Υπάρχει μια όψη της ισπανικής τέχνης που δεν χτίστηκε πάνω στο φως, αλλά πάνω στη σκιά. Μια όψη γεμάτη ακέφαλους αγίους, σώματα σε αποσύνθεση, κρύπτες, αίμα και μορφές που κοιτούν τον θάνατο κατάματα.
Αυτήν ακριβώς τη σκοτεινή και συχνά παραμελημένη παράδοση φέρνει ξανά στο προσκήνιο το Espana macabra, η νέα μελέτη των Gorka Lopez de Munain και Miriam Beltran Valiente.
Το βιβλίο παρακολουθεί την εικονογραφία του θανάτου στην Ισπανία από τον 13ο έως τον 18ο αιώνα και συγκεντρώνει ένα υλικό που δύσκολα περνά απαρατήρητο: γλυπτά με σώματα που αποσυντίθενται, μπαρόκ μαρτύρια με κομμένα κεφάλια, πίνακες με κρανία, φθαρμένα πρόσωπα και εικόνες που φέρνουν τη σωματική παρακμή στο κέντρο του βλέμματος. Η πρώτη εντύπωση είναι πως πρόκειται για μια τέχνη φτιαγμένη να σοκάρει. Η ανάγνωση των δύο ερευνητών, όμως, είναι πιο σύνθετη.
Για τους ίδιους, αυτή η μακάβρια αισθητική δεν υπηρετούσε μόνο τον φόβο. Σε εποχές πολέμων, πανώλης, πείνας και μόνιμης ανασφάλειας, λειτουργούσε και ως ένας τρόπος να δοθεί μορφή στον θάνατο και άρα να γίνει πιο υποφερτός. Πίσω από τη φρίκη, υποστηρίζουν, υπήρχε και μια υπόσχεση σωτηρίας, μια απόπειρα συμφιλίωσης με το αναπόφευκτο.
Ανάμεσα στα έργα που ξεχωρίζουν είναι γλυπτά του 16ου αιώνα που παρουσιάζουν τη μορφή του Θανάτου ως σώμα σε αποσύνθεση, αλλά και μπαρόκ απεικονίσεις μαρτυρίων, όπου κεφάλια αγίων τοποθετούνται σε βάθρα με ανατριχιαστική λεπτομέρεια.
Σε άλλα έργα, οι πληγές, τα κομμένα μέλη και τα ίχνη του αίματος συνυπάρχουν με πρόσωπα γαλήνια, σχεδόν φωτεινά. Εκεί βρίσκεται και μια από τις πιο δυνατές αντιφάσεις αυτής της παράδοσης: όσο πιο βίαιη είναι η εικόνα, τόσο πιο ήρεμη μοιάζει συχνά η έκφρασή της.
Το Espana macabra περνά και από τις περίφημες vanitas, τις μπαρόκ νεκρές φύσεις με κρανία, κλεψύδρες, μαραμένα λουλούδια και σβησμένα κεριά, που μιλούσαν για την ευθραυστότητα της ζωής. Μαζί με αυτές, επιστρέφουν στο προσκήνιο και λιγότερο γνωστά έργα, όπως η μορφή ενός νεκρού εκκλησιαστικού σε προχωρημένη αποσύνθεση στην κρύπτη του καθεδρικού της Σεγόβιας, μια εικόνα που δύσκολα ξεχνιέται.
Η αξία του βιβλίου δεν βρίσκεται μόνο στο θέμα του, αλλά και στον τρόπο που διαβάζει ξανά αυτό το υλικό. Δεν βλέπει αυτά τα έργα ως υπερβολές μιας σκοτεινής εποχής, αλλά ως έναν τρόπο να καταλάβει κανείς πώς μια κοινωνία έζησε με τον θάνατο πολύ πιο κοντά απ’ όσο τον ζούμε σήμερα.
Και ίσως γι’ αυτό το βιβλίο ξαναφέρνει τώρα αυτές τις εικόνες στο προσκήνιο: επειδή θυμίζει ότι η τέχνη του τρόμου δεν μιλούσε πάντα μόνο για φόβο, αλλά και για την ανάγκη να αντέξεις αυτό που δεν μπορείς να αποφύγεις.
με στοιχεία από την El Pais