«Είστε σίγουρη;» ήταν το πρώτο πράγμα που ρώτησε η συγγραφέας Ανί Ερνό τη σκηνοθέτιδα Ντανιέλ Αρμπίντ όταν η δεύτερη της ζήτησε την άδεια για τη μεταφορά του «Passion Simple» στο σινεμά, και προς επίρρωση της «συμπαθητικής» της ανησυχίας προσκόμισε, ενδεικτικά, ένα από τα καυστικότερα σχόλια που είχε δεχτεί από κριτικό, που της καταλόγιζε αντιφεμινιστική παθητικότητα, ένα αναχρονιστικό σύνδρομο της δούλας που περιμένει τον άνδρα να της χτυπήσει την πόρτα. Αυτές είναι μερικές από τις καλύτερες σκηνές της ταινίας και σίγουρα νέες προσθήκες σε σχέση με το βιβλίο που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στα γαλλικά γράμματα πριν από τριάντα χρόνια.

 

«Μπαίνοντας σε ένα μεγάλο άδειο διαμέρισμα με το ελεύθερο να το ανακαινίσει», σύμφωνα με δική της παραδοχή, η Αρμπίντ ορθώς έδωσε μεγάλη έμφαση στην πυρετώδη προσμονή της Ελέν, μιας Γαλλίδας, χωρισμένης μητέρας που μένει με τον έφηβο γιο της και υποδέχεται συνήθως στον δικό της χώρο τον Σεργκέι, έναν Ρώσο που δουλεύει στην ασφάλεια της πρεσβείας. Γνωρίστηκαν μέσω κοινών φίλων, κάτι που δεν χρειάζεται να δούμε, αλλά απλώς μαθαίνουμε en passant, και οι συνευρέσεις τους είναι παθιασμένες, σεξουαλικές, σύντομες και επαναλαμβανόμενες.

 

Η Αρμπίντ δεν ντρέπεται: δείχνει τα κορμιά τους να ενώνονται σε συγχρονισμένη χημεία, να γιορτάζουν τον πόθο χωρίς περιστροφές με σωστή δοσολογία χορογραφημένης ερωτικής πράξης και ανεπαίσθητου κινηματογραφικού πειραματισμού στην έκφραση της σωματικής τους οικειότητας. Το Πάθος δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει αν δεν περνούσε από την πρώτη φάση της αεροστεγούς, αγνής επιθυμίας στην επόμενη, την προσομοίωση της σχέσης που εκ των πραγμάτων είναι αδύνατο να στεριώσει.

 

Αυτή είναι ανοιχτή στην πρόκληση και αδέσμευτη στα χαρτιά, ούσα διαζευγμένη και, σε επίπεδο προσωπικής κουλτούρας, απελευθερωμένη, αν και δείχνει μερικά σημάδια κοινωνικού φραγμού, καθώς δεν νιώθει έτοιμη να το πει στο παιδί της και υποβαθμίζει τον χώρο που καταλαμβάνει στη ζωή της ο Σεργκέι στις συζητήσεις με την καλύτερή της φίλη. Εκείνος είναι παντρεμένος και μάτσο. Ενώ δεν επιθυμεί να έχει στην κατοχή του τη γυναίκα που λαχταρά, σχεδόν τη διατάζει να μην ξαναφορέσει κολλητή φούστα και διακριτή ζαρτιέρα, γιατί οι άνδρες θα κοιτούν τον κώλο της σαν να είναι του πεζοδρομίου, για να πάρει, στα αγγλικά, την πληρωμένη απάντηση από την Ελέν, «έχω μεγάλο σεβασμό στις τσούλες!».

 

Λακωνικός και ηδυπαθής, αφήνει ελάχιστα ψήγματα της κύριας ζωής του να έρθουν στην επιφάνεια, αλλά δεν διστάζει να πει στην ερωμένη του πως δεν βρίσκει τίποτα κακό στον Πούτιν (που επισήμως υπηρετεί), θα δει τη σύζυγό του και, πού και πού, θα κάνει έρωτα και μαζί της. Δεν απαντά στο «σ’ αγαπώ της», αν και της έχει εκμυστηρευτεί πως δεν είχε ποτέ παρόμοια ένταση στη ζωή του. Τον πιστεύουμε, γιατί η Ελέν δεν διεκδικεί τίποτε παραπάνω από τον χρόνο που εκείνος της δίνει, στα διαλείμματα που επιλέγει, όταν κρίνει πως η διαθεσιμότητά του περιλαμβάνει την αναμενόμενη επίσκεψη με έναν και αποκλειστικό σκοπό. Τον θεοποιεί και τον λατρεύει όπως της αποκαλύπτεται. Όπως όλα τα είδωλα, θα υποστεί αποκαθήλωση, όταν έρθει η στιγμή της αμφιβολίας.

 

Η ταινία, ένα αφηρημένο πορτρέτο του τυφλού έρωτα, αλλά με πολύ συγκεντρωμένο στόχο, μετατρέπεται σε χρονικό εθισμού, περνώντας από τα κλασικά στάδια της ερωτικής επιθυμίας μέχρι το απαραίτητο πένθος που χρειάζεται ένας άνθρωπος για να διακρίνει τον εαυτό που έχει χάσει στη διαδρομή της αυταπάρνησης. Χωρίς να καταφεύγει σε ακρότητες, το κάστινγκ είναι τέλειο: η Λετίσια Ντος είναι μια όμορφη γυναίκα με ατέλειες και αλήθεια, που σκορπά τον έλεγχό της και χάνει μέρος της αξιοπρέπειας και της αξιοπιστίας της στα μάτια των οικείων της, δίχως να γίνεται μελό.

 

Ο χορευτής και φέρελπις ηθοποιός Σεργκέι Πολούνιν είναι επίσης όμορφος, αλλά ανεπαρκής ηθοποιός, γεγονός που διευκολύνει την αποστολή ενός καλού σκηνοθέτη που ξέρει να κλέβει το ζουμί από οποιονδήποτε. Η έλλειψη πλαστικότητας στον ψυχισμό και η αδιαπέραστη, παγωμένη ματιά του χρησιμεύουν απόλυτα στον κινηματογραφικό Σεργκέι, μια σφίγγα χωρίς μυστήριο, τον άνδρα που ξέρει να ικανοποιεί, να δίνει αλλά και να παίρνει στην προδιαγεγραμμένη ανταλλαγή.

 

Ωστόσο, ένα τέτοιο συμβόλαιο είναι ανθρωπίνως γραφτό να μην τηρηθεί, όσο κι αν φαντάζει υγιές και καθαρό στα αρχικά του βήματα. Ένας από τους δύο υποφέρει, και η Ελέν είναι η πρωταγωνίστρια της πραγματικής, τραυματικής παραίσθησης. Το ζητούμενο είναι να συμπέσει η συνειδητοποίηση της ισορροπίας με τη φθίνουσα επιθυμία, και αυτό είναι το σασπένς που εξελίσσει η Αρμπίντ.

 

Η σκηνοθέτις είχε πρόθεση να γράψει μια απλή ιστορία πάθους και τελικά εμπνεύστηκε και άντλησε το υλικό της από την Ερνό και το autofiction της ‒ ο όρος περιγράφει τη μυθιστορηματική αφήγηση του εαυτού. Συχνά επαναλαμβάνεται, χρησιμοποιεί πολλές μονταρισμένες σεκάνς πάνω σε ολόκληρα (καλόγουστα) μουσικά κομμάτια και πλατειάζει στην προσπάθειά της να επιμηκύνει τον κινηματογραφικό χρόνο.

 

Ίσως η ταινία να έλεγε όσα ήθελε να μεταφέρει στην αδόκιμη διάρκεια που βρίσκεται ανάμεσα σε μια τυπική μικρού και μια στάνταρ μεγάλου μήκους. Παρ’ όλα αυτά, το «Passion Simple» απεικονίζει μια ιστορία με θαρραλέο βλέμμα γιατί δεν υποκύπτει στην πίεση των καιρών και αρνείται να ξεχωρίσει το φύλο στον ανεμοστρόβιλο των παθών (που έλεγε και η παλιά ταινία του Τζακ Κλέιτον).