Ο Πρωταγωνιστής (Τζον Ντέιβιντ Γουόσινγκτον) στο Tenet προσπαθεί να σώσει τον κόσμο από μια καταστροφή χειρότερη και από τον Αρμαγεδδώνα και ο Κρίστοφερ Νόλαν, άθελά του, καλείται να σώσει το σινεμά από την πιο δεινή φάση στην ιστορία του.

 

Η πρωτοφανής ιική επίθεση που εξακολουθούμε να δεχόμαστε συμπίπτει απόκοσμα με τον πόλεμο του χρόνου που διαδραματίζεται σε έναν επικών διαστάσεων κατασκοπικό γρίφο που αψηφά τα spoilers (εδώ ταιριάζει το κλισέ «σημασία έχει το ταξίδι») και την απλή εξήγηση, που κατά τόπους μοιάζει με απόσπαση προσοχής, παίζοντας με όρους της αληθινής φυσικής, την γκρίζα ζώνη μεταξύ επιστήμης και φαντασίας, με περίπου ενάμισι τραυματισμένο ρομάντζο και με κάποιον συγκρατημένο αστεϊσμό, αξιομνημόνευτο για τα σοβαροφανή κυβικά του Βρετανού σκηνοθέτη.

 

Με ανοιχτό μυαλό και οξυμένη διάθεση, το Tenet μπορεί να μην είναι το μάννα (ή το θαύμα) εξ ουρανού που επιτάσσουν οι αυξημένες προσδοκίες της εποχής, αλλά καταφέρνει μια επιτυχημένη ακροβασία σε ένα δύσβατο βουνό, σαν ανώνυμος Bond βγαλμένος από τη ζώνη του λυκόφωτος, με λοξή κοψιά και εμβόλιμο φλέγμα, και ένα intellectual οπλοστάσιο να τον πλαισιώνει.

 

Αν και η πλοκή συναρτάται με επικίνδυνα πυρηνικά και μια εναλλαγή από το μέλλον στο παρελθόν, το Tenet, μια παλίνδρομη λέξη που σημαίνει αξίωμα με την ευρύτερη έννοια, δεν είναι ένα παλιομοδίτικο time travel με τις κλασικές εκρηκτικές παγίδες. Η ανεστραμμένη αφήγηση είναι το θεμελιώδες, βασικά κερδισμένο στοίχημα του Κρίστοφερ Νόλαν και ο πράκτορας-κλειδί οφείλει να το αισθανθεί, αντί να το καταλάβει, για να δράσει σε συνθήκες κατεύθυνσης και θερμότητας κυριολεκτικά ανάποδες, στο ίδιο πλάνο, με πολλαπλό point of view!

 

Ανοίγοντας διάλογο με το ίδιο το είδος που πραγματεύεται, ο Νόλαν κατασκευάζει έναν James Bond με τους δικούς του όρους, μια και ποτέ δεν του εμπιστεύτηκαν ένα επεισόδιο της κινηματογραφικής σειράς. Τοποθετεί στο επίκεντρο έναν ήρωα που όχι μόνο δεν γνωρίζει τίποτε από τη σπαζοκεφαλιά της αποστολής του αλλά λαμβάνει και ασαφείς απαντήσεις από έναν καλοντυμένο σωτήρα-συνεργάτη (Πάτινσον).

 

Πειράζοντας τον ούτως ή άλλως άτακτο νόμο της εντροπίας, ο Νόλαν εφευρίσκει ένα ειδικό λεξικό εικόνων και κανόνων και οπτικοποιεί τις πιθανότητες της επιλογής, προσφέροντας διπλό κίνητρο στον Πρωταγωνιστή: αφενός στρατολογείται γιατί είναι μόνος στον κόσμο και δεν έχει τίποτε ή κάποιον να χάσει, αφετέρου γνωρίζει την Κατ (Ντεμπίκι), υποταγμένη σύζυγο του αμείλικτου Ρώσου ολιγάρχη Σάτορ (Μπράνα), ο οποίος την εκβιάζει, χωρίζοντάς την από τον ανήλικο γιο της.


Ανοίγοντας διάλογο με το ίδιο το είδος που πραγματεύεται, ο Νόλαν κατασκευάζει έναν James Bond με τους δικούς του όρους, μια και ποτέ δεν του εμπιστεύτηκαν ένα επεισόδιο της κινηματογραφικής σειράς. Τοποθετεί στο επίκεντρο έναν ήρωα που όχι μόνο δεν γνωρίζει τίποτε από τη σπαζοκεφαλιά της αποστολής του αλλά λαμβάνει και ασαφείς απαντήσεις από έναν καλοντυμένο σωτήρα-συνεργάτη (Πάτινσον), που τον παρακινούν να βουτήξει ακόμη βαθύτερα στην ασταμάτητη ροή πληροφοριών που δεχόμαστε ταυτόχρονα κι εμείς, ως θεατές. Μάλιστα, του επισημαίνεται πως δεν είναι «Ο» πρωταγωνιστής αλλά ένας από τους πολλούς, για να μη νομίζει πως η ανθρωπότητα κρέμεται αποκλειστικά από τις δικές του αποκοτιές, όπως παραδοσιακά συμβαίνει με τις προσωποκεντρικές περιπέτειες που έχουν προηγηθεί.

 

Ο πράκτορας του Νόλαν ανήκει στη CIA, απαλλαγμένος από λεπτομέρειες ψυχολογικού background, είναι Αμερικανός, αφρικανικής καταγωγής και μάλλον κοντός. Εισχωρεί σταδιακά σε έναν κοσμοπολίτικο καρκίνο, από τη φωτογένεια της Ιταλίας και τη βαβούρα της Βομβάης ως την πεζότητα της Εσθονίας και την ψυχρότητα της Νορβηγίας, για να ντιλάρει σημαντικότατα θέματα, μαθαίνει πώς να στέκεται όσο περνά η ώρα και η σεκάνς όπου η δίμετρη με τα τακούνια και πισθάγκωνα δεμένη Ντεμπίκι πασχίζει να σταματήσει ένα κινούμενο όχημα με τα ατελείωτα πόδια της, ενώ εκείνος βουτάει από το παράθυρο και χρησιμοποιεί τα χέρια για να αποφύγει τα χειρότερα, λειτουργεί σαν χιουμοριστική παρένθεση μιας σχέσης εμπιστοσύνης που ανανεώνεται και ενός αδιόρατου δέους – είναι και η διαφορά ύψους, με την οποία διασκεδάζει επίτηδες ο Νόλαν.

 

Ο χρόνος, αυτός ο δραματικός υδράργυρος που τόσο έχει απασχολήσει τον Νόλαν σε ολόκληρη τη φιλμογραφία του, παίρνει τη μορφή καμπύλης που ψαλιδίζεται και κάμπτεται συνεχώς στο Tenet. Γι' αυτόν, το παθητικό concept του πεπρωμένου μεταφράζεται στην αντίληψη της πραγματικότητας: η βασική ιδέα της ταινίας είναι η δυνατότητα κάθε ανθρώπου να δώσει προσοχή στις παραμέτρους ώστε να επέμβει σε αυτό που γενικώς αποκαλείται «μοίρα». Οι κατασκευασμένες πύλες εισόδου και εξόδου στον χρόνο ισοδυναμούν με την απόφαση.

 

Με όρους καθαρά κινηματογραφικούς ο Νόλαν στήνει το κυκλικό επιτραπέζιό του, μόνο που τα ζάρια τα ρίχνουν παραπάνω από ένας παίκτης κάθε φορά. Η πλοκή εκτρέπεται και μπερδεύει σε σύγκριση με πιο γραμμικές διαδρομές. Επανέρχεται, θέτοντας το ερώτημα «πότε», εκτός από το «πώς» – το «γιατί» μπαίνει σε τρίτη μοίρα.

 

Το πιο δεινό σενάριο για την ανθρωπότητα που εκπόνησε σε αυτό εδώ το απερίστροφα φιλμικό του κάστρο είναι η αμνημονία, η θανάσιμη λήθη που υπερβαίνει τη δεδομένη ιστορική συγκυρία της Δουνκέρκης και τους προσωπικούς εφιάλτες του Memento και του Interstellar, της ταινίας που ίσως μοιάζει περισσότερο με το Tenet.

 

Ασταμάτητα υποκινούμενο από το σβέλτο μοντάζ της Λέιμ και το βομβικό σάουντρακ του Γκόρανσον (Όσκαρ για τον Μαύρο Πάνθηρα), το Tenet παίρνει μερικές απαραίτητες ανάσες για χαλαρό Q&A πρακτόρων που φαντάζουν δανεικοί στο προσωρινό παρόν, διασχίζοντας σε παράλληλη ακολουθία την πολύστροφη δράση του σε σκηνές που απαιτούν προσήλωση και αξιώνουν τον θαυμασμό.