Ο Μεγάλος Δικτάτωρ ήταν η πρώτη του ομιλούσα ταινία και με αυτή εγκατέλειψε οριστικά τον αλητάκο και την ιδιοφυή τυποποίηση που τον έκανε διάσημο, αν και εδώ το μουστάκι του χρησίμευσε ως οπτικό μέσο μίμησης του Χίτλερ. Το λαϊκό ένστικτο του Τσάπλιν παραμένει άθικτο. Πάιζοντας τον διπλό ρόλο του εβραίου κουρέα που επέστρεψε απο τον μεγάλο πόλεμο, και του επικίνδυνου ιμπεριαλιστή Αντενόιντ Χίνκελ, και μέσω του τεχνάσματος της ομοιότητας τους, πάντρεψε δυο ιστορίες σε μια με εκπληκτική ρευστότητα, δημιουργώντας δυο θρυλικές σεκάνς. Στην πρώτη, ο Χίνκελ στοχάζεται παίζοντας με την υδρόγειο/μπαλόνι, ένα δείγμα της απαράμιλλης ικανότητα του Τσάπλιν να συμπυκνώσει με ένα άψογα χορογραφημένο γκαγκ την ψυχοσύνθεση ενός ανεύθυνου φασίστα, χωρίς λόγια, σα να σκηνοθετούσε μια βωβή σκηνή. Στη δεύτερη, χρησιμοποιώντας τον ήχο που τόσα χρόννια σνόμπαρε και απέφευγε, θεωρώντας πως δεν θα προσέθετε τίποτε στο σινεμά που ορματιζόταν, απευθύνει φάτσα κάμερα ένα παρατεταμένο (και τεταμένο), πανανθρώπινο μήνυμα εναντίον της μισαλλοδοξίας, που, λόγω λυρισμού και πάθους, με τρόπο μαγικό ξεπερνάει τον βαρύ διδακτισμό, και μένει στη μνήμη, όπως το αντίστοιχο στο φινάλε του έργου των Φορντ και Στάινμπεκ, Τα Σταφύλια της Οργής, που συμπτωματικά απέσπασε το Όσκαρ καλύτερης σκηνοθεσίας εκείνη τη χρονιά (η καλύτερη ταινία πήγε στη Ρεβέκκα).