Στο Ινστιτούτο Τέχνης του Σικάγο βρίσκεται το πορτρέτο μιας εξαιρετικά επιβλητικής γυναίκας από τον σπουδαίο καλλιτέχνη της Εδουαρδιανής εποχής Τζον Σίνγκερ Σάρτζεντ. Στέκει ευθυτενής, με αυθάδικο βλέμμα, ακουμπώντας το ένα της χέρι πάνω σε μια μεταξωτή ροζ πολυθρόνα και το άλλο στον γοφό, με μια τιάρα στα κοκκινωπά της μαλλιά, ντυμένη με έναν γυαλιστερό αφρό υφασμάτων σε τόνους του ασημιού και του ροδάκινου. Πρόκειται για την κυρία Τζορτζ Σουίντον, γνωστή ως Έλσι, προικισμένη μέτζο σοπράνο και κοσμική οικοδέσποινα, γεννημένη στην Αγία Πετρούπολη· είναι η προγιαγιά της Τίλντα Σουίντον.
«Ήταν το πολικό μου αστέρι», έχει πει παλιότερα η Τίλντα, που μεγάλωσε απομονωμένη στα Χάιλαντς, βλέποντας τη λαμπερή της πρόγονο σε δυο σκίτσα του Σάρτζεντ πάνω από την τηλεόραση. «Η αυτοκυριαρχία που αντιπροσώπευε, η λάμψη της ανυπότακτης φύσης της, με φώτιζε και με γείωνε». Τις μέρες της εφηβείας της που έμοιαζαν να επαναλαμβάνονται, που περπατούσε ως το χωριό, δυόμισι μίλια δρόμο, και έπαιζε κροκέ με τα αδέλφια της, με τον μπαμπά της να διαβάζει τον «Ιβανόη», ενώ ονειρευόταν μια ζωή πιο πλατιά και ανήσυχη, γεμάτη ταξίδια και τέχνη, η Έλσι (μέσα από τις σημειώσεις του ημερολογίου της) λειτούργησε ως μια προειδοποίηση να μην παγιδευτεί. «Ήταν μια από τις πρώτες μου εμπειρίες συντροφικής συνύπαρξης με καλλιτέχνες», θα έλεγε η Τίλντα χρόνια αργότερα, «παρούσα (έστω και ως φάντασμα) στην αδελφότητα των αποστατών και των φρικιών στην οποία αποζητούσα να ανήκω».
Οι δημόσιες εμφανίσεις της σε ντεφιλέ, πρεμιέρες και εκδηλώσεις τέχνης προξενούν πάντα μια παύση στην οχλοβοή, προσφέροντας στιγμιότυπα που αναπαράγονται, σαν εικαστικά installations μόδας.
Συνεπής σε εκείνο το όνειρο, η Σουίντον χόρεψε ανάμεσα σε φαντασιώσεις και εμμονές, με εκστατικά βήματα προς το μέλλον, κουβαλώντας πάντα σαν δεύτερο εαυτό ένα απόκοσμο τσίρκο χαρακτήρων, στους οποίους επανερχόταν με πειραματισμούς και ενσαρκώσεις: οι ιέρειες του σουρεαλισμού Λι Μίλερ και Λεονόρα Κάρινγκτον, η ποιήτρια λαίδη Ίντιθ Σίτγουελ (πανύψηλη και οστεώδης όπως η ίδια), ο Ντέιβιντ Μπόουι στο «Ο άνθρωπος που έπεσε στη Γη», όλες οι φιγούρες από τους πίνακες του Σάρτζεντ («πρόσωπα έντονα, αψήφιστα, αξιοπρεπή, με τρόπους ζωής υπό εξαφάνιση στο γύρισμα του αιώνα») και μουστακαλήδες Σκωτσέζοι στρατηγοί (σαν τον πατέρα της, που υπηρέτησε στη Φρουρά της Βασίλισσας).
Συνοδοιπόροι της σε αυτό το ταξίδι ήταν μια χούφτα αδελφές ψυχές, queer στην πλειοψηφία τους δημιουργοί, στους οποίους καθρεφτιζόταν το δικό της ανορθόδοξο βλέμμα στον κόσμο. Από τον Πίτερ Γκρίναγουεϊ, τη Σάλι Πότερ και τον Πίτερ Γουόλεν ως τον Γουές Άντερσον, τη Λιν Ράμσεϊ και την Τζοάνα Χογκ, η Τίλντα προσφέρθηκε ως καλλιτεχνικό εργαλείο και μούσα σε έναν queer κόσμο που τον ονόμασε οικογένεια. Δούλεψε με τον Τζιμ Τζάρμους, τον Γουές Άντερσον και τον Λούκα Γκουαντανίνο (σε τέσσερις και πέντε ταινίες με τον καθέναν τους), αποζητώντας πάντα τη «μαγεία του συλλογικού και την ευαισθησία του πειραματισμού» που αισθάνθηκε δίπλα στον πρώτο της δάσκαλο, τον θρυλικό Ντέρεκ Τζάρμαν, με τον οποίο δημιούργησαν οκτώ ταινίες σε επτά χρόνια και παρέμειναν στενοί φίλοι ως τον θάνατό του από επιπλοκές που σχετίζονταν με το AIDS το 1994. Στους «σωματοφύλακές» της προστέθηκαν αργότερα ο Μπονγκ Τζουν-χο και ο Πέδρο Αλμοδόβαρ, με τον οποίο πρωτοσυναντήθηκαν σε ένα πάρτι. «Δυο εξωγήινοι που παρακολουθούσαν τη γιορτή γύρω τους σαν παράσταση, απορώντας πώς βρέθηκαν εκεί και πώς τους επέτρεψαν να μπουν».
Το ανδρόγυνο, εκλεκτικό στυλ της Τίλντα Σουίντον την έκανε πάντα μια εύπλαστη παρουσία στην οθόνη, είτε ερμήνευε μια Νεοϋορκέζα δικηγόρο στο «Μάικλ Κλέιτον», μια μάγισσα στο «Το Λιοντάρι, η Μάγισσα και η Ντουλάπα» ή μια καρικατούρα της αρχικουτσομπόλας του Χόλιγουντ, Χέντα Χόπερ, στην κωμωδία μυστηρίου «Χαίρε, Καίσαρ!». Την αποκαλούν χαμαιλέοντα, κι όμως η φιγούρα της δεν χάνεται ποτέ μέσα στο περιβάλλον, ακόμα κι όταν μένει απόλυτα σιωπηλή, όπως στο «Κάτω από τον ήλιο».
Το ίδιο συμβαίνει και με την εικόνα της εκτός οθόνης, όπου επίσης συμπορεύτηκε με φίλους δημιουργούς. Οι δημόσιες εμφανίσεις της σε ντεφιλέ, πρεμιέρες και εκδηλώσεις τέχνης προξενούν πάντα μια παύση στην οχλοβοή, προσφέροντας στιγμιότυπα που αναπαράγονται, σαν εικαστικά installations μόδας. Ο συσχετισμός της με τη μόδα κινήθηκε εξελικτικά, μέσα από συμπτώσεις, φιλίες και ένα εκλεκτικό πάθος για τα ρούχα ως φορείς μνήμης.
«Είμαι ευγνώμων που συνάντησα από πολύ νωρίς αληθινά εμπνευσμένους ανθρώπους που έτυχε να εργάζονται στη μόδα. Είναι για μένα εξίσου σημαντικοί με τους κινηματογραφιστές, τους συγγραφείς ή τους καλλιτέχνες με τους οποίους έχω δουλέψει», έχει δηλώσει. Από τους πιο σημαντικούς για την εξέλιξη της περσόνας της υπήρξε σίγουρα ο Τιμ Γουόκερ, ο Βρετανός φωτογράφος παραμυθένιων ιστοριών μόδας σε εκδόσεις όπως η «Vogue», το «W» και το «Love». Οι δυο τους δούλεψαν πολλές φορές μαζί, συνδυάζοντας την απίθανη φαντασία τους σε φωτογραφίσεις μόδας που ζωντάνευαν εκκεντρικούς κόσμους.
Για πάντα Chanel
Το πρώτο της σκαλοπάτι προς την «εξωτική αυτοκρατορία» της μόδας ήταν ο Καρλ Λάγκερφελντ, που το 1992 προσέγγισε ως φωτογράφος μια άγνωστη τότε ηθοποιό για ένα editorial με θέμα την ταινία «Orlando». Δυο δεκαετίες αργότερα, το 2013, η διάσημη πλέον Τίλντα τού ανταπέδωσε τη χάρη, πρωταγωνιστώντας στην καμπάνια «Paris – Edinburgh» της Chanel. Έτσι εδραιώθηκε η σχέση της με έναν οίκο από τoν οποίο ποτέ δεν απομακρύνθηκε, ακόμα κι όταν ο σχεδιασμός πέρασε στα χέρια τής Βιρζινί Βιάρ, αποκτώντας έναν «πιο λυρικό, εύκαμπτο και κομψό τόνο, μια ρευστότητα που αντανακλά τη νέα εποχή». Το σχόλιο είναι της Τίλντα από συνέντευξή της στον θεατρικό συγγραφέα Τζέρεμι Ο. Χάρις για τη βρετανική «Vogue», το 2021, θα μπορούσε όμως να έχει ειπωθεί σήμερα για τον νέο καλλιτεχνικό διευθυντή του οίκου, Ματιέ Μπλαζί. «Υπάρχει κάτι τόσο δελεαστικό και παιχνιδιάρικο στη δουλειά του, αποδίδει με τον δικό του τρόπο τους κώδικες του οίκου, χωρίς φανφάρες», συμπλήρωσε φέτος, μιλώντας στο περιοδικό «W», συγκρίνοντας μάλιστα τον Βέλγο σχεδιαστή με τον Λάγκερφελντ. «Θεωρώ και τους δυο μοντερνιστές. Ο Καρλ υπήρξε ένα ποπ δημιουργός, ενώ ο Ματιέ είναι πιο εγκεφαλικός, ενδιαφέρεται, όμως, κι εκείνος για το νέο, τον διακρίνει μια διαρκής ανησυχία να προχωρήσει, κάτι που φυσικά είναι απολύτως Chanel», δήλωσε μετά την πρόσφατη επίδειξη του Μπλαζί στο Grand Palais, φορώντας ένα ελαφρύ γκρι-μπεζ τουίντ κοστούμι με σκόρπιες παγιέτες, με ξέφτια στο τελείωμα της μπουκλέ χαμηλόμεσης φούστας της. «Τη λάτρεψα, μοιάζει σαν κάποιος να μάσησε το στρίφωμα», αστειεύτηκε.
Chanel Paris-Edimbourg 2013 Tilda Swinton by Karl Lagerfeld
Η χαρά της ζωής που μετέφερε ο Μπλαζί στη Chanel, «αυτή η χαρά που γίνεται τελικά χειρονομία πολιτισμού, είναι κάτι που το έχουμε μεγάλη ανάγκη σήμερα», υποστήριξε η Τίλντα. «Η τέχνη», επέμεινε, αναφερόμενη στην υψηλή ραπτική, στην οποία κάθε κομμάτι είναι αποτέλεσμα του πολύωρου μόχθου και του πνεύματος τόσων χεριών και ματιών, «δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πολυτέλεια. Αποτελεί μια ουσιώδη συνεισφορά στην κοινωνία των ανθρώπων. Είναι ένα τόπος όπου μπορούμε να ονειρευόμαστε. Δεν χρειάζεται να αποκτήσεις την couture για να την εκτιμήσεις ή να την κατανοήσεις».
Από τα πολυάριθμα Chanel που έχει φορέσει μέσα στα χρόνια, η Σουίντον κρατά ως φυλαχτό τρία κομμάτια: μια σκούρα γκρι φόρμα εργασίας από βαρύ ντένιμ, ένα ναυτικό σακάκι από τη συλλογή «Métiers d’Art» του 2017 και ένα ζευγάρι μπότες χιονιού. Όλα τους κλασικά Chanel, φτιαγμένα για να αντέχουν στον χρόνο και πρακτικά, όσο σπάνια και φανταστικά κι αν είναι.
Από τον Lanvin στον Άκερμαν
Στις αρχές των 2000s , η Σουίντον ανήκε στις μούσες του οίκου Lanvin. Τα απαλά ντραπέ και τα ασύγκριτα σατέν στα χρώματα των πολύτιμων πετραδιών που όρισαν το στυλ του Αλμπέρ Ελμπάζ υπογράμμιζαν την αλαβάστρινη επιδερμίδα και τα κοκκινόχρυσα μαλλιά της, κυρίως, όμως, την αβίαστη χάρη της.
Μετά ήρθε στη ζωή της ο Χάιντερ Άκερμαν. Κανείς από τους δυο τους δεν θυμάται πώς γνωρίστηκαν. Εκείνος είχε αναφέρει κάποια στιγμή στο «Another Magazine» πως βρισκόταν στην Ινδία, το 2004, όταν τον ειδοποίησαν πως η Τίλντα Σουίντον είχε εμφανιστεί στην τελετή έναρξης του Φεστιβάλ των Καννών με ρούχο από την προσωπική του ετικέτα που είχε γεννηθεί μόλις έναν χρόνο νωρίτερα. Ο σχεδιαστής τη λάτρευε ήδη από το «The Garden» του Τζάρμαν (1990) και φυσικά το «Ορλάντο» της Σάλι Πότερ, όπου την είχε ερωτευτεί. Εκείνη, στο ίδιο άρθρο, ομολογούσε πως τα ρούχα του, ακόμα και προτού αρχίσει να τα φοράει σε κάθε της σχεδόν εμφάνιση, «είχαν χάρη και αξιοπρέπεια, και συγχρόνως μια ρευστότητα, ρούχα για έναν μεγαλοπρεπή πειρατή… σαν τέτοιος ένιωθα φορώντας τα». Ποτέ για τους δυο τους τα ρούχα δεν εξαντλούνται στο styling μιας εμφάνισης, αλλά επιλέγονται όπως για μια παράσταση. Ποιος είναι ο χώρος; Η αφορμή; Η συγκυρία; «Μια διαδικασία που θυμίζει την αναζήτηση της σωστής χειρονομίας για μια σκηνή», εξηγεί η Σουίντον.
Τις σπάνιες φορές που στα είκοσι χρόνια της στενής φιλίας τους έχει επιλέξει έναν άλλο σχεδιαστή, όταν δεν καταφεύγει στη σιγουριά της Chanel, η Τίλντα προτιμά ρούχα που δίνουν έμφαση στην τεχνική και την υλικότητα, όπως της Schiaparelli ή της Iris Van Herpen, ενώ περιστασιακά έχει εμφανιστεί με Maison Margiela, Loewe και Valentino Couture.
Το αυστηρό tailoring, οι μονοχρωμίες και οι εξαντρίκ λεπτομέρειες αποτελούν τον κορμό του ύφους της Σουίντον (κανείς δεν φοράει τα κοστούμια καλύτερα από εκείνη). Τα εμπριμέ και τα έντονα σχέδια δεν τα προτιμά, αλλά όταν τα επιλέξει, το φτάνει στα άκρα, όπως με το κόκκινο λεοπάρ φόρεμα υψηλής ραπτικής Schiaparelli του 2018 με ασορτί γάντια και παπούτσια, όλα στο ίδιο print, που φόρεσε στη Βενετία για την πρεμιέρα του «At Eternity’s Gate». Δεν μας δίνει συχνά την ευκαιρία να περιγράψουμε τα ρούχα της ως «ρομαντικά», όμως με την ίδια της την παρουσία –φυσική και πνευματική– μεταφέρει μια αίσθηση από τη μεσαιωνική αγγλο-σκωτσέζικη φυλή από την οποία κατάγεται.
Σε όλες τις ενδυματολογικές της περιόδους, η Τίλντα ενσαρκώνει με την παρουσία της μικρές φαντασιώσεις από παιδικά όνειρα. Πριγκιπική και άχρονη, αραχνοΰφαντη και ατσαλένια στο ίδιο κάδρο, η ψηλόλιγνη σιλουέτα της διακρίνεται πάντα ανάμεσα στα φλύαρα δάση των μεγαλοπρεπών φορεμάτων σαν ένα άβαταρ που έρχεται από μια άλλη διάσταση, κοιτάζοντας ένα άγνωστο μέλλον.
Αυτές τις μέρες στην Αθήνα η Τίλντα ανατρέχει σε τέσσερις δεκαετίες καριέρας, σε στιγμιότυπα ανεξάρτητων πειραματισμών και χολιγουντιανών παραγωγών που τη διαμόρφωσαν, πάντα συνομιλώντας με τους σπουδαίους καλλιτεχνικούς της συνεργάτες και φίλους. Ως ζωντανό installation και ως performer, την ίδια στιγμή έκθεμα και παρατηρητής, μας αφηγείται τη ζωή της μέσα από μια γκαρνταρόμπα, στην παράσταση που δημιούργησε με τον αγαπημένο της επιμελητή μόδας, Ολιβιέ Σαγιάρ.
Στην προσωπική έκθεση-εγκατάσταση «Tilda Swinton - Ongoing» που εγκαινιάζεται σήμερα στο Onassis Ready, η Τίλντα βηματίζει στους διαδρόμους της ζωής της, σε δωμάτια αποστειρωμένα και ντουλάπες γυμνές, με σκόρπια δείγματα από το οικογενειακό και προσωπικό της αρχείο. «Είναι πολύ ξεκάθαρο για μένα ότι η πιο πρώιμη σχέση μου με τη μόδα σχετίζεται με αυτήν του πατέρα μου», σχολιάζει. «Φορούσε τις όμορφες στολές του με τα χρυσά σιρίτια και τα κουμπιά, τα φαρδιά μαύρα παντελόνια με τη ρίγα στο πλάι και τα λουστρίνια του», λέει, συνδέοντας τη φορεσιά του υποστράτηγου με τα ρούχα που φοράει εκείνη ως η πιο μακρόχρονη εκπρόσωπος της Chanel. «Αυτά τα ρούχα είναι η δική μου δημόσια στολή. Με αυτά είμαι προστατευμένη, και εκπροσωπώ κάτι μεγαλύτερο από εμένα, όπως και οι ένστολοι».