Η πρώτη σκηνοθετική προσπάθεια του Μπεν Άφλεκ τον βρίσκει στα παλιά του λημέρια, το Ντόρτσεστερ της Βοστόνης και του Ξεχωριστού Γουίλ Χάντινγκ, τη φτωχογειτονιά όπου μεγάλωσε και γνωρίζει πολύ καλά. Στο υλικό που κατέχει, ξεχωρίζει με άνεση.

Στην εισαγωγή της ταινίας, ο Πάτρικ Κένζι και η Άντζι Τζενάρο, ζευγάρι στη ζωή και νεόκοποι ντετέκτιβ, ερευνούν την εξαφάνιση μιας τετράχρονης και ψάχνουν στη συγκεκριμένη γειτονιά, ρωτώντας στα γύρω σπίτια και συχνάζοντας στα μπαρ της περιοχής για να αλιεύσουν πληροφορίες από όποιον μπορεί να γνωρίζει κάτι για τη μυστηριώδη υπόθεση.

Συλλαμβάνοντας την αίσθηση, το ρυθμό και το ιδίωμα, ο Άφλεκ χρησιμοποιεί τον αδελφό του Κέισι στον πρωταγωνιστικό ρόλο και αποσπά αυθεντικότητα και την απαραίτητη τοπικότητα για να ενισχύσει την αδύναμη θέση δυο νέων επαγγελματιών που κανείς, ούτε η αστυνομία ούτε η οικογένεια της μικρής, δεν προθυμοποιείται να πάρει στα σοβαρά. Κι όμως, ο Πάτρικ και η Άντζι ασχολούνται ζεστά και μεθοδικά και δεν αργούν να φτάσουν στο συμπέρασμα πως το μυστικό βρίσκεται μπροστά στα μάτια τους, στο άμεσο οικογενειακό περιβάλλον, εκεί όπου στατιστικά παρατηρείται πως χρεώνονται οι περισσότερες απαγωγές.

Στο τρίτο μέρος, όπου το πάνω χέρι πέφτει στο μυαλό του Ντένις Λαχέιν, η ταινία χάνεται στην υπερβολή. Δεν υπήρξα οπαδός ούτε της ταινίας Μυστικό Ποτάμι, θεωρώντας πως αν και ο Ίστγουντ επέβαλε με τη συνήθη του οικονομία ένα νοικοκύρεμα στους τραβηγμένους χαρακτήρες και την ανεξέλεγκτη πλοκή, η υπόθεση συνθλίβεται κάτω από το βάρος ενός τεχνητού δράματος. Η δυσωδία στη συγκεκριμένη περίπτωση εντοπίζεται ψηλά και ο Άφλεκ αλλάζει ρότα για να συμπλεύσει με το θριλερο-αστυνομικό τέμπο, και προδίδεται.

Εκτός από τον Κέισι Άφλεκ, στη χρονιά που ξεπετάχτηκε και θα πρέπει να θεωρείται πλέον υπολογίσιμος σε ρόλους χαρακτήρων, η Έιμι Ράιαν, στο ρόλο της λαϊκής μάνας χωρίς έρμα, είναι όλα τα λεφτά.