία με το χορό, κατόρθωσε να περάσει τις αυστηρές οντισιόν για την παράσταση «Kontakthof». Πώς τα κατάφερε; Και τι σημαίνει να είσαι μέλος ενός θιάσου που ζει στον κόσμο της Πίνα Μπάους;
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
«Το ξενοδοχείο “Η νύχτα που πέφτει”»: Ένα άγνωστο έργο του Νάνου Βαλαωρίτη ανεβαίνει στον Πειραιά

Θέατρο / Ένα άγνωστο έργο του Νάνου Βαλαωρίτη ανεβαίνει στον Πειραιά

Το «Ξενοδοχείο "Η νύχτα που πέφτει"», μια μοντέρνα και σουρεαλιστική προσέγγιση του «Ρωμαίου και της Ιουλιέτας», που έγραψε και ανέβασε στο Παρίσι το 1959 ο Έλληνας ποιητής, παρουσιάζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Ανέστης Αζάς: «Πρέπει ν' αφήσουμε πίσω μας την αντρίλα»

Θέατρο / Ανέστης Αζάς: «Πρέπει ν' αφήσουμε πίσω μας την αντρίλα»

Ο διακεκριμένος σκηνοθέτης ανεβάζει μια παράσταση για τον πατέρα, όσα γνωρίζουμε για την ανατροφή, την πατριαρχία, το διαφορετικό μεγάλωμα αγοριών και κοριτσιών και πώς επηρεάζονται οι ζωές και οι κοινωνίες από αυτήν τη συνθήκη.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ
Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου

Οι Αθηναίοι / Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου: «H νέα μου ζωή άρχισε στο ΚΑΤ»

Ήρθε από την Τασκένδη, ήθελε να γίνει νευροεπιστήμονας αλλά τελικά την κέρδισε η ηθοποιία. Ένα ατύχημα έκοψε τη ζωή της στα δύο. Ξεκίνησε πάλι, δεν είδε ποτέ την αναπηρία της μοιρολατρικά και έγινε μια από τις πιο αγαπημένες ηθοποιούς της Ελλάδας. Η Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου αφηγείται τη ζωή της στη LifO.
ΑΡΓΥΡΩ ΜΠΟΖΩΝΗ