Η ιστορία διαδραματίζεται στα μέσα της δεκαετίας του ‘80. Ο Αντριέν (Μισέλ Μπλαν) είναι καλλιεργημένος γκέι γιατρός. Γνωρίζει και ερωτεύεται παράφορα έναν νέο γεμάτο όρεξη για ζωή, τον Μανί. Ο τελευταίος έχει έρθει πρόσφατα στο Παρίσι και ζει σε ένα κακόφημο ξενοδοχείο με την αδελφή του που ασχολείται με την όπερα. Ένα Σαββατοκύριακο, ο Αντριέν παίρνει τον Μανί και πηγαίνουν για επίσκεψη στο παραθαλάσσιο εξοχικό της πολύ καλής του φίλης Σάρα (Μπεάρ) και του άντρα της Μεντί (Μπουαζιλά), που είναι μπάτσος στο Τμήμα Ηθών. Πάνω στο σκεπτικό πως η σχέση του ζευγαριού είναι ελεύθερη ως προς τις επιλογές συντρόφων, ο Τεσινέ χτίζει μια ιστορία που αποτελεί χρονικό του σεξουαλικού παραδείσου της δεκαετίας του ‘80, όταν οι προτιμήσεις φαίνονταν ανώδυνες, αλλά οι εναλλαγές είχαν το τεράστιο τίμημα του AIDS. Ο Μεντί και ο Μανί έρχονται πιο κοντά όταν ο πρώτος σώζει τον δεύτερο από βέβαιο πνιγμό. Κάνουν σεξ και ο Μεντί θυμώνει με τον εαυτό του. Η Σάρα και ο Αντριέν εξοργίζονται επίσης και η ειρωνεία είναι πως ο μόνος χαρούμενος, ο φιλήδονος και ανενδοίαστα λάτρης της στιγμής και της παρόρμησης, πέφτει θύμα του AIDS.

Μέσα από την τραγωδία, ο Τεσινέ θέλει να πει πως η κακή συγκυρία δεν έχει πρόβλημα να επιλέξει ως θύμα το θιασώτη της ζωής και η ίδια η ζωή θα συνεχιστεί κανονικά με εκείνους που κατάφεραν να επιβιώσουν. Διότι και οι τρεις survivors θα πρέπει να θεωρούν εαυτούς τυχερούς που μπορούν σήμερα να αφηγούνται το χρονικό μιας δύσκολης εποχής και δεν έπεσαν και αυτοί στο βωμό μιας επιδημίας που δεν διέκρινε φύλο και τάξη και χτύπησε απότομα και απροειδοποίητα.

Ο Τεσινέ χωρίζει την ταινία σε τρία κεφάλαια: Ευτυχισμένες Μέρες, ο Πόλεμος Ξεκινά και Καλοκαίρι Ξανά. Ο τρόπος που περνάει από το ένα γεγονός στο άλλο είναι εξαιρετικά γρήγορος, σχεδόν φρενήρης, και δεν συνοδεύει καθόλου καλά τον οποιοδήποτε στοχασμό μπορεί να προκύψει από τον ψυχισμό των χαρακτήρων και τις συνέπειες των πράξεών τους. Ανάλογα ωστόσο μιλάνε και φέρονται οι πρωταγωνιστές, σαν μαριονέτες που βιάζονται και εκστομίζουν κυνικά και ψυχρά το περιεχόμενο της καρδιάς τους (έτσι άδειαζαν τα συναισθήματά τους άραγε οι Γάλλοι αυτού του περιβάλλοντος εκείνη την εποχή;).

Λυπάμαι που το λέω, αλλά η ταινία δεν με άγγιξε στο ελάχιστο και διανοητικά δεν μου άφησε κανένα περιθώριο να προλάβω να σκεφτώ τι γίνεται πραγματικά με μια ομάδα που πόνεσε. Πόνεσε τρόπος του λέγειν. Είναι σαν να λέει κάποιος μια ιστορία του παρελθόντος που δεν τον αφορά, σε ανθρώπους που ίσως θέλουν να μάθουν περισσότερα για τους πρωταγωνιστές, αλλά δεν τους το επιτρέπει ο τρόπος αφήγησης. Προφανώς ο Τεσινέ θέλησε να πάρει μια απόσταση από τα επιφορτισμένα με μια εκπαιδευτικού ύφους ευαισθητοποίηση φιλμ της πρώτης φουρνιάς όπως το Longtime Companion, And the Band Played On και Φιλαδέλφεια, αλλά το παρατράβηξε.