«Λατρεύω τη μυρωδιά του ναπάλμ το πρωί», φώναξε ο Ρόμπερτ Ντιβάλ, ο υπολοχαγός Μπιλ Κίλγκορ στην «Αποκάλυψη Τώρα», σαν να σέρφαρε μανιασμένα κάτω από έναν ουρανό γεμάτο μαχητικά αεροπλάνα στη ζούγκλα των Φιλιππινών, σε μία και μοναδική λήψη, που ευτυχώς βγήκε σώα και διεστραμμένα επικίνδυνη, για να μας στοιχειώνει και να μας ψυχαγωγεί για μια ζωή.
Χωρίς δεύτερη σκέψη και περιττούς ενδοιασμούς, ο σπουδαίος Αμερικανός ηθοποιός ήξερε πως δεν είχε άλλη ευκαιρία, έχοντας ακούσει από την ενδοσυνεννόηση ότι η παραγωγή και κυρίως ο απελπισμένος Κόπολα είχε στη διάθεσή του 20 λεπτά για να συλλάβει το χάος στον φακό του. Και δεν του χάλασε το χατίρι: πιστός στη μέθοδό του, ο Ντιβάλ άφησε τον Κίλγκορ να έρθει σε αυτόν, αντί να προκαταλάβει το αποτέλεσμα και να δοκιμάσει να διασκεδάσει τις όποιες αμφιβολίες του.
«Να ξεκινάς από το μηδέν, να βλέπεις τι γίνεται στην πορεία», υποστήριζε, αντί να ζητά από τον σκηνοθέτη και τους συναδέλφους του να του δώσουν κάτι απτό για να πιαστεί και να προχωρήσει αντιδρώντας. Άλλωστε, είχε δηλώσει, χωρίς ίχνος ειρωνείας, πως δεν τα πήγαινε καλά με τους σκηνοθέτες που μπλέκονταν με το σκεπτικό του, τον σκέπαζαν με την ενοχλητική παρουσία τους ή, το χειρότερο, υποδείκνυαν πώς θα φαίνεται και θα ακούγεται, αφού «γι’ αυτό με προσέλαβαν, για να είμαι εγώ, οπότε γιατί να γίνω κάποιος άλλος;». Τον παραγωγό από το «Δίκτυο» δεν δίστασε να τον στείλει στα τσακίδια όταν τόλμησε να μπει απρόσκλητος στο καμαρίνι του για να συζητήσουν πώς θα παίξει…
«Για μένα, υπάρχει ένα θαυμαστό νέο σύμπαν ανάμεσα στο action και το cut, την αρχή και το τέλος ενός πλάνου», έλεγε συνεπαρμένος, σαν να ριχνόταν στη μάχη για πρώτη φορά με κάθε ταινία.
Σαν τον καλό του φίλο από τα φιλόδοξα, νεανικά ξεκινήματα στη Νέα Υόρκη, τον Τζιν Χάκμαν, με τον οποίο μοιράζονταν αυτό το πνιχτό, πονηρό γελάκι που δεν έβγαζε κυριολεκτικό νόημα αλλά δήλωνε πολλά για την εκτίμηση που είχαν για τον συνομιλητή τους, υπήρξε ένας από τους πιο φυσικούς και χαρισματικούς ηθοποιούς της μεταπολεμικής γενιάς του αμερικανικού κινηματογράφου, και ο Κόπολα του χάρισε το break που χρειαζόταν για να απογειωθεί. Τον χρησιμοποίησε για πρώτη φορά στο «Rain People» και βεβαίως δεν τον ξέχασε όταν κατάρτιζε το χρυσό καστ του «Νονού».
Περίπου στο ένα τρίτο των γυρισμάτων, ο Ντιβάλ συνειδητοποίησε πως συμμετέχει σε μεγαλειώδες φιλμ, από εκείνα που δεν θα ξαναβρεί στο διάβα του, και απέσπασε την πρώτη από τις επτά υποψηφιότητές του για Όσκαρ παίζοντας τον Τομ Χέιγκεν, κονσιλιέρε και δικηγόρο του δον Κορλεόνε, υιοθετημένο μέλος της φαμίλιας και πυλώνα της εύθραυστης ισορροπίας που κρατούσε η μαφία με τον έξω κόσμο.
Πήρε μέρος και στο σίκουελ δύο χρόνια αργότερα, αλλά όταν έφτασε η ώρα του άτυχου, αν και πανάκριβου, τρίτου μέρους, ζήτησε 5 εκατομμύρια δολάρια αμοιβή, επειδή ένιωσε πως τα άξιζε.
Ο Κόπολα δεν ενέδωσε, ο Ντιβάλ, με την πεποίθηση πως δικαιούται μερίδιο από την κληρονομιά ενός magnum opus, δεν υπαναχώρησε, και ο ρόλος διεγράφη από τα μητρώα, για να αντικατασταθεί από τον πενιχρό Χάρισον του Τζορτζ Χάμιλτον. Στον πρώτο «Νονό», ο Ντιβάλ ξανασυναντήθηκε με τον Μάρλον Μπράντο, το είδωλο που λάτρευαν μαζί με τον Ντάστιν Χόφμαν και τον Χάκμαν, και τον απομυθοποίησε όταν είδε πως χρησιμοποιούσε ακουστικά γιατί βαριόταν να απομνημονεύει τον ρόλο. Στα πρώτα τους κοινά γυρίσματα, στο πολιτικό «The Chase» του Σίντνεϊ Λιούμετ, και πάλι βασισμένο σε νουβέλα και θεατρικό του Χόρτον Φουτ, του είχε πει πόσο πολύ τον θαύμαζε και ότι ήταν σίγουρος πως θα γίνονταν αμέσως κολλητοί. Ως αντίδραση, ο Μπράντο δεν του απηύθυνε τον λόγο για έξι εβδομάδες! Παρά το σνομπάρισμα, ο Ντιβάλ δικαιολόγησε τον Μπράντο για τις εκκεντρικές συμπεριφορές του και είχε μόνο εγκώμια για τον «Νονό» του, επιμένοντας πάντα πως εκείνος ήταν που άνοιξε τον δρόμο για τον ίδιο και τους συνοδοιπόρους του – μάλιστα, ο συγκάτοικός του, ο Χόφμαν, είχε πει πως ο Ντιβάλ ήταν ο επόμενος Μπράντο, όταν τον είδε για πρώτη φορά στη μεγάλη οθόνη.
Πριν ακόμη και από τον Κόπολα, ο θεατρικός συγγραφέας, διηγηματογράφος και σεναριογράφος Χόρτον Φουτ (ο άνθρωπος που χάρισε το Όσκαρ στην Τζεραλντίν Πέιτζ για τη συνταρακτική της ερμηνεία στο «Trip to Bountiful») τον επισήμανε στην ερμηνεία του στο δικό του έργο «Midnight Caller» και τον πρότεινε για τον σιωπηλό, καίριο ρόλο του Μπου στο κλασικό αντιρατσιστικό δράμα του Νότου «Σκιές στη σιωπή». Δεν άρθρωσε ούτε μία λέξη (η μοναδική του ατάκα, στο φινάλε, ευτυχώς κόπηκε για δραματουργικούς λόγους από τον Ρόμπερτ Μάλιγκαν), αλλά ξεχώρισε αμέσως για την αλήθεια και την έντασή του.
Ο Ντιβάλ έγινε γρήγορα περιζήτητος και εγκατέλειψε την τηλεόραση και τις εναλλακτικές σκηνές για να δοθεί ψυχή τε και σώματι στο σινεμά: «True Grit» δίπλα στον Τζον Γουέιν, «MASH» του Ρόμπερτ Άλτμαν, «THX 1138» του Τζορτζ Λούκας, και «Tomorrow», και πάλι σε σενάριο του Φουτ, ο οποίος έγραψε τον ρόλο που του χάρισε το μοναδικό του Όσκαρ ερμηνείας Α' ρόλου στο «Tender Mercies» («Τρυφερές Σχέσεις» στις ελληνικές αίθουσες) του 1983, εκείνον του αλκοολικού τραγουδιστή της κάντρι Μακ Σλετζ – ο Ντιβάλ συνέθεσε και εκτέλεσε ο ίδιος τα τραγούδια της παραγνωρισμένης, χαμηλόφωνης δραματικής ταινίας του Μπρους Μπέρεσφορντ. Είχαν προηγηθεί οι υποψηφιότητές του για την «Αποκάλυψη» αλλά και για το «The Great Santini» του 1979, όπου έπαιζε έναν πειθαρχημένο πιλότο της αεροπορίας, αυστηρό πατέρα του έξοχου Μάικλ Ο’ Κιφ, ενδεχομένως αντλώντας έμπνευση από τον επίσης στρατιωτικό πατέρα του.
Γνωρίζοντας πως με τα χρόνια γίνεται καλύτερος ερμηνευτής, και, όπως ο Χάκμαν, άργησε να ανθήσει, μετέφρασε τη δουλειά του ως ανεξάντλητη εξερεύνηση χαρακτήρων, προσπαθώντας να ξορκίσει την κατάρα των ηθοποιών που μετά τα 40 τους χάνουν τη φρεσκάδα και την αιχμή τους. «Για μένα, υπάρχει ένα θαυμαστό νέο σύμπαν ανάμεσα στο action και το cut, την αρχή και το τέλος ενός πλάνου», έλεγε συνεπαρμένος, σαν να ριχνόταν στη μάχη για πρώτη φορά με κάθε ταινία.
Ακόμη και σε μικρούς ρόλους, όπως στο «Natural», ή στο «Δίκτυο», όπου υποδυόταν το ανάλγητο στέλεχος του τηλεοπτικού σταθμού που ψάχνει εναγωνίως να εντοπίσει τον παλαβό Χάουαρντ Μπιλ και κοντράρεται με τον όψιμα ευσυνείδητο Γουίλιαμ Χόλντεν, φαίνεται να ακολουθεί το σοφό του ένστικτο, να σέβεται το ταμπεραμέντο του και να ενεργεί σύμφωνα με το σενάριο· η υποκριτική του ήταν πάντα ανώτερη των περιστάσεων, πάντα ανταποκρινόταν στις προσδοκίες. Ήταν πάντα επιβλητικός και ήρεμος στην ανθρωπιά του, όπως δήλωσε στο συλλυπητήριο σημείωμά της η Βαϊόλα Ντέιβις, συμπρωταγωνίστριά του στο «Widows».
Και μπορεί να χαρήκαμε που το 1998 το Όσκαρ Α' ρόλου κατέληξε στον Τζακ Νίκολσον για το «Καλύτερα δεν γίνεται», γιατί όλοι αγαπάμε τον Τζακ, αλλά η καλύτερη ερμηνεία εκείνης της πεντάδας δεν ήταν καν του ανταγωνιστή του, Πίτερ Φόντα, για το «Ulee’s Gold», αλλά, μακράν, του Ντιβάλ για τον «Απόστολο», τον οποίο επιπλέον χρηματοδότησε, έγραψε και σκηνοθέτησε ο ίδιος, με (αντι)ήρωα έναν χαρισματικό ιεροκήρυκα του Τέξας, τον Σάνι Ντιούι, ο οποίος χάνει τα πάντα εξαιτίας της μοιχού συζύγου, αλλά πιστεύει ακράδαντα στο παραμύθι του και δεν παύει να προπαγανδίζει τη θρησκευτική του ψευδαίσθηση ακόμη και στη φυλακή. Ο Γουόλτον Γκόγκινς τον χαρακτήρισε κορυφαίο storyteller και πράγματι στον «Απόστολο» ο Ντιβάλ απέδειξε πως δεν χρειάζεται πάντα έναν ισχυρό σκηνοθέτη για να αφηγηθεί τις ιστορίες που νοιάζεται να μοιραστεί με τον υπόλοιπο κόσμο.
Στην τελευταία πράξη της ζωής του, έζησε ευτυχισμένα δίπλα στην τέταρτη σύζυγό του, τη Λουσιάνα από την Αργεντινή (δεν είχε παιδιά, και μάλιστα ο ίδιος έκανε πλάκα, λέγοντας πως πυροβολούσε μια ζωή άσφαιρα!), χορεύοντας τανγκό και ιππεύοντας στη φάρμα τους στη Βιρτζίνια, μακριά από την πολυκοσμία του Χόλιγουντ και τον θόρυβο της Νέας Υόρκης.
Και παρά τις συχνές εμφανίσεις του στο σινεμά, ακόμη και στην ένατη δεκαετία της ζωής του, με υποψηφιότητες για Όσκαρ για το «Civil Action» και το «The Judge», όπου έπαιζε τον άτεγκτο δικαστή πατέρα του Ρόμπερτ Ντάουνι, η αγαπημένη του ερμηνεία παρέμεινε εκείνη στη μίνι σειρά του Λάρι Μακ Μάρτρι «Lonesome Dove», τον «Νονό» των γουέστερν, όπως είχε αναγγείλει στους συνεργάτες του προτού ξεκινήσουν τα γυρίσματα στα τέλη των ’80s, σε έναν ρόλο που πήρε την τελευταία στιγμή από τον φίλο του, Τζέιμς Γκάρνερ, ο οποίος δεν ήταν σε θέση να καβαλάει άλογα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ατσάλινος και ακούραστος, ο Ντιβάλ είχε την πολύτιμη ευχέρεια να επιβιώνει χαρακτήρων με αδυναμίες, να βγαίνει νικητής από ανθρώπινες περιπέτειες λεπτών αντιθέσεων και να φωτίζει αντιφάσεις χωρίς να κρίνει τους «δράστες» ως ενόχους, την ίδια στιγμή που δημιουργούσε στον θεατή οικειότητα, ακόμη κι όταν ενσάρκωνε αντιπαθείς ή ομιχλώδεις χαρακτήρες. Genius.