Καταδικασμένος από το ιρανικό καθεστώς σε ισόβια στέρηση της κινηματογραφικής του άδειας, ο Μοχάμαντ Ρασούλοφ κατάφερε να γυρίσει τέσσερις διαφορετικές ιστορίες κάτω από τη θεματική της θανατικής ποινής (που εξακολουθεί να στερεί τη ζωή σε εκατοντάδες πολίτες στη χώρα του), αναθέτοντας τις σκηνές πλήθους σε βοηθούς του και αναλαμβάνοντας ο ίδιος πλάνα σε απομακρυσμένες περιοχές και κλειστούς χώρους, παρακάμπτοντας την απαγόρευση ‒ έχει σημασία που τα ισάριθμα μέρη του Δεν υπάρχει Κακό στέκουν άνετα και ως μικρού μήκους, καθώς τους τοπικούς κήνσορες απασχολούν κυρίως τα feature films.

 

Χωρίς να απομακρύνεται από τη βαρύτητα και τον προβληματισμό που διατρέχει το σινεμά του, ο Ρασούλοφ δεν καταφεύγει στο προφανές: αντί να καταγγείλει ένα σύστημα φονικού εκφοβισμού, αναλύει τις ολέθριες συνέπειες της κουλτούρας των εκτελεστών σε μια κοινωνία που δεν συνειδητοποιεί πως τη θεωρεί δεδομένη.

 

Με έναν μεσήλικα, δύο στρατιώτες και, στον επίλογο, μια κοπέλα που επιστρέφει στο Ιράν από το εξωτερικό, παραλληλίζει τη δική του γόνιμη καλλιτεχνική αμφισβήτηση με εκείνη των ηρώων της ταινίας και προσωποποιεί την ανθρώπινη ανάγκη αντίστασης στο θέσφατο ενός απολυταρχικού κράτους, περνώντας από την περιγραφική εισαγωγή στη δραματουργική έκπληξη και κλείνοντας με ένα μελοδραματικό συμπέρασμα και μαζί μια χειρονομία προς τους θεατές, που ήδη ανταμείφθηκε με τη Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου του 2020.

 

Το γεγονός ότι ο Ρασούλοφ είναι ακόμα ζωντανός, έχοντας κατά πάσα πιθανότητα εκτίσει ποινή στις ιρανικές φυλακές εν μέσω κορωνοϊού, κατά τη διάρκεια της διεξαγωγής της Βerlinale, είναι μια ευτυχής συγκυρία. Αποδεχόμενος μέσω βιντεοκλήσης το βραβείο του, απηύθυνε έκκληση κυρίως στους συμπολίτες του να διακόψουν τον πειθήνιο κύκλο της νόμιμης βίας.