H Κάρολιν Μπεσέτ Κένεντι, πέρα από σκόρπιες δηλώσεις σε ενοχλητικά μικρόφωνα, δεν έδωσε ποτέ μια κανονική συνέντευξη. Η βραχνή φωνή της καταγράφηκε σε δύο μόνο περιστάσεις, που δεν ξεπερνούσαν συνολικά τα 40 δευτερόλεπτα. Κι όταν έφυγε από τη ζωή στα 33 της χρόνια, η δημόσια περσόνα της δεν μετρούσε παραπάνω από πέντε χρόνια ζωής. Κι όμως, από τις ερωτικές ιστορίες της εποχής πριν από τα κινητά τηλέφωνα και το διαδίκτυο, η δική της είναι από τις πιο προβεβλημένες.
Αυτό το κορίτσι που οι σημερινοί 30άρηδες δεν γνώρισαν ποτέ στην αστρική του φάση, τότε που έσπερνε trends στη μόδα των ’90s και απασχολούσε σοβαρά media και αδηφάγα tabloid με τον ταραχώδη δεσμό και τον γάμο της με τον Τον Κένεντι Τζούνιορ, λατρεύεται σήμερα από τη διεθνή κοινή γνώμη σαν σύγχρονο είδωλο.
Θραύσματα της φωτογενούς της εικόνας ξεπετάγονται από παντού, αναθερμαίνοντας το saga του αμερικάνικου Camelot: Τα περιοδικά μόδας την παρουσιάζουν ως ενσάρκωση του ύφους της «ήσυχης πολυτέλειας», fashion brands την καρφιτσώνουν στα moodboards των νέων συλλογών τους, βιντεάκια στο TikTok δίνουν συμβουλές για το πώς να πετύχει κανείς το στυλ της (ουδέτεροι τόνοι, ήσυχες γραμμές, διακριτικό glam και απουσία εμφανούς ετικέτας) και το Instagram έχει κανονική εμμονή μαζί της.
«Το γεγονός ότι ενάλλασσε τα ίδια κομμάτια-κλειδιά, δείχνει πόσο μοντέρνα ήταν. Με τη σιγουριά που απέπνεε, ένιωθες πως αγαπούσε τα ρούχα της, ακόμα κι αν ήταν τζιν, μακό και (Prada) σανδάλια. Είχε αυτό το “κάτι” που θέλουν όλοι».
Κι όμως, τώρα, όπως και όσο ζούσε, η Κάρολιν παραμένει μια άγνωστη, με τις ιστορίες να την περιγράφουν είτε ως ένα νέο κορίτσι αμάθητο στη φήμη –η εκδοχή των φίλων της– είτε ως μια απόμακρη, χειριστική γυναίκα που τύλιξε στα δίχτυα της τον πρίγκιπα της Αμερικής. Τη νέα υστερία πυροδότησε η δραματική σειρά εννέα επεισοδίων «Love Story» του Ράιαν Μέρφι –δημιουργού εθιστικών τηλεοπτικών προϊόντων, που σπάνε το ένα μετά το άλλο τα ρεκόρ τηλεθέασης– όπου εξιστορείται η θυελλώδης σχέση και ο γάμος της Κάρολιν με τον πολύφερνο γιο του Τζον Κένεντι και της Τζάκι.
Το πρώτο επεισόδιο του «Love Story: John F. Kennedy Jr. and Carolyn Bessette», όπως είναι ο πλήρης τίτλος της σειράς, μας συστήνει ένα εργαζόμενο κορίτσι στις αρχές των ’90s που ξυπνά αναμαλλιασμένο σε ένα ακατάστατο διαμερισματάκι στο κέντρο του Μανχάταν, ντύνεται βιαστικά, τρέχει προς το μετρό μ’ ένα τσιγάρο στο χέρι και μπαίνει στο γραφείο της συζητώντας με μια φίλη για το προηγούμενο βράδυ τους σε ένα γνωστό κλαμπ. Όλα αυτά προτού γνωρίσει τον Τζον.
Η σειρά, όπως και η βιογραφία «Μια φορά κι έναν καιρό: H συγκλονιστική ζωή της Κάρολιν Μπεσέτ Κένεντι» της Ελίζαμπεθ Μπέλερ στην οποία βασίστηκε, απομονώνουν κάποια χρόνια από τη ζωή της Μπεσέτ ως ένα κεφάλαιο στο παραμύθι της εκλεκτής φυλής των Κένεντι. Το κοινό, πάντως, και ιδιαίτερα ο κόσμος της μόδας, είδε ένα διαφορετικό παραμύθι – μιας Νεοϋορκέζας Σταχτοπούτας που προτού παντρευτεί τον γόνο ΤΗΣ αμερικανικής πολιτικής δυναστείας, με ένα σατέν μισοφόρι του κολλητού της, Narciso Rodriguez, και γίνει παντού πρωτοσέλιδο, ζούσε το αμερικάνικο όνειρο στην καρδιά του κόσμου.
Παρότι ο ταμπλόιντ Τύπος της εποχής την περιέγραφε περίπου σαν μια κυνική επιτήδεια που χρησιμοποιούσε τη δουλειά της ως μέσο κοινωνικής αναρρίχησης για να βρει έναν καλό γαμπρό, η αλήθεια της ήταν πιο κοντά στο προφίλ μιας αυτοδημιούργητης γυναίκας στην αξιοκρατική Νέα Υόρκη εκείνων των ημερών. Έτσι επιλέγει να τη σκιτσάρει και η σειρά: Ένα cool downtown girl, ανεξάρτητο και αδέσμευτο, που κάπνιζε, διασκέδαζε στα κλαμπ και κοιμόταν με ένα μοντέλο εσωρούχων (τον Μάικλ Μπέργκιν), ενώ εργαζόταν στον Calvin Klein κερδίζοντας κάθε μέρα μικρές μάχες χάρη στο στυλ και την τολμηρή της σκέψη.
Η Κάρολιν –ή CBK, όπως την αποκαλούσαν τα media– είχε γεννηθεί το 1966 στο Γουάιτ Πλέιν (ένα εσωτερικό προάστιο της Νέας Υόρκης) και είχε μεγαλώσει στο Γκρίνουϊτς του Κονέκτικατ. Το 1983 ψηφίστηκε ως «Το απόλυτο όμορφο άτομο» στο ετήσιο λεύκωμα του σχολείου της, ενώ στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης ήταν η σταρ στο ημερολόγιο του 1988. Αποφοιτώντας, εργάστηκε για λίγο ως βοηθός πωλήτρια στην μπουτίκ του Calvin Klein, προτού αναβαθμιστεί σε υπεύθυνη δημοσίων σχέσεων του brand στη Νέα Υόρκη και σε προσωπική φίλη του σχεδιαστή στην πιο επιδραστική εποχή του οίκου.
Ο Τζον από την άλλη βίωνε μια αβάσταχτη περιπλοκότητα στην οποία τη συμπαρέσυρε. «Μου έλεγε ότι είναι δυο άτομα ταυτόχρονα», θυμάται ο ιστορικός Στίβεν Γκίλον, στενός φίλος του Κένεντι από τα φοιτητικά τους χρόνια στο Brown. «O Τζον, ένα τυπικό –παρότι προνομιούχο– μέλος της γενιάς του, αλλά και ο ρόλος που έπαιζε σε όλη του τη ζωή, ο Τζον Φιτζέραλντ Κένεντι Τζούνιορ, ο γιος ενός δολοφονημένου προέδρου».
Η απλότητα και το άψογο cut των ρούχων ήταν το μυστικό της υπεροχής της: Άσπρα πουκάμισα ή μαύρα αμάνικα τοπ, separates σε αποχρώσεις του ίδιου χρώματος, άψογα συνδυασμένα, μοκασίνια (αλλά και Converse με φόρμες γυμναστικής σε νεότερη ηλικία), κοκάλινες στέκες, bootcut Levi’s 517, μαύρα φορέματα σε ίσια γραμμή και μαύρα μακριά παλτό, μαζί με ένα Tank Cartier και μια ταλαιπωρημένη Birkin 40 αποτελούσαν τον κορμό της γκαρνταρόμπας της. Αγαπούσε τον Ralph Lauren, την Jil Sander, τον Yohji Yamamoto και, φυσικά, τον Calvin Klein. «Είχε το στυλ αγοροκόριτσου», σύμφωνα με έναν φίλο της. «Δεν απέπνεε χλιδή, αλλά πολυτέλεια», παρατηρεί ο σχεδιαστής παπουτσιών Manolo Blahnik. «Το γεγονός ότι ενάλλασσε τα ίδια κομμάτια-κλειδιά, δείχνει πόσο μοντέρνα ήταν. Με τη σιγουριά που απέπνεε, ένιωθες πως αγαπούσε τα ρούχα της, ακόμα κι αν ήταν τζιν, μακό και (Prada) σανδάλια. Είχε αυτό το “κάτι” που θέλουν όλοι». Υπήρξε, με άλλα λόγια, ένα ίνδαλμα της μόδας που το στυλ της είναι σήμερα πιο επίκαιρο από ποτέ.
Η Κάρολιν Μπεσέτ που ερωτεύτηκε ο Τζον Κένεντι, με τα αχτένιστα καστανά μαλλιά με τις χάλκινες τούφες, το μίνιμαλ στυλ και την πικάντικη κοινωνική ζωή, εκφράζει ολοζώντανα μέσα από την οθόνη τη δυναμική των ’90s, μιας εποχή που οι στιγμές βιώνονταν δυνατά, το τυχαίο ήταν εφικτό και η ιδιώτευση επίσης.
Η νοσταλγία που αφύπνισε η σειρά ερμηνεύει και την επιτυχία της. Άτομα που γεννήθηκαν στις αρχές των 2000s και δεν γεύτηκαν ποτέ αυτήν τη ζωή, και σημερινοί 40+ που θα έδιναν τα πάντα για να επιστρέψουν στα χρόνια των Portishead, των Oasis και της Γκουίνεθ Πάλτροου που έβγαινε με τον Μπραντ Πιτ, δεν είδαν στην Μπεσέτ του «Love Story» μόνο την επιτομή των cool ’90s. Αναγνώρισαν και λαχτάρισαν πτυχές ενός κόσμου για πάντα χαμένου, με ελεύθερο σεξ, ευκαιρίες και fun.
Περνώντας το κατώφλι του πλανήτη των Κένεντι, η Κάρολιν αποχαιρέτισε αυτόν τον κόσμο κι έχασε τον εαυτό της. Επιστρέφοντας από το ταξίδι του μέλιτος στην Τουρκία, η νεαρή νύφη μεταμορφώθηκε σε σκιά και κλείστηκε σε ένα λοφτ τής TriBeCa. Οι παπαράτσι δεν είδαν ξανά το χαμόγελό της, ο Τύπος δεν της πήρε κουβέντα, τα μαλλιά της γίνονταν ολοένα πιο ξανθά («βουτυρένιο ξανθό» αποκαλούσε το χρώμα ο colorist της), τα ρούχα της πιο αυστηρά.
«Στην Αμερική, οι Κένεντι καταλαμβάνουν έναν χώρο ανάμεσα στη βρετανική βασιλική οικογένεια και την ελληνική τραγωδία. Ενσαρκώνουν μια ιστορία αβάσταχτης λάμψης που ραγίζει από θεάματα δημόσιου πένθους», σημείωσε ο «Guardian». Ο Πολ Άντονι Κέλι και η Σάρα Πίτζεον, οι πρωταγωνιστές του «Love Story», αναβιώνουν ένα κεφάλαιο αυτής της ιστορίας με τον έρωτα, τον γάμο και τον θάνατό τους, όταν το αεροπλάνο που πιλοτάριζε ο Τζον, με επιβάτες την Κάρολιν και την αδελφή της, Λόρεν, έκανε βουτιά στον Ατλαντικό στα ανοιχτά του Μάρθας Βίνεγιαρντ.
«Δεν ήταν πρίγκιπας, ούτε εκείνη Σταχτοπούτα, όσο κι αν ο Τύπος τούς χάιδευε ως ζευγάρι του παραμυθιού», έγραφε η «Vogue» στα μέσα Φεβρουαρίου. «Το αντίθετο. Η Κάρολιν φορούσε στέκες κι όχι τιάρα και ο Τζον οδηγούσε ποδήλατο. Ζούσαν σε ένα ρετιρέ, όχι μια έπαυλη, με ένα μαύρο Saab παρκαρισμένο στο πεζοδρόμιο. Όλα αυτά, όμως, τους έκαναν πολύ πιο συναρπαστικούς από ό,τι ένα ζευγάρι των παραμυθιών. Αν συνυπολογίσεις το στοιχείο του μοντέρνου στη μαγική τους εξίσωση ζευγαριού (νιάτα + ομορφιά + χρήματα + ισχύς + φήμη + ανατροφή + στυλ), θα καταλάβεις τι αντιπροσώπευαν οι δυο τους: Τη δύναμη να αιχμαλωτίζουν τη συλλογική φαντασία και να γίνονται –για το καλύτερο και το χειρότερο– το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, ανεξαρτήτως εποχής».