Ο συγγραφέας Γουίλιαμ Μπόιντ είχε κάποτε πει πως ο Τσέχοφ κατάφερε να ανατρέψει την πλοκή των γεγονότων στο δράμα με κάτι πιο θολό, διακεκομμένο, χτυπημένο και μπερδεμένο με τη ζωή. Αυτό το γράμμα του θεατρικού νόμου και κυρίως οι σημαντικές παύσεις ανάμεσα στις λέξεις που εφάρμοσε πρωτοποριακά ο Άντον Τσέχοφ, μαζί με την ελλειπτική οπτική αφήγηση του Μικελάντζελο Αντονιόνι, επηρεάζουν εμφανώς το σινεμά του Τούρκου σκηνοθέτη Τζεϊλάν, με ευτυχή αφομοίωση. Η πέμπτη του ταινία, οι Τρεις Πίθηκοι (ξέρετε, αυτοί που δεν βλέπουν, δεν ακούνε, δεν μιλάνε), είναι ένα δράμα σχέσεων με όλη την εικαστική δύναμη που εμφατικά υπόσχεται εδώ και χρόνια.

Ο Τζεϊλάν δεν υποτιμά την πλοκή (απλώς δεν επαφίεται στις καταστάσεις που προκύπτουν από τα γεγονότα για να καθορίσει την ταινία του). Ένας πολιτικός αποκοιμιέται στο τιμόνι και τραυματίζει θανάσιμα έναν πεζό. Πληρώνει έναν από τους υπαλλήλους του για να εκτίσει την ποινή αντ' αυτού. Στο μεταξύ, ο πολιτικός κάνει σχέση με τη γυναίκα του υπαλλήλου. Ο γιος της το μαθαίνει και σιωπά οργισμένος. Όταν ο υπάλληλος αποφυλακίζεται, επιστρέφει σε μια εστία όχι μόνο διαλυμένη από τη δευτερεύουσα ενοχή αλλά αποσυντιθέμενη από τις μνήμες ενός νεκρού παιδιού, καλά θαμμένου στο συρτάρι των μυστικών τους. Οι σκελετοί της απώλειας, οι τύψεις, η ανέχεια, ο θυμός, αθροίζονται σε μια αυξανόμενη κλιματολογική παραβολή.

Για τον Τζεϊλάν οι φυσικές μεταπτώσεις, το αστικό σκηνικό και ο ανθρώπινος παράγοντας είναι αλληλένδετα σε ένα οργανικό και δημιουργικό καμβά. Συνεπαρμένος με την ψηφιακή τεχνολογία της υψηλής ευκρίνειας στην προηγούμενη ταινία του Κλίματα Αγάπης, ο Τούρκος σκηνοθέτης κάνει εδώ κάτι τελείως διαφορετικό. Ερευνά τη δράση των σχέσεων, διευθύνει τις ερμηνείες των τρομερών ηθοποιών του με την ήρεμη αυτοπεποίθηση μαέστρου και προσθέτει αδρές κόκκινες και σκούρες πινελιές σε ένα μουντό τοπίο, που οδεύει σε ξεκαθάρισμα λογαριασμών. Δεν παραλείπει κάποιες σημαντικές λεπτομέρειες, όπως το ringtone στο κινητό της συζύγου, ένα λαϊκό καψουροτράγουδο που ακούγεται σαν εκδικητικός λυγμός και υπενθυμίζει κωμικά όσο και αυθεντικά τον νταλκά της με τον άθλιο και διεφθαρμένο εργοδότη και εκβιαστή, συμπυκνώνοντας την αφήγηση σε μερικές επαναλαμβανόμενες νότες. Ο Τζεϊλάν εφευρίσκει πολλούς τρόπους για να αποκαλύψει συναισθήματα και να προχωράει χωρίς πολλά λόγια, εκεί που άλλοι θα σπαταλούσαν τόνους διαλόγων για να αναμασήσουν τα προφανή. Κι ενώ δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι Τρεις Πίθηκοι δίνουν διαστάσεις θρίλερ σε ένα οικογενειακό δράμα, παραλαμβάνοντας ένα βασικό σενάριο και μετατρέποντάς το σε μια μεθυστική οπτική εμπειρία, είναι γεγονός πως η εγκεφαλική σκηνοθεσία αποδυναμώνει το συναίσθημα από την ωμή του δύναμη.