ΟΤΑΝ ΗΜΟΥΝ ΠΑΙΔΙ και έκανα αταξίες, ως συνεπές αγρίμι του νότου, η γιαγιά μου με απειλούσε ότι θα το μηνύσει στον πατέρα, που ήταν μπαρκαρισμένος στα καράβια, και όταν ξεμπαρκάρει δεν θα μου φέρει «ούτε ένα πράσινο φύλλο». Αν και στο νησί, στις άνυδρες άκρες του Αιγαίου, και το πιο ταπεινό φυλλαράκι είναι σύμβολο της γενναίας μάχης για τη ζωή, στη ρήση το «πράσινο φύλλο» ήταν κάτι ευτελές και θνητό, που σε λίγους μήνες θα ξεραθεί, θα πέσει από το δένδρο και θα χαθεί. Αλλά οι ποιητές έχουν το χάρισμα να βλέπουν τα πράγματα διαφορετικά, και να αναφωνούν, όπως ο Γιώργος Σεφέρης στο ποίημα «Παιδί», «μ’ άρεσαν πολύ τα πράσινα φύλλα». Κι όχι μόνο οι ποιητές.
Εδώ, στις άκρες του Πηλίου, τα νέα, πράσινα, προς το καφεκόκκινο, φυλλαράκια, τα τσιτσίραβλα, που σκάνε μύτη με το έμπα της άνοιξης, είναι πολύτιμα, όχι απλά γιατί σου δίνουν την αίσθηση του μεταξωτού, αλλά κυρίως για τη νοστιμιά, η οποία διατηρείται και πέρα από τα φυσικά της όρια, αν συντηρηθούν στην άλμη, για να κάνουν ταιριαστή παρέα με το τσίπουρο για πολύ καιρό. Δεν είναι για χόρταση, αλλά είναι μια πολύ καλή πηγή επενέργειας της καθημερινής ευδαιμονίας.
Σε άλλα μέρη τα τσιτσίραβλα τα αποκαλούν «κοκοράτζες», «τσουρούμελα» ή «κοκορέτσες» και τα στρώνουν στο ταψί κάτω από το κοτόπουλο με τις πατάτες προτού το βάλουν στον φούρνο για να ψηθεί· επίσης διανθίζουν τη γέμιση για τα ντολμαδάκια και την πίτα με αυτά ή απλώς την ντοματοσαλάτα.
Κι όμως, ένα τέτοιο ταπεινό φυλλαράκι –στην κυριολεξία πολλά τέτοια καινούργια μεταξένια φυλλαράκια– μπορεί να γίνει η επίγευση του τοπίου, η συναρπαστική μικρή ανακάλυψη που δίνει έναν ιδιαίτερα νόστιμο τόνο σε ολόκληρη περιοχή, πρόσφορη σε εξερευνήσεις και στη δημιουργία ταξιδιωτικών αναμνήσεων μακράς διάρκειας.
Το τοπίο σε οδηγεί πανηγυρικά στην άκρη του Πηλίου, σε ένα αδιάκοπο παιχνίδι της στεριάς με τη θάλασσα, πότε από τη μεριά του Παγασητικού και πότε από τη μεριά του Αιγαίου. Κι εκεί, στην άκρη αυτού του παιχνιδιού, στο Τρίκερι, στο παλιό σχολείο που δεν προσελκύει πια μαθητές αλλά περιηγητές, πήραμε ένα αποκαλυπτικό μάθημα παραδοσιακής οικονομίας της τροφής ή, αλλιώς, παραδοσιακής μερακλοσύνης.
Το καθετί μπορεί να μεταποιηθεί σε απολαυστική ιεροτελεστία για χάρη της ευφροσύνης, της παρέας και της σωτηρίας της ψυχής, που, ως γνωστόν, είναι πολύ μεγάλο πράγμα. Εκείνο που δεν ήταν γνωστό σε εμάς τους επισκέπτες ήταν αυτό που περιείχαν τα λίγα βαζάκια που η συλλογικότητα των νοικοκυρών διέθετε δοκιμαστικά τότε στο πωλητήριό της.
Οι γυναίκες από το Τρίκερι, βέβαια, ήξεραν πολύ καλά αυτή την ιδιαίτερη γευστική νότα της περιοχής τους, τον καλύτερο μεζέ για το τσίπουρο, λένε, τα τσιτσίραβλα, και την κατάλληλη εποχή τα μάζεψαν και έκλεισαν μια ολόκληρη παράδοση σε ένα βαζάκι, μαζί με τις πρώτες κορφές της άνοιξης, τα νεαρά φυλλαράκια της αγριοφιστικιάς, ελαφρώς βρασμένα και διατηρημένα σε αλατόνερο και ξίδι, μαζί με ροδέλες φρέσκου σκόρδου και σέλινο. Ανοίγοντας το βαζάκι είναι σαν να ελευθερώναμε το τζίνι της εξερεύνησης της περιοχής πρώτα και μετά όλων των ακρών του ελλαδικού χώρου.
Από την πραγματική άκρη του ελλαδικού χώρου στη Μεσόγειο, την Κύπρο, μας έρχονται ως «μούτες της τρεμιθιάς». «Μούτη» στην κυπριακή διαλεκτική ποικιλία είναι το ακρωτήριο, η άκρη, και τρεμιθιά είναι η αγριοφιστικιά ή, πιο επίσημα, ο τερέβινθος, που στην άκρη του Αιγαίου τη λένε ραμυθιά ή ράμυθο, και τους καρπούς της ραμύθια. Στα νησιά δεν γνωρίζουμε αν ποτέ τις έφερναν στο τραπέζι τους αλλά στην Κύπρο ξέρουμε ότι το έκαναν. Σέρβιραν τα τρυφερά φυλλαράκια βραστά με λαδολέμονο, σαλάτα, ή τα συντηρούσαν ξιδάτα.
Σε άλλα μέρη τα τσιτσίραβλα τα αποκαλούν «κοκοράτζες», «τσουρούμελα» ή «κοκορέτσες» και τα στρώνουν στο ταψί κάτω από το κοτόπουλο με τις πατάτες προτού το βάλουν στον φούρνο για να ψηθεί· διανθίζουν τη γέμιση για τα ντολμαδάκια και την πίτα με αυτά ή απλώς την ντοματοσαλάτα. Αν και ο τερέβινθος λέγεται και τσικουδιά, τα ξιδάτα τσιτσίραβλα είναι το ιδανικό ταίριασμα με το τσίπουρο, που ειδικά σε αυτή την περιοχή, στη νότια άκρη του Πηλίου, πραγματικά έχει την τιμητική του.
Η μικρή ιστορία με τα τσιτσίραβλα συνεχίζεται βραδάκι στην πλατεία του Λαύκου. Αν και έχεις πολλές άλλες ιστορίες να ζήσεις –όπως η αναζήτηση του καφενείου όπου έκανε στάση ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης σε ένα ταξίδι επιστροφής στη Σκιάθο, ή το μοναδικό Μουσείο Ραδιοφώνου που λειτουργεί εδώ, ή το ζεστό ελιόψωμο που βγαίνει από τον ξυλόφουρνο που επιμένει στο κτίριο που σχεδίασε ο Εβαρίστο ντε Κίρικο, ο πατέρας του Τζόρτζιο ντε Κίρικο, για να γίνει σταθμός για το τρενάκι του Πηλίου–, η εικόνα της κυρίας Μαλαμής που είδαμε πίσω από τα τζάμια του μικρού εστιατορίου της κόρης της, Μάγδας, να ξεδιαλέγει τσιτσίραβλα, μας έβαλε σε νέες, πρωτόγονες περιπέτειες. Τα διάλεγε για να τα κάνει βραστά και να τα σερβίρει με φρέσκο σκόρδο, μάραθο και ξίδι. Εκείνη μας αποκάλυψε ότι στις παρυφές του δρόμου της επιστροφής μας την επομένη θα συναντούσαμε ανοιγμένες τσιτσιραβλιές και μας εφοδίασε με μερικά φυλλαράκια για να τις αναγνωρίσουμε.
Έχει δίκιο ο ποιητής. Στα παιδιά αρέσουν πολύ τα πράσινα φύλλα. Γιατί κι εμείς είχαμε τον ενθουσιασμό των μικρών παιδιών, καθώς μετατρέψαμε τον δρόμο της επιστροφής σε «σαφάρι» για τσιτσίραβλα, φορτισμένοι από τη χαρά του ανθρώπου που αναζητεί ο ίδιος την τροφή του στη φύση, έστω και με τις αμφιβολίες των άμαθων, καθώς συγκρίναμε τις φουντίτσες της κυρίας Μαλαμής με αυτές που βρήκαμε στην άκρη του δρόμου από Λαύκο για Μετόχι και Αργαλαστή. Γιατί βρήκαμε τσιτσίραβλα, αν και οι αγριοφιστικιές σε αυτήν τη διαδρομή στην άκρη του δρόμου είχαν ήδη τρυγηθεί. Μαζέψαμε όμως τόσα όσα μας ήταν απαραίτητα για να έχουμε την ικανοποίηση της δικής μας ανακάλυψης και να τροφοδοτήσουν αυτό το υπέροχο συναίσθημα του ανθρώπου-τροφοσυλλέκτη που τόσο λείπει από τον πολιτισμό της καθημερινής μας ζωής στην πόλη. Αυτό που αναδύεται μαζί με τη χαρά της παρέας που σμίγει στο τραπέζι με τα πιατάκια με τα τσιτσίραβλα, δίπλα στα μικρά ποτηράκια του τσίπουρου. Κι όταν τα ποτηράκια γίνονται χαρωπά καμπανάκια του κεφιού, ο μεζές μας είναι κάτι παραπάνω από απλά χόρτα τουρσί· έχει τη γεύση της βόλτας για τη συλλογή τους, της συνεργασίας για την προετοιμασία τους και των μοιρασμάτων μεταξύ της παρέας που σμίγει γύρω από το τραπέζι για να επικοινωνήσει καθώς τα γεύεται.