ΣΑΒΒΑΤΟ 23 ΜΑΪΟΥ. Πέφτει η αυλαία στις Κάννες. Ο Χρυσός Φοίνικας απονέμεται στην ταινία «Fjord» του Ρουμάνου Κριστιάν Μουνγκίου, ήδη βραβευμένου το 2007 για το έργο του «4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες». Η επιλογή αυτή μοιάζει να αποτελεί κατάλληλη κατακλείδα για την 79η διοργάνωση του Φεστιβάλ. Η βραβευμένη ταινία διηγείται την ιστορία ενός ζευγαριού Ρουμάνων παραδοσιακών καθολικών μεταναστών που χάνουν την κηδεμονία των παιδιών τους ύστερα από κατηγορίες για σωματική κακοποίηση εκ μέρους της κοσμικής κοινωνίας της νορβηγικής κωμόπολης στην οποία διαδραματίζεται το έργο. Η ηθική αντιπαράθεση μεταξύ προοδευτικών και συντηρητικών αντανακλά με καίριο τρόπο τις πολιτικές διαμάχες που διχάζουν τον γαλλικό πολιτιστικό χώρο τα τελευταία χρόνια και που δεν έλειψαν από το φετινό Φεστιβάλ των Καννών.
Στις 11 Μαΐου, παραμονή της έναρξης του Φεστιβάλ, 600 επαγγελματίες του γαλλικού κινηματογράφου –ανάμεσα στους οποίους και μεγάλα ονόματα όπως η Ζιλιέτ Μπινός, ο Σουάν Αρλό και ο Ρεϊμόν Ντεπαρντόν– υπέγραψαν μια ανοιχτή επιστολή στην εφημερίδα «Libération», καταγγέλλοντας την ολοένα αυξανόμενη επιρροή του υπερσυντηρητικού δισεκατομμυριούχου Βενσάν Μπολορέ στον χώρο του κινηματογράφου. Στο κείμενο αναφέρουν: «Η πολιτιστική διαμάχη για την οποία γίνεται λόγος παντού δεν αποτελεί μια απλή σύγκρουση ιδεών. Αφήνοντας τον γαλλικό κινηματογράφο στα χέρια ενός ακροδεξιού επιχειρηματία, δεν διακινδυνεύουμε μόνο μια ομογενοποίηση των ταινιών αλλά και μια φασιστική κατάληψη του συλλογικού φαντασιακού». Στον τομέα του κινηματογράφου, ο Βενσάν Μπολορέ, 11ος πλουσιότερος Γάλλος, είναι κυρίως γνωστός ως ιδιοκτήτης του Canal+, του μεγαλύτερου ιδιωτικού χρηματοδότη του γαλλικού κινηματογράφου – χρηματοδότησε με περισσότερα από 160 εκατομμύρια ευρώ γαλλικές παραγωγές το 2026. Οι υπογράφοντες καταγγέλλουν τον επιχειρηματικό ιμπεριαλισμό του, καθώς επιδιώκει πλέον να γίνει ο βασικός μέτοχος της UGC, ενός δικτύου δεκάδων σινεμά στη Γαλλία.
Σύμφωνα με τη θεωρία της πολιτισμικής ηγεμονίας του Αντόνιο Γκράμσι, ο πολιτισμός είναι ο χώρος όπου γεννιέται και αναπαράγεται η εξουσία. Ο Γκράμσι υποστήριζε ότι οι διανοούμενοι πρέπει να παίζουν τον ρόλο των διαμεσολαβητών και των πειθαρχικών φορέων προς το προλεταριάτο, ώστε αυτό να μην παραμένει εγκλωβισμένο στη θεώρηση του κόσμου που επιβάλλει ο κυρίαρχος καπιταλισμός.
Όμως ο τομέας του κινηματογράφου δεν είναι ο μόνος πολιτιστικός τομέας στον οποίο οι συγκεντρωτικές φιλοδοξίες του Βενσάν Μπολορέ γεννούν κριτική. Πριν από λίγες εβδομάδες, η απόλυση του Ολιβιέ Νορά, διευθυντή από το 2000 των εκδόσεων Grasset, ενός από τους σημαντικότερους εκδοτικούς οίκους της χώρας, συγκλόνισε τον κόσμο του βιβλίου και οδήγησε στην αποχώρηση περισσότερων από 200 συγγραφέων από αυτόν τον ιστορικό οίκο. Ανάμεσά τους βρίσκονται η Βιρζινί Ντεπάντ, η Βανεσά Σπρινγκορά, ο Φρεντερίκ Μπεγκμπεντέ και η Λορ Αντλέρ, συγγραφείς με διαφορετικές πολιτικές απόψεις. Η κίνηση αυτή παρουσιάστηκε από τον Μπολορέ ως οικονομική απόφαση, με τον ίδιο να αποκαλύπτει δημόσια τον υπέρογκο μισθό του Ολιβιέ Νορά –πάνω από ένα εκατομμύριο ευρώ τον χρόνο–, σε μια περίοδο πτώσης των οικονομικών επιδόσεων του οίκου. Ωστόσο, από πολλούς συγγραφείς εκλήφθηκε κυρίως ως προσπάθεια επιβολής μιας νέας εκδοτικής γραμμής στην υπηρεσία των αντιδραστικών ιδεών του δισεκατομυριούχου κεφαλαιούχου: κατά των αμβλώσεων, κατά των δικαιωμάτων των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων και κατά της μετανάστευσης.
Στον χώρο του βιβλίου, τα τελευταία χρόνια, ο Βενσάν Μπολορέ επιδιώκει να επεκτείνει τον έλεγχό του σε ολόκληρη τη βιομηχανική αλυσίδα. Ιδιοκτήτης του ομίλου Hachette Livre, διατηρεί υπό τον έλεγχό του περίπου πενήντα εκδοτικούς οίκους, ανάμεσα στους οποίους τις εκδόσεις Grasset, JC Lattès, Stock, Calmann-Lévy, Larousse, Hatier (που ειδικεύεται στα εκπαιδευτικά βιβλία) καθώς και τις εκδόσεις Fayard, στις οποίες η νέα διευθύντρια, Λιζ Μποέλ, έχει υποδεχτεί πολλούς συγγραφείς της άκρας δεξιάς. Πέρα από τις εκδοτικές δραστηριότητες, η Hachette Livre είναι ένας από τους μεγαλύτερους διανομείς βιβλίων στη Γαλλία. Η holding Hachette Group κατέχει επίσης βιβλιοπωλεία, κυρίως τα Relay, που βρίσκονται σε όλους τους σιδηροδρομικούς σταθμούς και τα αεροδρόμια της χώρας, αλλά και ιστορικά βιβλιοπωλεία όπως το L'Écume des Pages στη συνοικία Σεν Ζερμέν ντε Πρε στο Παρίσι.
Ο Βενσάν Μπολορέ είναι επίσης βασικός μέτοχος της εταιρείας επικοινωνίας Havas και μεγάλων εθνικών μέσων ενημέρωσης, που τα παρακολουθούν εκατομμύρια πολίτες, όπως το CNews στην τηλεόραση, το Europe 1 στο ραδιόφωνο και το «Le Journal du Dimanche» στον έντυπο Τύπο. Έτσι, η παραγωγή και η προώθηση των βιβλίων του ομίλου μπορούν να ελέγχονται από την αρχή μέχρι το τέλος της αλυσίδας. Για παράδειγμα, οι εκδόσεις Fayard εκδίδουν τα βιβλία του σημερινού φαβορί του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών του 2027, Ζορντάν Μπαρντελά, προέδρου της Εθνικής Συσπείρωσης (Rassemblement National), του κόμματος της Μαρίν Λε Πεν. Σήμερα, είναι σχεδόν αδύνατο να αγοράσει κανείς ένα πακέτο πατατάκια προτού επιβιβαστεί σε ένα τρένο χωρίς να δει το πρόσωπο του Μπαρντελά στο εξώφυλλο ενός βιβλίου τοποθετημένου τυχαία δίπλα στο ταμείο.
Το φαινόμενο αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει πλέον εκδοτική ελευθερία στη Γαλλία. Η χώρα παραμένει στην 25η θέση της παγκόσμιας κατάταξης ως προς την ελευθερία του Τύπου των Δημοσιογράφων χωρίς Σύνορα (η Ελλάδα βρίσκεται στην 86η θέση). Ωστόσο, αυτή η επιχειρηματική στρατηγική παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, επειδή αποκαλύπτει την αυξανόμενη επιθυμία οικονομικού ελέγχου του πολιτισμού από μεγάλους οικονομικούς ομίλους που βρίσκονται ιδεολογικά κοντά στην άκρα δεξιά. Πρόκειται για μια τάση που θυμίζει, στις Ηνωμένες Πολιτίες, την εξαγορά του Twitter από τον Έλον Μασκ ή τη στρατηγική του Ρούπερτ Μέρντοχ, ιδιοκτήτη του Fox News. Η στρατηγική αυτή αποτελεί μέρος του οπλοστασίου αυτού που οι υπογράφοντες την ανοιχτή επιστολή αποκαλούν «πολιτισμική διαμάχη», μια έκφραση που έχει γίνει πανταχού παρούσα στον γαλλικό δημόσιο διάλογο, αλλά και διεθνώς. Συχνά παρουσιάζεται και ως «πολιτισμικός πόλεμος» από εκπροσώπους εκείνου που ορισμένοι πολιτικοί επιστήμονες ονομάζουν «νέα αντιδραστική διεθνή»: Ντόναλντ Τραμπ, Χαβιέρ Μιλέι, Τζόρτζια Μελόνι, Μαρίν Λε Πεν, Άλις Βάιντελ, Νάιτζελ Φάρατζ, Βίκτορ Όρμπαν κ.ά., οι οποίοι έχουν κοινό στοιχείο την αντίθεση στο woke και την προώθηση παραδοσιακών αξιών στη λαϊκή κουλτούρα.
Στη Γαλλία, τα ακροδεξιά πολιτικά κόμματα επιχειρούν να επιβάλουν ορισμένες λέξεις και εκφράσεις στον δημόσιο διάλογο: «Μεγάλη Αντικατάσταση», «εθνική προτίμηση» (η ιδέα ότι ορισμένα δικαιώματα πρέπει να ισχύουν μόνο για όσους ανήκουν στο έθνος), «μεταναστευτική πλημμυρίδα», κ.λπ. Η Μαρίν Λε Πεν δεν παραλείπει ποτέ να αναφέρεται σε πολιτιστικές και ιδεολογικές «νίκες» όταν κάποιος φιλελεύθερος πολιτικός υιοθετεί έναν από αυτούς τους όρους, θεωρώντας ότι η ιδεολογική νίκη προηγείται της εκλογικής νίκης του κόμματός της. Αυτό υποστήριζε ήδη το 2007 ο Νικολά Σαρκοζί: «Η εξουσία κατακτιέται μέσω των ιδεών». Εν ολίγοις: κατάκτηση των συνειδήσεων και στη συνέχεια κατάκτηση της κάλπης, με στόχο τον έλεγχο των κοινωνικών δομών.
Οι πνευματικές καταβολές αυτής της πολιτικής στρατηγικής της σύγχρονης δεξιάς θα μπορούσαν να ξαφνιάσουν. Στη Γαλλία, το 1981, ο Αλέν Ντε Μπενουά, στοχαστής της Νέας Δεξιάς, ιδρύει ένα think tank με την ονομασία «Ομάδα έρευνας και μελετών για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό». Το ιδρυτικό μανιφέστο της ομάδας φέρει τον τίτλο «Για έναν δεξιό γκραμσιανισμό». Διότι, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, πολλά πρόσωπα της ακροδεξιάς διεκδικούν σήμερα τη θεωρία του Γκράμσι περί «πολιτισμικής ηγεμονίας». Γιατί άραγε ο Αντόνιο Γκράμσι, μαρξιστής και συνιδρυτής του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος το 1921, ο οποίος πέθανε στη φυλακή, καθώς το καθεστώς του Μουσολίνι τον είχε φυλακίσει για να «μην μπορεί αυτό το μυαλό να λειτουργεί», όπως είχε αναφέρει ένας από τους δικαστές που τον καταδίκασαν, να διεκδικείται σήμερα από την αντιδραστική δεξιά; Και γιατί στην Ιταλία, ο Αλεσάντρο Τζούλι, υπουργός Πολιτισμού της Τζόρτζια Μελόνι, επικεφαλής του κόμματος Αδέλφια της Ιταλίας (Fratelli d'Italia), πολιτικού κληρονόμου του φασισμού, θέλησε να γράψει ένα βιβλίο με τίτλο «Ο Γκράμσι είναι ζωντανός, αλφαβητάρι για μια σύγχρονη ηγεμονία»;
Σύμφωνα με τη θεωρία της πολιτισμικής ηγεμονίας του Αντόνιο Γκράμσι, ο πολιτισμός είναι ο χώρος όπου γεννιέται και αναπαράγεται η εξουσία. Ο Γκράμσι υποστήριζε ότι οι διανοούμενοι πρέπει να παίζουν τον ρόλο των διαμεσολαβητών και των πειθαρχικών φορέων προς το προλεταριάτο, ώστε αυτό να μην παραμένει εγκλωβισμένο στη θεώρηση του κόσμου που επιβάλλει ο κυρίαρχος καπιταλισμός. Για την άκρα δεξιά, ο πολιτισμός σήμερα κυριαρχείται από έναν κλειστό κύκλο διανοουμένων της αριστεράς που προωθούν τις αξίες του λεγόμενου woke. Για τους εκπροσώπους της, σύμφωνα με το γκραμσιανικό σχήμα σκέψης, είναι επομένως απαραίτητο να εδραιώσουν την ιδεολογική τους επιρροή πάνω στους πολιτιστικούς θεσμούς, ώστε να επηρεάσουν τα σχήματα σκέψης του λαού, αν θέλουν να μη θεωρείται πλέον σκανδαλώδες να ρίχνει κανείς στην κάλπη το ψηφοδέλτιο που θα τους οδηγήσει στην εξουσία.
Η στρατηγική της πολιτισμικής ηγεμονίας δεν είναι όμως μόνο μια στρατηγική κατάληψης της εξουσίας. Είναι επίσης μια στρατηγική διατήρησης της εξουσίας μετά την εκλογική νίκη. Επομένως, δομεί σε μεγάλο βαθμό την πολιτισμική πολιτική που προτείνουν τα ακροδεξιά κόμματα. Δεν είναι τυχαίο ότι, έναν χρόνο πριν από τις γαλλικές προεδρικές εκλογές, ο νεαρός ακροδεξιός βουλευτής και σύμμαχος της Εθνικής Συσπείρωσης, Σαρλ Αλόνκλ, δημιούργησε μια κοινοβουλευτική εξεταστική επιτροπή με θέμα τη δημόσια ραδιοτηλεόραση, η οποία μετατράπηκε σε δίκη για την «ιδεολογική παρέκκλισή» της. Το πόρισμα που δημοσιεύθηκε στο πλαίσιο αυτής της επιτροπής ανοίγει τον δρόμο για την εφαρμογή του προγράμματος της Εθνικής Συσπείρωσης.
Το κόμμα της Μαρίν Λε Πεν και του Ζορντάν Μπαρντελά προβλέπει την ιδιωτικοποίηση της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης, καθώς και την κατάργηση του Εθνικού Κέντρου Κινηματογράφου, το οποίο χρηματοδοτεί τις γαλλικές παραγωγές στο ύψος των περίπου 250 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως, μέσω ειδικής φορολογίας: 10% επί όλων των εισιτηρίων κινηματογράφου που πωλούνται στη Γαλλία αλλά και 5,15% επί του γαλλικού τζίρου εταιρειών όπως το Netflix. Στόχος της Εθνικής Συσπείρωσης είναι να ανατεθεί πλήρως η χρηματοδότηση της πολιτιστικής δημιουργίας στον ιδιωτικό τομέα, σε ένα πλαίσιο αυξανόμενης συγκέντρωσης της αγοράς στα χέρια λίγων δισεκατομμυριούχων που χτίζουν ολιγοπώλια. Στην Ιταλία, η κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι έχει επίσης δεχθεί κριτική για την επιρροή που ασκεί στους διορισμούς, τις απολύσεις και τις προγραμματικές επιλογές της RAI, της ιταλικής δημόσιας ραδιοτηλεόρασης.
Πρόκειται για μία από τις μεγάλες αντιφάσεις των σύγχρονων εθνικισμών: η αποδυνάμωση της «πολιτιστικής εξαίρεσης», η οποία αποσκοπεί στη διασφάλιση της ανεξαρτησίας του πολιτιστικού τομέα τόσο από την πολιτική εξουσία όσο και από την αγορά, θέτει σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη μιας ευρωπαϊκής πολιτιστικής παραγωγής, σε μια εποχή που οι αμερικανικές ψηφιακές πλατφόρμες και οι αλγοριθμικοί τους κανόνες επιδιώκουν να κυριαρχήσουν στην Ευρώπη. Αν επιθυμούμε η ποικιλομορφία των πολιτισμικών και γλωσσικών εκφράσεων των ευρωπαϊκών εθνών να είναι παρούσα στις οθόνες μας αλλά και, στο μέλλον, στα δεδομένα εκπαίδευσης των γενετικών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, χρειάζεται να διασφαλίσουμε, μέσω μιας ισχυρής πολιτιστικής πολιτικής, τις προϋποθέσεις για μια ανθρώπινη καλλιτεχνική και πνευματική δημιουργία σε εθνικό επίπεδο. Για να συμβεί αυτό πρέπει να υπάρχουν ισχυρές ανεξάρτητες δημόσιες δομές, να ρυθμίζονται οι μεγάλοι οικονομικοί παίκτες και τα ολιγοπώλια, καθώς και να κυριαρχεί μια αδιαπραγμάτευτη υπεράσπιση της συντακτικής και δημιουργικής ελευθερίας ως πρωταρχικής αρχής μεταξύ εκείνων που οφείλουμε να διατηρήσουμε. Αλλά φαίνεται πως, σήμερα, οι μαχητές του πολιτισμικού πολέμου προτιμούν να σκέφτονται τα δικά τους συμφέροντα παρά να προτέινουν μια σοβαρή πολιτική υπέρ των εθνικών και των ευρωπαϊκών συμφερόντων.