ΤΑ ΧΡΩΜΑΤΑ ΤΩΝ ΜΠΛΑΟΥΓΚΡΑΝΑ της Βαρκελώνης, της Μπαρτσελόνα που είναι «més que un club» (σ.σ. «περισσότερο από ένας σύλλογος»), προσέφεραν στον Αλέξη Τσίπρα μια καλή πλατφόρμα ώστε να οικοδομήσει την αναγκαία αναμονή για τον τρίτο –και σπουδαιότερο– σταθμό του περίφημου «rebranding» του: την ίδρυση, δηλαδή, του νέου του κόμματος με την ονομασία «Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη» και το ήδη κατακρεουργηθέν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ακρωνύμιο «ΕΛ.Α.Σ.». Της παρουσίασης του νέου κόμματος στους πρόποδες της Ακρόπολης είχαν προηγηθεί η ίδρυση του ινστιτούτου που φέρει το όνομά του και ακολούθως η συγγραφή της «Ιθάκης» – της δικής του εκδοχής για το τι πραγματικά συνέβη το τραυματικό 2015, όταν η Ελλάδα ισορρόπησε μεταξύ της παραμονής και της εξόδου από την ευρωζώνη, σωζόμενη την ύστατη ώρα και στιγμή.
Καθένα από τα χρώματα της Μπάρτσα έχει το πολιτικό νόημά του στο νέο επεισόδιο της πολιτικής σταδιοδρομίας του πρώην πρωθυπουργού. Αν και δεν φιλοδοξούμε να πείσουμε ότι βρισκόμαστε στο μυαλό του, θα λέγαμε ότι το μπλε συμβολίζει την Ελλάδα και «φωτογραφίζει» τον νέο πατριωτισμό τον οποίο σταθερά επικαλείται σε πολλές από τις ομιλίες του. Το δε βαθύ κόκκινο φέρει μαζί του το «επαναστατικό πρόσημο» που είναι ξεκάθαρο ότι δεν μπορεί –και λογικά ούτε θέλει– να αποχωριστεί ο πρώην πρωθυπουργός στην προσπάθειά του να επιστρέψει στο πολιτικό σκηνικό. Καλή η στροφή προς το πολιτικό κέντρο (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό στις ημέρες μας), αλλά χωρίς άγκυρα στα δεξιά ή στα αριστερά, η βύθιση ενός πολιτικού εγχειρήματος μοιάζει βεβαία.
Αν έχουμε σειρά εκλογών, το πολύ κρίσιμο σημείο θα αναδειχθεί τότε: θα μπορέσει να τραβήξει δυνάμεις από τα υπόλοιπα αντιπολιτευτικά κόμματα ενός κατακερματισμένου πολιτικού φάσματος; Μήπως ενισχύσει περαιτέρω το «αντι-τσιπρικό σύνδρομο» της Νέας Δημοκρατίας;
Εναντίον του δεξιού κατεστημένου
Ο συμβολισμός της Μπαρτσελόνα και της αντίστασης στο κατεστημένο της Μαδρίτης, που εκφράζεται από τη μισητή Ρεάλ, διαμορφώνει ενδεχομένως και το δίλημμα επί του οποίου θα επιδιώξει να στήσει από εδώ και στο εξής την εκλογική του παρουσία και στρατηγική ο Αλέξης Τσίπρας. Το νεοπαγές κόμμα του θα επιδιώξει να εκφράσει την αντίσταση στο κατεστημένο της ελληνικής κεντροδεξιάς, τη σημαία του οποίου κρατά στιβαρά η Νέα Δημοκρατία και ο Κυριάκος Μητσοτάκης από το 2016 ως σήμερα. Για να συμβεί αυτό, τα σαφή συνθήματα και –κυρίως– τα σκληρά διλήμματα είναι αναγκαία, και όσοι επιμένουν να τα απορρίπτουν ως πολιτική έκφραση εκτοξεύουν απλώς φληναφήματα.
Σημαίνει αυτό λοιπόν ότι βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ελληνικό «clasico»; Αυτό ουδείς το ξέρει. Θα το μάθουμε όταν θα στηθούν οι κάλπες. Και οι μόνοι που μπορούν να το απαντήσουν θα είναι οι Έλληνες πολίτες. Το μείζον ζήτημα όμως σε σχέση με την επιστροφή Τσίπρα δεν αφορά τα χρώματα. Αφορά τα ερωτήματα της επόμενης ημέρας που είναι αβυσσαλέα, και μια και ασχοληθήκαμε με την Μπαρτσελόνα, ίσως να βολεύει να συνεχίσουμε με σκέψη… ποδοσφαιρική. Μπορεί το κόμμα Τσίπρα να παίξει το «τίκι-τάκα» ποδόσφαιρο που πρεσβεύει ο σύλλογος της Βαρκελώνης; Να παίξει «πολιτική κατοχής μπάλας», για να παραφράσουμε τους όρους; Να ξεχάσει την «πολιτική αντεπιθέσεων» της περιόδου 2015-2016 που τον κατατρέχει ακόμη; Να πάρει την μπάλα από το προνομιακό πεδίο των βασικών του αντιπάλων, πρώτα στο γήπεδο της αντιπολίτευσης και κατόπιν σε επίπεδο εθνικό; Κι όλα αυτά χωρίς βέβαια να λησμονούμε ότι η πολιτική, όπως και το ποδόσφαιρο, θέλει καλούς παίκτες. Πάλι με όρους Μπαρτσελόνα λοιπόν, ποιοι θα είναι «οι Τσάβι και Ινιέστα» της παλιάς εποχής, ο «Όλμο και ο Γιαμάλ» της Μπάρτσα τού σήμερα;
Γήπεδο γεμάτο παγίδες
Το ελληνικό πολιτικό γήπεδο είναι κακοτράχαλο. Η δεκαετία της κρίσης δεν έχει ακόμη πλήρως εξαφανιστεί από το συλλογικό υποσυνείδητο, όσο κι αν η σημερινή κυβέρνηση θα ήθελε να είναι έτσι τα πράγματα. Με κάθε δυσκολία ή με κάποια στραβοτιμονιά, ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας θυμώνει ή αποσύρεται στον εαυτό του. Η κοινωνική εμπιστοσύνη προς τα πολιτικά κόμματα παραμένει ρηχή και όσα συμβαίνουν δεν αντιστρέφουν εύκολα αυτή την αντίληψη. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η ανισότητα ευκαιριών που βιώνουν κυρίως οι νέοι άνθρωποι και ο θυμός ή η απαξίωσή τους που φουντώνει όταν βλέπουν εκείνους που «τα ‘κονομάνε» απροκάλυπτα επειδή «ξέρουν το σύστημα» – με τον ΟΠΕΚΕΠΕ να είναι το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η κυβέρνηση έχει όπλα, κυρίως οικονομικά, και το πλεονέκτημα τής πρωτοβουλίας, για να περιορίσει κάπως αυτό το πρόβλημα – αλλά αυτό συμβαίνει επειδή… είναι η κυβέρνηση.
Το νέο κόμμα Τσίπρα δεν θα έχει αυτή την περίοδο χάριτος και ο ίδιος παραμένει μεν χαρισματικός, αλλά την ίδια στιγμή διχαστικός και για ορισμένους ακόμη και αναξιόπιστος. Η «Πυξίδα για τη Νέα Ελλάδα» θα ταλαντευθεί αρκετά για να βρει τον… Βορρά της, καθώς και ο πολιτικός χρόνος θα γίνει πιεστικός. Είναι αλήθεια ότι το μανιφέστο Σιακαντάρη ήταν περισσότερο χαοτικό από όσο έπρεπε – θα αρκούσε κάτι πολύ πιο σφιχτό που θα μπορούσε πολύ καλύτερα «να μεταγγιστεί και να μεταβολιστεί» πολιτικά, ιδιαίτερα μέσα σε ένα επικοινωνιακό περιβάλλον εντός του οποίου οι Έλληνες επιδεικνύουν ολοένα συρρικνούμενη εμπιστοσύνη στην προσφορά ειδήσεων. Η διακήρυξη του νέου κόμματος κάπως διόρθωσε αυτό το πρόβλημα, αλλά είναι νωρίς για συμπεράσματα. Χωρίς σαφές μήνυμα και χωρίς τα κατάλληλα μέσα για να το περάσουν, θα πρόκειται για γράμμα κενό.
Ο Τσίπρας προσέρχεται με ορισμένα πλεονεκτήματα στο αντιπολιτευτικό γήπεδο. Είναι νέος, έχει κυβερνήσει, διατηρεί απήχηση σε συγκεκριμένα ακροατήρια, ενώ για πολλούς στην αριστερά παραμένει ο άνθρωπος που την έφερε στην εξουσία. Ο λόγος του είναι πιο δομημένος, λιγότερο τοξικός, αν και όχι ιδιαίτερα καινοτόμος. Η δε σύγκρουση για την πρωτοκαθεδρία στον ευρύτερο κεντροαριστερό χώρο θα είναι σκληρή και μετωπική, ενώ η έκβαση της μάχης με το ΠΑΣΟΚ θα κρίνει πολλά. Για την επικράτηση δεν θα αρκέσει η ένταση στις αντιδεξιές και αντιμητσοτακικές κορόνες. Ορισμένες πρώτες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι η ΕΛΑΣ μπορεί να βρεθεί απευθείας στη δεύτερη θέση εφόσον γίνουν εκλογές. Αν έχουμε σειρά εκλογών, το πολύ κρίσιμο σημείο θα αναδειχθεί τότε: θα μπορέσει να τραβήξει δυνάμεις από τα υπόλοιπα αντιπολιτευτικά κόμματα ενός κατακερματισμένου πολιτικού φάσματος; Μήπως ενισχύσει περαιτέρω το «αντι-τσιπρικό σύνδρομο» της Νέας Δημοκρατίας;
Δύσβατο διεθνές περιβάλλον
Η Ελλάδα έχει τις ιδιαιτερότητές της, αλλά ο Τσίπρας θα πρέπει να συνυπολογίσει ότι το ευρύτερο ευρωπαϊκό και διεθνές περιβάλλον δεν είναι σήμερα τόσο φιλόξενο για το τρίγωνο «σοσιαλδημοκρατία, πολιτική οικολογία, ριζοσπαστική αριστερά». Συνομιλητές του πρώην πρωθυπουργού σημειώνουν ότι όσα είδε στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά το σύντομο διάστημα που παρακολούθησε το Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ τού προσέφεραν γόνιμη ύλη για σκέψη. Η αμερικανική αριστερά και κεντροαριστερά όμως λειτουργεί παραδοσιακά με άλλους όρους σε σχέση με την Ευρώπη.
Στη γηραιά ήπειρο, τα κεντροαριστερά ή ριζοσπαστικά αριστερά κόμματα βρίσκονται σε δραματική υποχώρηση. Το Σοσιαλιστικό Κόμμα του πρωθυπουργού Πέδρο Σάντσεθ στην Ισπανία αποτελεί το τελευταίο προπύργιο, αλλά μοιάζει δύσκολο να αντέξει στις επόμενες βουλευτικές εκλογές του 2027. Η ευρωπαϊκή κεντροαριστερά βρίσκεται σε υποχώρηση στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία, στην Πορτογαλία, ενώ ακόμη και η ταυτότητά της έχει πολλές αποχρώσεις, όπως απέδειξε η ιστορία της πρωθυπουργού της Δανίας Μέτε Φρεντέρικσεν στις πρόσφατες εκλογές. Δεν υπάρχει επομένως ξεκάθαρα μοντέλο προς αντιγραφή. Επιπλέον, οι προκλήσεις είναι τεράστιες. Η παγκοσμιοποίηση έχει φέρει τεράστιες ανισότητες και αυτό έχει πλήξει τις καπιταλιστικές δημοκρατίες και την αξιοπιστία τους. Η δε Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πλέον μετατραπεί σε ένα μάλλον «δεξιό club» σε όλα τα επίπεδα των κοινοτικών θεσμών ή της γραφειοκρατίας. Κι όλα αυτά χωρίς να ακουμπήσει κανείς την «καυτή πατάτα» της ακροδεξιάς ή σκληρής ή νατιβιστικής δεξιάς, που σταδιακά κερδίζει όλο και περισσότερο έδαφος. Η επικράτησή της σε μία από τις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες θα άλλαζε δραματικά τα δεδομένα.
Πόση σημασία έχουν όμως αυτά στη μικρή γωνιά της Ευρώπης που λέγεται Ελλάδα; Η κυνική απάντηση είναι: ό,τι πουν οι κάλπες. Το ζήτημα για τον Αλέξη Τσίπρα είναι ότι πρέπει να φτιάξει ομάδα και σύστημα που θα παίξει το «τίκι-τάκα» που θα επιθυμούσε. Στο άλλο μισό του γηπέδου, πάντως, βρίσκεται ένας προπονητής που τα τελευταία χρόνια διαθέτει μια ομάδα –ίσως με ισχνό πάγκο– η οποία καταφέρνει και κερδίζει. Διαθέτει επίσης την ικανότητα να απευθύνεται σε ευρύτερα ακροατήρια και να μη φοβάται να αγγίζει και τα μεγάλα θέματα της εποχής. Μένει να φανεί αν ο… διεκδικητής έμαθε από τα λάθη του ή απλώς έμαθε να τα καλύπτει σωστά.
*Ο Άγγελος Αλ. Αθανασόπουλος είναι δημοσιογράφος.