Η μεγάλη έκπληξη στην πεντάδα των φετινών ξενόγλωσσων Όσκαρ ήρθε από την Εσθονία, σε συμπαραγωγή με τη Γεωργία, με την ταινία Μανταρίνια, η οποία εκτόπισε, εκτός από τις χώρες που παραδοσιακά διεκδικούν το βραβείο, όπως η Ιταλία, μια πλειάδα διακεκριμένων σκηνοθετών, που συμπτωματικά διαγωνίστηκαν στο προηγούμενο Φεστιβάλ Καννών, και πιο συγκεκριμένα τον Τζεϊλάν με τον Χρυσό Φοίνικα, τον Μουντρουκσό από την Ουγγαρία, τον Ντολάν από τον Καναδά, τον Μπονελό από τη Γαλλία και, φυσικά, τους αδελφούς Νταρντέν από το Βέλγιο. Το ερώτημα αν άξιζε ή όχι την είσοδό της σε ένα μικρό κλαμπ με τελικό νικητή τον Πάβελ Παβλικόφκσι και την Ίντα είναι λίγο άτοπο πλέον. Η αλήθεια είναι πως με τον τρόπο που ξεδιπλώνεται η ιστορία της ταινίας, δηλαδή ο συνδυασμός του εθνικού με το προσωπικό δράμα, το ιστορικο-πολιτικό φόντο με την ανθρώπινη σύγκρουση στο προσκήνιο, και πάντα μια χαραμάδα αισιοδοξίας μέσα στα συντρίμμια, είναι ταμάμ για την Ακαδημία, που δεν αντέχει τα αμιγώς φιλμ δημιουργού ή καθαρόαιμα πολιτικές ταινίες. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένας ηλικιωμένος Εσθονός καλλιεργητής μανταρινιών, ο οποίος περιθάλπει δύο τραυματισμένους αντίπαλους και τους βοηθάει να αναρρώσουν, απαγορεύοντάς τους να λύσουν με οποιονδήποτε τρόπο τις διαφορές τους μέσα στο σπίτι του. Ο Ίβο είναι ο μόνος, μαζί με έναν φίλο του, επίσης αγρότη, που έχει απομείνει σε ένα ερειπωμένο χωριό, συμβολίζοντας την αξιοπρεπή δυστυχία ενός πολίτη που είδε τη χώρα του να ρημάζεται από τον πόλεμο των άλλων – στην προκείμενη περίπτωση, των Τσετσένων και των Γεωργιανών. Αν και είναι ουδέτερος, δεν κρατάει παθητική στάση. Η βαθιά αντιπολεμική του στάση, το point of view της ίδιας της ταινίας δηλαδή, πηγάζει από τα αντανακλαστικά του για επιβίωση, την ανάγκη του να περιποιηθεί τη γη του και να θρέψει τους καρπούς της, αλλά και από τα προσωπικά, οικογενειακά, τραυματικά βιώματα. Η σκηνοθεσία του Γεωργιανού Ζάζα Ουρουσάντζε (καμία σχέση με τον συμπατριώτη του Ζάζα Ρουσάντζε) είναι διακριτική, γεμάτη με λεπτομέρειες και σασπένς, ακόμη και στις σκηνές που εξυπηρετούν σχηματικά τη σύμβαση της αιχμαλωσίας, της αναμονής και της υπακοής σε έναν γέροντα διαιτητή, εν καιρώ πολέμου. Μια απρόσμενη έκπληξη, πραγματικά από το πουθενά.