Νέα Υόρκη, στις αρχές της δεκαετίας του '50. Η νεαρή Τερέζ Μπέλιβετ εργάζεται σε ένα πολυκατάστημα του Μανχάταν και ονειρεύεται μια πιο συναρπαστική ζωή, όταν γνωρίζει την Κάρολ Άιρντ, μια γοητευτική μεγαλύτερη γυναίκα παγιδευμένη σε έναν αποτυχημένο γάμο. Σύντομα, η αθώα πρώτη συνάντησή τους δίνει τη θέση της σε μια βαθύτερη σχέση. Ενώ η Κάρολ απελευθερώνεται από τα δεσμά του γάμου της, ο πρώην άντρας της αντεπιτίθεται, αμφισβητώντας την ικανότητά της ως μητέρας, όταν αποκαλύπτεται η σχέση της με την Κάρολ. Καθώς οι δύο γυναίκες αποδρούν από την πόλη, αφήνοντας πίσω τη ζωής τους, μια αντιπαράθεση θα δοκιμάσει την εικόνα που οι ίδιες έχουν για τον εαυτό τους, καθώς και την αφοσίωσή τους.

 

Ο Χέινς καταπιάνεται εκ νέου με ένα δράμα τοποθετημένο στις ΗΠΑ της δεκαετίας του '50, όπως και το Far from Heaven, όχι όμως σε ένα προαστιακό, αρτηριοσκληρωτικό περιβάλλον αλλά στην καρδιά της δειλά απελευθερωμένης Νέας Υόρκης με ηρωίδες την αστή Κάρολ Ερντ, μητέρα μιας κόρης που υπεραγαπά αλλά σε διάσταση με έναν σύζυγο που την αγαπά ακόμη, και τη νεότερή της Τερέζ Μπέλιβετ, που εργάζεται σε πολυκατάστημα και ονειρεύεται να γίνει φωτογράφος. Η Κάρολ έχει παρελθόν στις ομοφυλοφιλικές σχέσεις, ενώ η Τερέζ είναι διστακτική και άβγαλτη. Η έλξη τους είναι ακαριαία, το πλησίασμά τους αργό και ρομαντικό, παρά τα προβλήματα που η Κάρολ αντιμετωπίζει με τον σύζυγο που την εκβιάζει, απειλώντας να της πάρει για πάντα το παιδί τους, καθώς δεν την έχει ξεπεράσει, ενώ γνωρίζει τις σεξουαλικές τάσεις της.
Όπως και το Far from Heaven, το Carol θα μπορούσε να έχει γυριστεί την εποχή του. Να βγει στα κεντρικά σινεμά, τα περιποιημένα, σε μια έξοδο-γεγονός. Να το δουν κυρίες (και κύριοι), οι ίδιοι που θα έσπευδαν σε ένα θεατρικό του Νόελ Κάουαρντ. Ή, γιατί όχι, θα έβρεχαν λίγο τα πόδια τους σε μια πρωτοποριακή παράσταση, για να έχουν να λένε. Κι όλα αυτά σε μια ουτοπική εκδοχή της κοινωνίας των γονιών μας.

Το δράμα του 1997 με την Τζουλιάν Μουρ και τον ομοφυλόφιλο σύζυγο (Ντένις Κουέιντ) και τον μαύρο κηπουρό που την καταλαβαίνει και τη σέβεται όσο και τη θέση του στην κοινωνία, τον Ντένις Χέιζμπερτ, μοιάζει με ένα στυλιζαρισμένο μελό του Ντάγκλας Σερκ για δύο θύματα, μπολιασμένο από την τόλμη του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, ενώ το Carol, πάντα με διευθυντή φωτογραφίας τον σπουδαίο Εντ Λάκμαν και τη Σάντι Πάουελ στα κοστούμια, θυμίζει αδιόρατα τη Σύντομη Συνάντηση του Ντέιβιντ Λιν και εικαστικά μια έγχρωμη εκδοχή του Μια θέση στον ήλιο του Τζορτζ Στίβενς, αν και η υφή και η ουσία του βραδυφλεγούς, τρυφερού κοινωνικού δράματος που επιδιώκει ο Τοντ Χέινς δεν αλλοιώνονται από τις επιρροές του. Όπως είχα γράψει και μετά την πρώτη προβολή της ταινίας στις Κάννες, ο Χέινς, έξυπνα και διακριτικά, επαναδιατυπώνει την Ιστορία που το σινεμά δεν ήταν σε θέση, για πολλούς λόγους, να αφηγηθεί, χωρίς να πειράζει το συντακτικό του genre της αισθηματικής ταινίας, αντίθετα από τον Κουέντιν Ταραντίνο, ο οποίος ανακατεύει τα κινηματογραφικά χαρτιά για να διορθώσει τις αδικίες της κοινωνίας. Το Carol διαθέτει την ήσυχη δύναμη μιας ταινίας που δεν κάνει θέμα το θέμα της – ένα κλασάτο φιλμ που θα μπορούσε να έχει προβληθεί τη χρονιά που έγραψε η Πατρίτσια Χάισμιθ το μυθιστόρημά της The Price of Salt, πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία, το 1952, αλλά κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατον, καθώς ο κώδικας της εποχής θα το είχε απαγορεύσει πριν καν γυριστεί.
Μια ταινία με ανοιχτά λεσβιακό θέμα ήταν ταμπού τότε, και θεωρείται ελαφρύ σκάνδαλο, ή αν θέλετε, αφορμή για κουβέντα, ακόμη και στις μέρες μας.

 

Ο Τοντ Χέινς γυρίζει ένα μητροπολιτικό Brokeback Mountain, χωρίς να πιέζει με ακτιβιστικό άγχος, στην εξαιρετικά σχεδιασμένη, λίγο απόμακρη ταινία του. Οι χαρακτήρες των ανδρών είναι, για δραματικούς λόγους, εχθρικοί και συγκριτικά ανολοκλήρωτοι, ενώ οι γυναίκες στο Carol μαγεύουν: η Κέιτ Μπλάνσετ κάνει θαύματα, έχοντας περάσει στη σφαίρα του αλάθητου, ενώ η Ρούνι Μάρα, ένα άγραφο χαρτί που περιμένει έναυσμα, βρίσκει αναπάντεχα μια σπίθα ζωής, αντιγυρίζει τη φιλοφρόνηση και μεταμορφώνεται ξανά, σαν την Όντρεϊ Χέπμπορν της πρώτης περιόδου. Ανάμεσά τους δημιουργείται ένας σπάνιος μαγνητισμός, σε μια ταινία με γούστο και στόφα.