Ρύζι πιλάφι, ρύζι σούπα, ρύζι στα γεμιστά, ρύζι στα ντολμαδάκια, σπανακόρυζο, ρυζόγαλο. Όλα τα ρύζια του κόσμου, όλοι οι υγροί ορυζώνες στο πιάτο μου κι ακόμα να το επιθυμώ, κι ακόμα να μη χορταίνω. Διαρκής επιθυμία για ρύζι. Να τα σφάζω και να τα μαχαιρώνω όλα, να νιώθω τον σπασμό με την πρώτη κουταλιά από πιλάφι. Δεν ξέρω γιατί. Γιατί πάντα μου άρεσε. Γιατί ο μπαμπάς γελούσε με την υπερβολή και χτυπούσε παλαμάκια: «Κινεζάκι, φάε ρυζάκι». Κι έτρωγα τη μισή κατσαρόλα, άσπρο-άσπρο και παχύ, με το βούτυρο Κερκύρας ή τη Νέα Φυτίνη κατάσαρκα. Γιατί φούσκωνε πολύ η κοιλίτσα και μετά ήθελα νάνι-νάνι. Γιατί ήταν το μετά το Άνθος Ορύζης που δεν ξεπέρασα ποτέ. Γιατί έχω χρονοκαθήλωση. Γιατί πάντα αγαπούσα τα βασικά. Σε τροφές και ανθρώπους. Δεν ξέρω. Αλλά μάλλον γιατί μου άρεσε, μου άρεσε πολύ.


Λίγο πιο μεγάλη έψαχνα σπίτια του ρυζιού. Κάτι ρεστοράν με κόκκινους δράκους στη χαρτοπετσέτα και είκοσι πέντε ποικιλίες στο μενού. Πέρασα και από μονογαμία – μόνο ρύζι, μέχρι να σκάσει η κοιλίτσα. Γιατί στο βάθος μου ήμουν ένα Κινεζάκι που χοροπηδάει ξυπόλυτο στους μεγάλους ορυζώνες, κρατώντας το μικρό, κόκκινο βιβλιαράκι του. Γιατί το μόνο που ήθελα ήταν ρυζάκι, βουτυράκι και να μ' αγαπούν τα ζωάκια που δεν θα έτρωγα.

 

Πολύ πιο μεγάλη και ρυζοέμπειρη, το ρύζι έγινε πικρό, έγινε η Σιλβάνα Μαγκάνο και όλος ο ιταλικός νεορεαλισμός, έγινε η «Κινέζα» του Γκοντάρ, έγινε η χήρα του Μάο, έγινε το Βιετνάμ που πυρπόλησαν το ρύζι και ο Φο Μι Τσιν στο ποτάμι ν' ανασαίνει με καλάμι, τραγουδώντας «γιε γιε γιε» απ' το βάθος της κουζίνας μου.


Πολύ πιο μεγάλη και ρυζοέμπειρη, το ρύζι έγινε πικρό, έγινε η Σιλβάνα Μαγκάνο και όλος ο ιταλικός νεορεαλισμός, έγινε η Κινέζα του Γκοντάρ, έγινε η χήρα του Μάο, έγινε το Βιετνάμ που πυρπόλησαν το ρύζι και ο Φο Μι Τσιν στο ποτάμι ν' ανασαίνει με καλάμι, τραγουδώντας «γιε γιε γιε» απ' το βάθος της κουζίνας μου.


Αλλά με όλες τις συνυποδηλώσεις κι όλα τα πριν ή τα μετά στη διατροφική αλυσίδα, το ρυζάκι παρέμεινε πάντα άσπρο, γαλήνιο και αγνό. Η μόνη σταθερή μου κοινωνική επιθυμία. Η τροφή-σωτήρας. Στο πορσελάνινο πιατάκι της αέναης προίκας μου η τροφή-τροφός που παίρνει τα δάκρυα και τον βαρύ χειμώνα. Γιατί μου άρεσε και μου αρέσει και θα μου αρέσει. Και θα το τρώω κι ας με φάει.

 

Η Γλυκερία Μπασδέκη είναι συγγραφέας–ποιήτρια.