Πιο κοντά στην κινηματογραφική ευαισθησία του πρόσφατου πορτρέτου του Φεράρι από τον Μάικλ Μαν, αλλά με συγγενή άξονα την κόντρα μεταξύ δυο αντίρροπων δυνάμεων, όπως την είχαμε δει στο Rush του Ρον Χάουαρντ και φυσικά στο οσκαρικό Ford vs Ferrari του Τζέιμς Μάνγκολντ, ο Αγώνας για τη δόξα μάς μεταφέρει και πάλι στην αρένα των αγωνιστικών αυτοκινήτων, αν και αυτήν τη φορά όχι στη Formula 1 αλλά στα πιο τραχιά ράλι και στα εξίσου περιπετειώδη ’80s. Η Audi Quattro του Ρόλαντ Γκούμπερτ (Ντάνιελ Μπρουλ) ποντάρει στην τεχνολογία και κυρίως την τετρακίνηση, αλλά η φτωχότερη Lancia 036 διαθέτει έναν τετραπέρατο εγκέφαλο, τον στρατηγιστή, επινοητικό και ακατάβλητο Τσέζαρε Φιόρε για να ισοφαρίσει τα αντικειμενικά μειονεκτήματά της – άλλωστε ,το ίδιο το αφεντικό των Γερμανών παραδέχτηκε μπροστά του στα μεθεόρτια ενός από τους πολλούς θριάμβους της ομάδας του πως, αν ήταν θέμα μηχανικής και μόνο, δεν θα έχαναν ποτέ το πρωτάθλημα. Το Race for glory αποτελεί προσωπικό στοίχημα του διακεκριμένου ηθοποιού Ρικάρντο Σκαμάρτσιο, ο οποίος υποδύεται τον Φιόρε (αρκετά διαδικαστικά, χωρίς να βγάζει μια ευδιάκριτη ή αξιομνημόνευτη κινηματογραφική προσωπικότητα), γράφει το σενάριο μαζί με τον Ιταλό σκηνοθέτη Στέφανο Μορντίνι και αναλαμβάνει την παραγωγή μαζί με τον θρυλικό Τζέρεμι Τόμας, εμψυχωτή εντελώς διαφορετικού ύφους δημιουργών, από τον Κρόνεμπεργκ, τον Τακάσι Μιίκε και τον Ναγκίσα Όσιμα, ως τον Νίκολας Ρεγκ, τον Ματέο Γκαρόνε και φυσικά τον Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, με τους οποίους συνεργάστηκε σταθερά. Ο Σκαμάρτσιο προσπαθεί να εξερευνήσει τα κίνητρα ενός βασικά συμπαγούς, αινιγματικού χαρακτήρα και «παίκτη» στον χώρο του, χωρίς να εισχωρήσει σε βάθος. Κι ενώ οι τρεις γλώσσες στην ταινία ισορροπούν σχετικά αρμονικά, η υφή είναι φροντισμένη και ο ρυθμός κλασικά αφηγηματικός, το δράμα βάλλεται από εκκρεμότητες και έλλειψη έντασης, ενώ η δράση υπολείπεται σε σύγκριση με παρόμοιες «auto» περιπέτειες αλλά και σε σχέση με τα δεδομένα που εκθέτει το σενάριο.