
Η Αθήνα των τελευταίων είκοσι χρόνων έχει κάνει ένα άλμα που λίγες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες έχουν καταφέρει! Όταν πρωτοήρθα να μαγειρέψω εδώ, οι επιλογές ήταν περιορισμένες και ο Έλληνας πελάτης δύσπιστος απέναντι σε οτιδήποτε ξέφευγε από τα γνώριμα. Σήμερα η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική.
Αυτό που κρατάω είναι η γενιά των νέων μαγείρων που επέστρεψαν από κουζίνες του εξωτερικού με γνώση αλλά και σεβασμό στην ελληνική πρώτη ύλη. Μαγαζιά όπως το Delta του δικού μου Παπαζαχαρία, το Soil του Τάσου Μαντή, το Cookoovaya ή η δουλειά του Άρη Βεζενέ δείχνουν μια Αθήνα που μιλάει τη δική της γαστρονομική γλώσσα. Παράλληλα, ταβέρνες όπως το Δίπορτο, το oινομαγειρείο Ο Κουκλής, ο Οικονόμου, κρατούν ζωντανή την ψυχή της πόλης.
Αυτό που θα ήθελα να αλλάξει είναι η εμμονή με το trendy. Πολλά μαγαζιά ανοίγουν για να ακολουθήσουν μια μόδα και κλείνουν προτού προλάβουν να αποκτήσουν ταυτότητα. Χρειαζόμαστε λιγότερο Instagram και περισσότερη αλήθεια στο πιάτο. Παράλληλα, η αίθουσα χρειάζεται την ίδια προσοχή με την κουζίνα – εκεί έχουμε ακόμα δρόμο να διανύσουμε. Η Αθήνα έχει όλα τα φόντα να γίνει κορυφαίος γαστρονομικός προορισμός· της λείπει μόνο λίγη υπομονή ακόμα, και λιγότερος θόρυβος.
Η έννοια της γαστρονομίας μπήκε στη ζωή μας δυναμικά με την έλευση της νέας χιλιετίας. Ξεκινήσαμε να δοκιμάζουμε τον ουρανίσκο μας, προσφέροντάς του νέες γευστικές εμπειρίες. Όλα ξεκίνησαν με τη μοριακή κουζίνα. Πιάτα με αφρό, παρασκευασμένα σε υγρό άζωτο, πιάτα sous vide, άλλαξαν την εικόνα του φαγητού στην Ελλάδα. Ακολούθησαν πολλές νέες τάσεις από τότε. Μπήκαν στην καθημερινότητά μας καινούργιες γευστικές συνήθειες, όπως η σκανδιναβική κουζίνα, το umami, το brunch, το σούσι και άλλα πολλά. Τότε οι Έλληνες σεφ άρχισαν να πειραματίζονται και με την ελληνική κουζίνα. Μελέτησαν τη μαγική απλότητα των ελληνικών συνταγών και τον σπάνιο πλούτο των πρώτων υλών που παράγονται στην Ελλάδα και έκαναν θαύματα. Πλέον, στα εστιατόριά τους προσφέρονται προτάσεις σύγχρονες ελληνικής κουζίνας που ενθουσιάζουν ντόπιους και ξένους. Ο Χριστόφορος Πέσκιας με το Dopios Athens, ο Μανώλης Παπουτσάκης με το Pharaoh, ο Λευτέρης Λαζάρου στα ψάρια και τα θαλασσινά, η Αργυρώ Μπαρμπαρίγου με τον Παπαδάκη, το Μanari, που αναβίωσε την ελληνική ταβέρνα, αποτελούν εξαιρετικά παραδείγματα εξέλιξης στην ελληνική γαστρονομία.
Στη ζαχαροπλαστική τα βήματα είναι πιο αργά. Υπάρχει μια νέα γενιά αξιόλογων ζαχαροπλαστών που προσπαθούν να βρουν την ταυτότητά τους. Επηρεασμένοι από τη γαλλική ζαχαροπλαστική –που αποτελεί τον απόλυτο καθοδηγητή όλων–, την τηλεόραση και τα social media, προσπαθούν να βρουν τρόπους να εξελιχθούν. Δεν έχουν αναπτύξει ακόμα το προσωπικό στοιχείο που θα τους κάνει μοναδικούς. Χρησιμοποιώντας τις επιρροές τους δημιουργικά, ελπίζω ότι σύντομα θα καταφέρουν να αναδείξουν την παραδοσιακή ελληνική ζαχαροπλαστική και να δημιουργήσουν μια νέα τάση με τη δική τους υπογραφή.
Από την υπερβολή των '90s και των '00s, όταν στη γαστρονομική Αθήνα πρωταγωνιστές ήταν οι αρχιτέκτονες που σχεδίαζαν τους χώρους εστίασης και οι μιλανέζικοι οίκοι που προμήθευαν τις καρέκλες, φτάσαμε την τελευταία δεκαετία να εκθειάζουμε τις πιο ταπεινές πρώτες ύλες της ελληνικής γης.
Παρά την αμετροέπεια που μας χαρακτηρίζει, το θετικό είναι ότι έτσι διαμορφώνεται μια σύγχρονη γαστρονομική σκηνή που έχει ως επίκεντρο ποιοτικές πρώτες ύλες και ότι αφιερώνεται χρόνος στην παρασκευή τους. Αυτό λειτουργεί ως αντίπαλο δέος στο γρήγορο και υπερεπεξεργασμένο φαγητό που συνδέεται άμεσα με επιπτώσεις στην υγεία.
Η γαστρονομική πραγματικότητα της Αθήνας οφείλει πολλά σε μάγειρες με εμπειρία σε θεσσαλονικιώτικα εστιατόρια αναφοράς. Πρώτες ύλες και συνταγές από κάθε σημείο της Ελλάδας συνδυάζονται ευφάνταστα με μεσογειακά, βαλκανικά και ασιατικά στοιχεία, επιτυγχάνοντας ένα ποικιλόμορφο αποτέλεσμα στο πιάτο μας.
Ανεξάρτητα από αυτήν τη τάση, θεωρώ ότι δεν πρέπει να χαθεί η κλασική ελληνική κουζίνα, γι' αυτό και εστιατόρια του κέντρου όπως τα Βλάσσης, Φιλίππου, Καφενείο, Οικονόμου και Βασίλαινας κυριαρχούν στις προτιμήσεις μου. Η διάρκεια και η διατήρηση της ποιότητας είναι, κατά τη γνώμη μου, το πιο σημαντικό στοιχείο στην εστίαση.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια η Αθήνα άλλαξε ριζικά και μαζί της άλλαξε και ο τρόπος που τρώμε, βγαίνουμε και αντιλαμβανόμαστε τη γαστρονομία. Από μια εσωστρεφή σκηνή, που για πολλά χρόνια στηριζόταν κυρίως στην ταβέρνα, στο σουβλατζίδικο και στο κλασικό εστιατόριο, περάσαμε σε μια σκηνή πολύ πιο σύνθετη, άκρως δημιουργική, πιο ανήσυχη και πιο εξωστρεφή, καταφέρνοντας να δημιουργήσουμε ένα γαστρονομικό τοπίο που ανταγωνίζεται στα ίσια αυτό οποιασδήποτε άλλης πρωτεύουσας. Έτσι, ο γύρος, το τζατζίκι και το Greek moussaka έπαψαν πλέον να προσδιορίζουν τις επερχόμενες γενιές επαγγελματιών της γαστρονομίας, οι οποίοι με γνώμονα τη γνώση και τις εμπειρίες μεταφράζουν και φιλτράρουν αλλιώς την παράδοση, με αποτέλεσμα να γεννιούνται πράγματα καινούργια.
Αυτό που κρατάω περισσότερο είναι η αυτοπεποίθηση των ανθρώπων της εστίασης. Νέοι μάγειρες με σοβαρή κατάρτιση και απεριόριστη δημιουργικότητα, φούρνοι, μικρά μαγαζιά, έθνικ κουζίνες, wine bars, καφέ και σύγχρονα εστιατόρια δείχνουν ότι η Αθήνα δεν προσπαθεί πια απλώς να αντιγράψει το εξωτερικό αλλά να βρει τη δική της φωνή. Και τα καταφέρνει περίφημα σε συνθήκες που εξακολουθούν να είναι αντίξοες, σε ένα τοπίο ακραία εχθρικό απέναντι σε κάθε μορφής επιχειρηματικότητα. Με συγκινεί ιδιαίτερα η στροφή στην ποιότητα και στον σεβασμό της πρώτης ύλης, στο δημιουργικό και νόστιμο φαγητό. Αυτά είναι τα στοιχεία που δίνουν πραγματική ταυτότητα στην πόλη.
Αυτό που θα ήθελα να αλλάξει είναι η υπερβολή. Μερικές φορές η εικόνα προηγείται της ουσίας, οι τιμές ξεφεύγουν χωρίς να αποκτούν αντίστοιχη ποιότητα και η έννοια του concept γίνεται πιο σημαντική από τη φιλοξενία. Η Αθήνα έχει τεράστια ενέργεια· το στοίχημα είναι να μείνει αληθινή, γενναιόδωρη και ανθρώπινη.
Προορισμοί παλιοί και καινούργιοι στους οποίους επιστρέφουμε συχνά στην Αθήνα είναι το Τanpopo, το Pharaoh, ο Μοnokeros για σφολιάτες, το Guerilla Chef Burgers για μπέργκερ, το Μακεδονικό στη Σόλωνος για λουκανικόπιτα και Milko, ο Γιώργος και Μάνος στα Εξάρχεια και ο Ανδρέας στην Καισαριανή για πιτόγυρο, ο Νικήτας στου Ψυρρή, ο Μαύρος Γάτος και το Δίπορτο για τα κλασικά, το Thiriο, το RawBata και το Ex Machina για ενέσεις φαντασίας και, φυσικά, το ΦΙΤΑ, οι Σεϋχέλλες και τα Άκρα για να ευφραίνεται η ψυχή μας με το γάργαρο γέλιο των πολύ κοντινών μας φίλων.
Χρειάστηκαν δύο δεκαετίες ή κάτι παραπάνω αλλά η Αθήνα, όσον αφορά τον τομέα της γεύσης, δείχνει να εγκαταλείπει με επιτυχία τον… καναπέ του ψυχολόγου. Πιο απλά, αν προσπαθήσει κανείς να συνοψίσει τη γαστρονομική της πορεία τα τελευταία είκοσι χρόνια, μάλλον θα πρέπει να ξεκινήσει από το γεγονός ότι η πόλη απέκτησε επιτέλους αυτοπεποίθηση. Κάποτε η αθηναϊκή εστίαση κοιτούσε διαρκώς προς το εξωτερικό για επιβεβαίωση. Σήμερα βλέπουμε μαγαζιά που πατούν με άνεση πάνω στην ελληνική πρώτη ύλη, στις τοπικές συνταγές και στη σύγχρονη δημιουργικότητα, χωρίς να αισθάνονται την ανάγκη να «μεταμφιεστούν» σε κάτι ξένο. Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο κέρδος. Η Αθήνα πλέον τρώει ελληνικά, αλλά με ανοιχτό μυαλό.
Είναι μεγάλη η βελτίωση στην ποιότητα. Από το street food μέχρι τα fine dining εστιατόρια, βλέπεις γνώση, καλύτερη τεχνική, ενημερωμένες λίστες κρασιών, επαγγελματισμό και μια νέα γενιά ανθρώπων που έχουν ταξιδέψει, έχουν δουλέψει έξω και έχουν επιστρέψει με εμπειρίες. Ο επισκέπτης μπορεί πλέον να γνωρίσει την Ελλάδα μέσα από το φαγητό που βρίσκει στην Αθήνα χωρίς να χρειάζεται να φύγει από την πόλη.
Θα ήθελα, ωστόσο, να αλλάξει η υπερβολική ομοιομορφία που αρχίζει να εμφανίζεται. Βλέπουμε συχνά μαγαζιά να ακολουθούν τάσεις σχεδόν μηχανικά: ίδιοι κατάλογοι, ίδια αισθητική, ίδιες «ινσταγκραμικές» ιδέες. Κάποιες φορές η εικόνα κερδίζει τη γεύση. Θα ήθελα περισσότερη προσωπικότητα, λιγότερη βιασύνη και μεγαλύτερη στήριξη στους μικρούς παραγωγούς, που τελικά είναι η πραγματική βάση κάθε σπουδαίας γαστρονομικής σκηνής.
Ήρθα στην Αθήνα το 2014. Δεν πρόλαβα την προηγουμένη δεκαετία, έτσι δεν έχω μέτρο σύγκρισης. Σίγουρα η Αθήνα που γνώρισα δεν είναι πια η ίδια με τώρα. Οι τάσεις και τα trends από το εξωτερικό και οι άστοχες μεταφορές τους, τις περισσότερες φορές, στην ελληνική πραγματικότητα έδωσαν τη θέση τους στην αμεσότητα και στην παράδοση, στην αναγνώριση και εκτίμηση της εποχικής πρώτης ύλης, σε μια ελευθερία εκκίνησης. Οι άνθρωποι της εστίασης απέκτησαν την αυτοπεποίθηση να επενδύσουν, να πειραματιστούν, να επαναπροσδιορίσουν την έννοια της φιλοξενίας και να αισθανθούν πως αυτό που προσφέρουν είναι κατανοητό. Μαγαζιά όπως το Vezene, το ΦΙΤΑ, η Cookoovaya, το Pharaoh, το Nolan, το Ex Machina, η Ταβέρνα των Φίλων, τα Άκρα και ελπίζω κι εμείς, βοήθησαν το καθένα με τον τρόπο του να διαμορφωθεί μια νέα αντίληψη γύρω από την αθηναϊκή γαστρονομία, όχι απαραίτητα επειδή άλλαξαν την ελληνική κουζίνα αλλά επειδή κατάφεραν να δημιουργήσουν χώρους με σαφή προσωπικότητα και αίσθηση τόπου. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι αυτά τα νέα μαγαζιά δεν ήρθαν να αντικαταστήσουν την παλιά Αθήνα αλλά να σταθούν επάξια δίπλα σε μέρη που κουβαλούν ήδη ιστορία και μνήμη, όπως το Δίπορτο, η Ταβέρνα του Οικονόμου, η Μαργαρώ, τα σουβλάκια του Κώστα. Η σκηνή απέκτησε χαρακτήρα. Το dinner έγινε κανονική έξοδος και συνήθεια παράλληλα. Οι Αθηναίοι άρχισαν να ενδιαφέρονται περισσότερο για την κουλτούρα του φαγητού και τις νέες προτάσεις, «αναγνώρισαν» τα πρόσωπα πίσω από τις φωτιές και τα λαχανικά, μοιράστηκαν τραπέζια και κρατήσεις με ανθρώπους από όλο τον κόσμο, μια και η Αθήνα, από ένα σύντομο πέρασμα πριν από τις καλοκαιρινές διακοπές, έγινε ένα νέο πολιτιστικό και γαστρονομικό κέντρο. Από την άλλη, αντιλαμβάνομαι και την ταχύτητα της εποχής: τα likes και τα stories, τις Google κριτικές και τις προσδοκίες, τα πολυάριθμα ανοίγματα χώρων και την εύλογη και αναπόφευκτη μίμηση, τα δίωρα slots –που δυστυχώς είναι απαραίτητα–, τις κρατήσεις μέσα από τις πλατφόρμες. Ίσως όλα αυτά να είναι απλώς το τίμημα που πρέπει να πληρώσεις σε μια πόλη που αλλάζει γρήγορα και που πλέον βρίσκεται συνεχώς εκτεθειμένη. Το ζητούμενο μάλλον είναι να μη χαθεί η αίσθηση της αυθεντικότητας, της προσωπικότητας και της φροντίδας που έκανε την αθηναϊκή σκηνή να ξεχωρίσει τα τελευταία χρόνια.
Είναι γεγονός ότι η Αθήνα έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια. Δεν είμαι από εδώ, οπότε δεν έχω παιδικές μνήμες από την πόλη, αλλά τα χρόνια που ζω και δραστηριοποιούμαι εδώ βλέπω μεγάλες αλλαγές, και καλές και δύσκολες. Σίγουρα η πόλη έχει πια πολλές και ουσιαστικές επιλογές για φαγητό. Πολύ περισσότερες από παλιά, και κατά τη γνώμη μου πιο αληθινές. Βλέπω να χτίζεται ένα γαστρονομικό προϊόν με μεγάλες δυνατότητες, όχι μόνο για το παρόν αλλά και για το μέλλον της Αθήνας. Αυτή την άποψη την έχω από την εποχή που ήταν ντροπή να έχεις ντολμαδάκια ή γεμιστά στο μενού και για να μπουν έπρεπε πρώτα να αποδομηθούν.
Από την άλλη, υπάρχει και μια τάση μιμητισμού. Αν αυτή προκύπτει από αγάπη, γνώση και πάθος για ένα είδος εστίασης, έχει λόγο ύπαρξης και μπορεί να προσφέρει στο σύνολο. Όμως υποψιάζομαι ότι κάποιες φορές δεν συμβαίνει αυτό, και τότε όλο αυτό κουράζει τον κόσμο. Όταν οι νέες προσπάθειες δεν έχουν όραμα και έμπνευση, τότε όλα μοιάζουν ίδια.
Μου αρέσει πολύ που μικρά μαγαζιά ζωντανεύουν τις γειτονιές και τους δίνουν ρυθμό. Αυτό όμως πρέπει να γίνεται με σεβασμό στους κατοίκους και στις ανάγκες τους. Γιατί αλλιώς ένα ονειρεμένο σκηνικό μπορεί εύκολα να γίνει εφιάλτης για τους ανθρώπους που ζουν εκεί, μέχρι τελικά να αναγκαστούν να φύγουν προς πιο περιφερειακές περιοχές. Και αν οι πόλεις αδειάσουν από τους μόνιμους κατοίκους τους και τη θέση τους πάρουν μόνο οι επισκέπτες, τότε όλη αυτή η προσπάθεια θα καταρρεύσει, δεν θα αντέξει στον χρόνο.
Για μένα, η μεγαλύτερη αλλαγή στη γαστρονομική σκηνή της Αθήνας είναι ότι πλέον δεν μπορείς απλώς να εμφανιστείς κάπου για φαγητό και να μείνεις όλο το βράδυ. Αυτή η αυθόρμητη ανεμελιά έχει χαθεί, τώρα που δεν μπορείς να βρεις τραπέζι ούτε στην ταβέρνα της γειτονιάς σου χωρίς κράτηση. Τα δίωρα sittings μοιάζουν παράταιρα στην Αθήνα, μια πόλη όπου το να κάθεσαι με τις ώρες γύρω από το τραπέζι, ενώ φίλοι και φίλοι φίλων έρχονται και φεύγουν, ήταν πάντα τρόπος ζωής.
Η εποχικότητα και η απλότητα είναι τα θεμέλια της ελληνικής κουζίνας. Εκτιμώ τις νεο-ταβέρνες που αναδεικνύουν μικρούς παραγωγούς και κρατούν τα πράγματα λιτά, αλλά εξελίσσουν την παράδοση όσο χρειάζεται ώστε το γνώριμο να μοιάζει ξανά φρέσκο. Το Manari πετυχαίνει ιδανικά αυτή την ισορροπία μεταξύ της old-school χασαποταβέρνας και του σύγχρονου ύφους. Το απόλυτα αγαπημένο μου μέρος για φαγητό είναι η Ταβέρνα των Φίλων, για τη ζεστή, ανεπιτήδευτη, νοσταλγική ατμόσφαιρα και το πραγματικά εποχικό μενού της.
Λατρεύω το γεγονός ότι έχουν έρθει τόσες διαφορετικές κουζίνες στην πόλη. Μερικά από τα πιο νόστιμα μαγαζιά της Αθήνας είναι μικρά, ατημέλητα εστιατόρια, γεωργιανά, αφγανικά, αιθιοπικά και βιετναμέζικα, όπου μπορείς να φας εξαιρετικά με λιγότερα από 20 ευρώ. Τι θα ήθελα να αλλάξει; Θα ήθελα λιγότερο δυνατή μουσική στα εστιατόρια, λιγότερο άβολα καθίσματα και καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής.
Κυρίως μετά τον Covid και τη ραγδαία αύξηση του τουρισμού, η γαστρονομική ζωή της Αθήνας έχει αλλάξει εντυπωσιακά, όχι απαραίτητα θετικά. Μου κάνει εντύπωση η προβολή που έχουν πλέον τα μαγαζιά που προσφέρουν φαγητό σε σχέση με τα μπαρ και τα κλαμπ· ίσως ο κόσμος να προτιμά να κοινωνικοποιείται περισσότερο βγαίνοντας για φαγητό παρά για ποτό. Πριν από 10-15 χρόνια υπήρχαν οι μπάρμεν σταρ και τα κοκτέιλ, τώρα πλέον υπάρχουν οι σεφ σταρ που ανοίγουν όλο και περισσότερα εστιατόρια fine dining, δίνοντας μεγάλη προσοχή στις πρώτες ύλες. Προφανώς αυτός ο ανταγωνισμός έχει ανεβάσει πολύ την ποιότητα, οι τιμές όμως είναι για λίγο κόσμο.
Λιγοστεύουν όλο και περισσότερο τα μέρη όπου μπορείς να φας απλό φαγητό καλής ποιότητας και σε καλή τιμή. Νομίζω ότι ένα από τα λίγα που έχουν μείνει στο κέντρο είναι ο Νικήτας στου Ψυρρή. Αλλά για μένα έχει μεγάλο ενδιαφέρον το κομμάτι της πόλης που εκτείνεται από την πλατεία Βάθη μέχρι τα κάτω Πατήσια και περιλαμβάνει την Αχαρνών, όπου τα εστιατόρια και τα fast food των μεταναστών έχουν δώσει άλλο χρώμα και ζωή. Προτιμώ την αιθιοπική κουζίνα και αγαπημένο μου εστιατόριο είναι αυτό της Μίμης στην Κύπρου 58, στην Κυψέλη.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια η πόλη έμαθε επιτέλους να κοιτάζει την ελληνική κουζίνα χωρίς κόμπλεξ. Μετά την τρέλα της ξενομανίας, των brunch, του μπέργκερ και των διεθνών τάσεων που συχνά υιοθετήθηκαν κάπως εμμονικά, η Αθήνα μοιάζει να επιστρέφει στην ουσία: στο ελληνικό προϊόν, στην εποχικότητα, στη μνήμη και στη γεύση του τόπου μας.
Αυτό που πιστεύω ότι άλλαξε είναι ο τρόπος που βλέπουμε την ελληνική κουζίνα σήμερα. Είδαμε να έρχονται στο προσκήνιο εστιατόρια όπως η Cookoovaya, το ΦΙΤΑ ή, πιο πρόσφατα, το Άκρα, και να χτίζουν μια νέα γαστρονομική αυτοπεποίθηση. Λατρεύω το ότι οι γειτονιές μπήκαν δυναμικά στον γαστρονομικό χάρτη. Δεν τρώμε πια «μόνο στο κέντρο».
Την ίδια στιγμή, βρίσκω μια υπερβολή στα γαστροκουτούκια και τα νεο-καφενεία που για να τα επισκεφτείς πρέπει να το έχεις προγραμματίσει – κάπως έτσι χάνεται ο αυθορμητισμός. Γι' αυτό και θα με βρεις να τρώω στα μικρά καφενεία της γειτονιάς μου στην Άνω Κυψέλη. Και κάπου εκεί, το Δίπορτο συνεχίζει να μας βγάζει ασπροπρόσωπους, θυμίζοντας πως η αυθεντικότητα δεν χρειάζεται πάντα σκηνοθεσία.
Στα τέλη της δεκαετίας του '80, επικρατούσε κομφούζιο στην ελληνική κουζίνα. Στα μετακατοχικά χρόνια το μόνο που ένοιαζε τον κόσμο ήταν να χορτάσει καλά και φθηνά, ενώ υπήρχαν ελάχιστα εστιατόρια στην Αθήνα. Εισαγόμενοι σεφ και ζαχαροπλάστες έδωσαν ένα ελαφρύ σπρώξιμο προς τα μπρος και ξαφνικά, επειδή υπήρχε και λίγο χρήμα, ανακαλύψαμε το ιταλικό εστιατόριο, με γεύσεις που μας ταίριαζαν: λιαστή ντομάτα, παρμεζάνα, βασιλικό και τορτελίνι. Παράλληλα άρχισαν να σκάνε μύτη κινέζικα και κορεάτικα, αμέσως ακολούθησε η γαλλική κουζίνα, η nouvelle cuisine, αλλά τη θάψαμε γρήγορα.
Και τότε άρχισαν τα λογύδρια υπέρ της ελληνικής κουζίνας. Πολλοί μπήκαν σε αυτό το πεδίο, άλλοι με επιτυχία και άλλοι με μεγάλη αποτυχία. Σήμερα όλα αυτά παίζουν ακόμα και υπάρχουν τα πάντα. Το κυρίαρχο βέβαια είναι το σουβλάκι, που δεν θα πεθάνει ποτέ, άσε που θα θάψει το μπέργκερ σύντομα. Τέλος, μεγάλη σημασία για την επιβίωση της ελληνικής εστίασης έχει η οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών, αφού η πολλή δουλειά πλέον πέφτει σε λογαριασμούς κάτω των 50 ευρώ το ζευγάρι.
Μου αρέσει που διατηρούνται κλασικές αξίες της πόλης, οι ψηφίδες που μαρτυρούν το αληθινό κολάζ χρωμάτων της Αθήνας. Δεν μου αρέσει η εξέλιξη του κέντρου σε τουριστική πιάτσα με λουκουμάδες, σουβλάκια και παγωτά χωρίς ποιότητα, σαν γαστρονομικά τσολιαδάκια που δεν καθρεφτίζουν σε καμία περίπτωση την αληθινή ταυτότητα της πόλης.
Από την άλλη, είμαι πολύ χαρούμενος που μαγαζιά όπως η Στάνη, με το χαρακτηριστικό γιαούρτι και το άπαιχτο ρυζόγαλο, το Fatsio με τα αληθινά μαγειρευτά, η καντίνα με τα τέλεια μπιφτέκια στην ταράτσα της Καραγεώργη Σερβίας 2, έχουν καταφέρει να αντέξουν τις οικονομικές κρίσεις και να επιζήσουν.
Δεν αντέχω την ομοιογένεια στα μαγαζιά με τα ίδια καμένα χόρτα, την ίδια σπαλομπριζόλα και την ίδια μους ταραμά, σε μια χώρα με τόσα τοπικά προϊόντα και τόσες συνταγές. Θέλω να βλέπω πιο συχνά κοπανιστή Τήνου, βολάκι Άνδρου, ποντιακά περέκ και γίγαντες Πρεσπών και να μην ξαναφάω ποτέ χωριάτικη με άγευστη, άοσμη, στενάχωρη, γυαλιστερή ντομάτα.
Αδιαμφισβήτητα, η κυρίαρχη τάση των τελευταίων τεσσάρων ετών στην Αθήνα είναι η επιστροφή στην ελληνική κουζίνα, στο φαγητό της ταβέρνας, στο καφενείο – σε αυτό που άλλοτε εύστοχα και άλλοτε εντελώς άστοχα αποκαλείται γαστροταβέρνα ή γαστροκαφενείο.
Την ίδια στιγμή, όμως, στις περισσότερες περιπτώσεις αυτό γίνεται με μια «ινσταγκραμική» ή άγαρμπα φολκλόρ αισθητική και χωρίς ουσιαστική, εις βάθος γνώση της ελληνικής κουζίνας, της ιδιοσυγκρασίας της ταβέρνας και του καφενείου. Κάπως σαν να βάζεις στο σπίτι σου ανατυπώσεις διάσημων πινάκων.
Παρ' όλα αυτά, είναι μια σαφώς θετική τάση, επειδή ξαναβάζει την ελληνική κουζίνα στο επίκεντρο. Απαντά στο αίτημα των επισκεπτών για τοπική κουζίνα και τοπικά κρασιά, αλλά κυρίως επειδή μεγαλώνει μια νέα γενιά μαγείρων που επιτέλους ξέρουν να μαγειρεύουν ελληνικά. Αυτό που θα ήθελα να δω περισσότερο είναι fine dining εστιατόρια με αμιγώς ελληνική κουζίνα. Επίσης: όχι άλλη πίτσα και spritz, ρε παιδιά.
Παρατηρώ τη γαστρονομική ζωή της Αθήνας τα τελευταία χρόνια με έναν διπλό ρόλο, εκείνον της καλοφαγούς και εκείνον της μαγείρισσας. Παρατηρώ μάγειρες και εστιάτορες να τολμούν να δημιουργούν τάσεις, να ανοίγονται τα συρτάρια, να βγαίνουν τα τετράδια με τις συνταγές περασμένων γενεών και να επαναπροσδιορίζονται μέσω νέων τεχνικών, παρατηρώ την πόλη μου να γίνεται ένας γοητευτικός προορισμός τόσο για τον διεθνή foodie όσο και για τον διεθνή σεφ.
Μου αρέσει που η Αθήνα έχει γίνει τόσο νόστιμη, που προσφέρει τόσες επιλογές και η γαστρονομία είναι ψηλά στις αναζητήσεις ενός πολύ μεγάλου ποσοστού ανθρώπων. Δεν μου αρέσουν, όμως, τα «περισσέματα» αυτής της ανάπτυξης. Βλέπω τεράστιες ποσότητες food waste καθημερινά περπατώντας από το Σύνταγμα ως το Μοναστηράκι. Θα ήθελα να άλλαζε όλη η νοοτροπία γύρω από τη συσκευασία του φαγητού, την αποκομιδή των απορριμμάτων από τον δήμο, τον τρόπο που διαχειριζόμαστε εμείς οι μάγειρες αυτό που μας μένει στην κατσαρόλα.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια η Αθήνα απέκτησε μια γαστρονομική αυτοπεποίθηση που παλιότερα δεν είχε. Ταυτόχρονα, όμως, αρχίζει να εμφανίζεται μια υπερβολική ομοιομορφία. Βλέπουμε διαρκώς τα ίδια concepts, τις ίδιες αισθητικές, τις ίδιες τάσεις. Πόσο ακόμα κρουασάν; Πόσο smash burger; Πόση ναπολιτάνικη πίτσα; Πόσο φυσικό κρασί; Πόσοι γυμνοί τοίχοι; Πόσο μωσαϊκό; Πόση ανοιχτή φωτιά;
Η Αθήνα είναι πιο ενδιαφέρουσα όταν παραμένει αντιφατική. Η πραγματική γαστρονομική ταυτότητα της πόλης βρίσκεται ακόμη σε αυτήν τη ζωντανή και αυθεντική συνύπαρξη διαφορετικών κόσμων. Γιατί η δύναμή της ήταν πάντα η αίσθηση ότι «τρώγεται» στον δρόμο, στις γειτονιές, στις παρέες.
Θα ήθελα επίσης να δω μεγαλύτερη στήριξη στους μικρούς παραγωγούς. Θα ήθελα να δω περισσότερα μαγαζιά με εξειδίκευση στις πίτες, στα ελληνικά αρτοσκευάσματα, στις σούβλες, στις γάστρες, στα μαγειρευτά και στα κυριακάτικα ταψιά. Και δεν θα ήθελα να αλλάξουν ποτέ τα ιστορικά της μαγαζιά. Η Στάνη, ο Λευτέρης ο Πολίτης, ο Σπανός, ο Κτιστάκης, το Πεϊνιρλί Ραμνούντος, το Au Revoir. Είναι κομμάτι της μνήμης και της ταυτότητας της πόλης.
Στο πίσω μέρος του wine bar που άνοιξα πριν από περίπου δύο χρόνια υπάρχει ένας καθρέφτης από το ιστορικό Ιντεάλ της Πανεπιστημίου. Από τα γεύματα μικροκυμάτων στα τελευταία του Ιντεάλ και την αθηναϊκή ιντελιγκέντσια στα φυσικά κρασιά και στις κονσέρβες – χωρίς την ιντελιγκέντσια. Και εγώ είμαι μέρος του προβλήματος ή της λύσης. Αυτό είναι κάτι που θα κρίνει ο ιστορικός του μέλλοντος.
Κακά τα ψέματα, η ποιότητα της εστίασης έχει ανέβει σε ύψη δυσθεώρητα· δεν τίθεται θέμα σύγκρισης με το «ένδοξο» παρελθόν. Από την επανάσταση του τρίτου κύματος του καφέ μέχρι εστιατόρια σαν το Λινού Σουμπάσης, η Αθήνα έχει κάνει άλματα, διαμορφώνοντας μια κουζίνα που στέκεται ως μία από τις πιο ενδιαφέρουσες της Ευρώπης.
Για να πούμε όμως τα πράγματα με το όνομά τους: πόσες ακόμα ανοιχτές φωτιές, πόσα ακόμα smash burgers, πόσα ακόμα φυσικά κρασιά με γεύση κομπούτσα; Αυτό που λείπει είναι η εξωστρέφεια. Μια πόλη σε κρίση ταυτότητας, σίγουρα με περισσότερα καλά σε σχέση με είκοσι χρόνια πριν, αλλά υπάρχει ένα κενό που πρέπει να γεμίσει.
Αυτά τα είκοσι χρόνια η Αθήνα έκανε μια τεράστια βουτιά στην αυτογνωσία. Αυτό που κρατώ και με συγκινεί είναι η ανάδυση μιας νέας ελληνικότητας. Είδαμε επιτέλους τους μάγειρες να απελευθερώνονται από το κυνήγι των ξένων τάσεων και να επενδύουν στην πρώτη ύλη, στα «ταπεινά» υλικά που κρύβουν μέσα τους όλο τον ήλιο και τη μνήμη αυτού του τόπου. Η πόλη απέκτησε μια δική της «γαστρονομική γλώσσα», πιο εξωστρεφή και πολυπολιτισμική, αλλά με βαθιά ελληνική ψυχή.
Θα ήθελα να αλλάξει η «φασαρία» της εντύπωσης που συχνά υπερκαλύπτει την ουσία. Σε μια εποχή που όλα γίνονται για μια φωτογραφία στο Instagram, συχνά χάνουμε την ενέργεια και το συναίσθημα που πρέπει να μεταφέρει ένα πιάτο. Θα ήθελα να βλέπω λιγότερο «fine dining» με την έννοια της τυπολατρίας και περισσότερη ουσιαστική μαγειρική. Να επιστρέψουμε στη φιλοσοφία του μοιράσματος, όπου το φαγητό δεν είναι απλώς κατανάλωση, αλλά μια μορφή επικοινωνίας και ψυχοθεραπείας.
Θυμάμαι πολύ έντονα το πρώτο editorial του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου στo πρώτo τεύχος της έντυπης LiFO, την οποία διάβαζα στον ΗΣΑΠ από Ν. Ιωνία προς το κέντρο. Αυτό που δεν θυμάμαι είναι τι έφαγα εκείνη τη μέρα. Φαλάφελ στο Raja Jee στη Σοφοκλέους; Σουβλάκι στον Κώστα; Μπριζολάκια στον Τέλη στην Ευριπίδου; Πεϊνιρλί στην Πανόρμου; Ρεβιθάδα στο Δίπορτο; Σάντουιτς στο Γκαραντί στη Βεΐκου; Τυρόπιτα στη Δωδώνη στη Λυκούργου; Μοσχαρόσουπα στην Ήπειρο στη Βαρβάκειο; Ντολμαδάκια στον Νικήτα στου Ψυρρή;
Δεν θα εκφράσω καμία unpopular opinion, γιατί τείνω να βλέπω τα πράγματα ρόδινα. Θεωρώ ότι τρώμε ό,τι μας αξίζει, γιατί οι διαθέσιμες επιλογές είναι σημεία των καιρών. Ευτυχώς, η Αθήνα είχε και έχει συναρπαστικές γαστρονομικές ιστορίες να διηγηθεί, σχεδόν σε κάθε γωνιά της. Μπορώ να ξυπνήσω αύριο και να φάω σε όποιο από τα μαγαζιά έφαγα τελικά την 1η Δεκεμβρίου του 2005. Το θέμα είναι, σε 20 χρόνια από σήμερα, τι θα τρώμε στην Αθήνα;
Το μόνο σίγουρο στην Αθήνα είναι ότι πλέον έχεις επιλογές. Πάρα πολλές. Οι περισσότερες έρχονται και στην πόρτα σου. Στο χέρι σου είναι να βρεις αυτές που σου κάνουν. Αφού λοιπόν κάνεις ξεσκαρτάρισμα από βραβεία και λίστες, η Αθήνα έχει καλό καφέ, καλά ποτά, καλό σέρβις, καλό ψωμί, καλά γλυκά και καλό φαγητό, εξειδικευμένα μαγαζιά και ωραία κόνσεπτ.
Μου αρέσει που επιτέλους ο κόσμος του χώρου εργάζεται φυσιολογικές ώρες και ασφαλίζεται σωστά. Που το πόστο της λάντζας βρήκε την αναγνώριση που του αξίζει. Από την άλλη, οι πρώτες ύλες απαιτούν την προσοχή μας περισσότερο από ποτέ. Οι εποχές σαν να χάνονται, κάποιες φορές και η γεύση.
Αυτό που θέλει περισσότερη προσοχή, κατά τη γνώμη μου, είναι ο όγκος της πληροφορίας και η ταχύτητα με την οποία διαδίδεται. Αποτέλεσμα; Η έλλειψη υπομονής, η διάσπαση προσοχής και η ψευδαίσθηση ότι τα ξέρουμε όλα επειδή τα είδαμε σε ένα βίντεο. Θα ήθελα μέσα στα επόμενα είκοσι χρόνια ο χώρος της εστίασης να έχει περισσότερους τεχνίτες που να χρησιμοποιούν τα χέρια τους και το μυαλό τους.
Εντυπωσιακή ανάπτυξη και πλουραλισμός επιλογών με ταυτόχρονη απενοχοποίηση της ελληνικής κουζίνας θα μπορούσε να είναι ο τίτλος ενός άρθρου για το τι συνέβη στην αθηναϊκή εστίαση την τελευταία εικοσαετία. Τα εστιατόρια της Αθήνας, χάρη και στον τουρισμό, προσφέρουν περισσότερες επιλογές και υψηλότερο γαστρονομικό επίπεδο από όσο μπορούν να καταναλώσουν οι κάτοικοί της.
Η απενοχοποίηση της ελληνικής κουζίνας είναι η κυριότερη εξέλιξη στην αθηναϊκή εστίαση. Ξεκίνησε με το άνοιγμα των 48 και Milos, λίγο πριν από τους Ολυμπιακούς. Επόμενος βασικός σταθμός η «εισβολή» της γαστροταβέρνας από τη Θεσσαλονίκη. Η εντυπωσιακή επιτυχία που είχαν τα Άκρα και το Pharaoh δημιούργησε ένα πρωτοφανές κύμα από ταβέρνες και γαστροταβέρνες που έκανε πολλούς σεφ να ανατρέξουν στις μνήμες τους και στην παράδοση.
Αυτά τα είκοσι χρόνια η αθηναϊκή εστίαση μεταμορφώθηκε σε κάθε επίπεδο και εξελίχθηκε εντυπωσιακά. Επόμενος σταθμός και στοίχημα η ανάπτυξη της λεγόμενης «αθηναϊκής Ριβιέρας». Ζητούμενο πάντα η ισορροπία ανάμεσα στη λάμψη, τις παγκόσμιες φιλοδοξίες και τη συμπερίληψη των Αθηναίων.
Η αθηναϊκή εστιατορική σκηνή βρίσκεται σήμερα στην πιο ενδιαφέρουσα ίσως φάση της ιστορίας της. Όχι επειδή έγινε πιο «πολυτελής» αλλά επειδή δείχνει να αποκτά επιτέλους τη δική της γλώσσα. Σήμερα, η πόλη δείχνει να έχει αποκτήσει αυτοπεποίθηση. Το ενδιαφέρον βρίσκεται κυρίως σε έναν νέο, ενδιάμεσο χώρο: σύγχρονα μαγειρεία, chef patrons που αναλαμβάνουν προσωπικά την ευθύνη της κουζίνας τους, μικρά wine restaurants, casual χώροι με σοβαρή πρώτη ύλη χωρίς διάθεση για επίδειξη.
Περιοχές όπως η πλατεία Κλαυθμώνος, ο Κεραμεικός, το Παγκράτι, η Κυψέλη ή τα Πετράλωνα διαμόρφωσαν μια νέα κουλτούρα. Το καλό φαγητό έφυγε από τη λογική της «μεγάλης εξόδου» και μετακόμισε στο πεζοδρόμιο, στα μικρά τραπέζια, στις παρέες που ανοίγουν δεύτερο μπουκάλι κρασί χωρίς να το έχουν προγραμματίσει.
Η Αθήνα ολόκληρη μοιάζει με μια σκηνή την ώρα της πρόβας. Ακόμα μεταβατική. Υπό διαμόρφωση. Υπό αναζήτηση. Αυτό είναι μέρος της γοητείας της. Η πόλη διατηρεί ζωντανό κάτι πολύτιμο: την ανεπιτήδευτη σχέση με το φαγητό και την έξοδο.
Tα τελευταία είκοσι χρόνια, μαζί με την Αθήνα που αλλάζει καθημερινά, είδαμε να αλλάζει και η γαστρονομική ζωή της. Με τα θετικά και τα αρνητικά που φέρνει μια τέτοια γιγαντιαία αλλαγή, είδαμε την πόλη να καθιερώνεται πλέον ως ένας σημαντικός γαστρονομικός προορισμός για τους επισκέπτες και ένας foodie παράδεισος για τους μόνιμους κατοίκους της.
Αυτό που κρατώ περισσότερο είναι την αυτοπεποίθηση που έχει αποκτήσει πλέον η αθηναϊκή κουζίνα. Οι νέοι σεφ δεν φοβούνται να πειραματιστούν, να συνδυάσουν την ελληνική παράδοση με σύγχρονες τεχνικές και διεθνείς επιρροές, δημιουργώντας πιάτα που έχουν ταυτότητα, φαντασία αλλά και γερές βάσεις στην κουλτούρα μας. Παράλληλα, βλέπω με χαρά μεγαλύτερη ευαισθησία γύρω από τη βιωσιμότητα, τη συνεργασία με μικρούς παραγωγούς και τη σημασία της εποχικότητας.
Μέσα στη γρήγορη εξέλιξη της γαστρονομικής σκηνής, καμιά φορά, η εικόνα και η τάση παίρνουν μεγαλύτερο χώρο απ' όσο χρειάζεται. Παρ' όλα αυτά, η Αθήνα έχει πλέον αποκτήσει τη δική της ξεχωριστή ταυτότητα, χωρίς την ανάγκη να ακολουθήσει άλλες γαστρονομικές πρωτεύουσες. Και αυτό είναι ίσως το πιο αισιόδοξο στοιχείο.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια η Αθήνα έμαθε να τρώει αλλιώς, κυρίως γιατί έμαθε να κοιτάζει αλλιώς τον εαυτό της. Η πιο σημαντική αλλαγή είναι ακριβώς αυτή η βαθύτερη σχέση που αποκτήσαμε με την ελληνική κουζίνα σε όλο της το εύρος. Οι απλές ταβέρνες σε ένα μεγάλο ποσοστό άφησαν πίσω τους πολλές παθογένειες και συντονίστηκαν με τη μεγάλη αξία της παράδοσης. Η γαστροταβέρνα έδωσε άλλη πνοή στο ελληνικό τραπέζι.
Αυτό κρατώ από την Αθήνα αυτής της εικοσαετίας: μια γαστρονομική σκηνή η οποία άρχισε να καταλαβαίνει πως η γαστρονομική της δύναμη δεν βρίσκεται σε κάτι δανεικό αλλά σε όσα είχε πάντα μπροστά της. Θυμάμαι εποχές που η ελληνική κουζίνα έμοιαζε σχεδόν αμήχανη, ακόμα και απέναντι στον εαυτό της. Σαν να έπρεπε να απολογηθεί για την απλότητά της ή να ντυθεί με ξένα ρούχα για να θεωρηθεί ενδιαφέρουσα.
Σήμερα υπάρχει μεγαλύτερη πίστη, μεγαλύτερη περηφάνια, μεγαλύτερη συγκίνηση για όσα ήταν πάντα δικά μας. Θα ήθελα να μη χάσουμε αυτήν τη συγκίνηση μέσα στην ευκολία της επιτυχίας. Να μη θεωρήσουμε πως επειδή ξαναβρήκαμε τη γλώσσα μας, μάθαμε να τη μιλάμε τέλεια.
Tα τελευταία είκοσι χρόνια, μαζί με την Αθήνα που αλλάζει καθημερινά, είδαμε να αλλάζει και η γαστρονομική ζωή της πόλης. Την είδαμε να καθιερώνεται ως ένας σημαντικός γαστρονομικός προορισμός για τους επισκέπτες και ένας foodie παράδεισος για τους μόνιμους κατοίκους της. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον αν όλοι οι foodies αυτής της πόλης εισηγούμασταν, στη θέση του ευρώ, να γίνουν επίσημο νόμισμα της πόλης τα cinnamon buns (cb). Έτσι θα είχαμε μια καινούργια κλίμακα κατανάλωσης που, εκτός από αστεία, θα είχε και μια πολιτική χροιά.
Αγαπημένο στέκι οι Σεϋχέλλες στον Κεραμεικό, δεν θα σε απογοητεύσουν ποτέ: θα πιεις και θα φας cool, χωρίς τη μεταμοντέρνα αίσθηση του νεο-καφενείου, γιατί ξέρουν να διαλέγουν πρώτη ύλη. Αν κάτι θα εξαιρούσα από την πόλη είναι αυτοί οι τεράστιοι φούρνοι-πολυκαταστήματα που έχουν τα πάντα, αλλά ακόμα κι αυτοί δικαιολογούν την ύπαρξή τους χάρη στις χαμηλές τιμές τους. Δυστυχώς, η Αθήνα δεν έχει παλιά ιστορικά στέκια και κατά συνέπεια δεν έχει στυλ. Στην Αθήνα λείπει όλο και περισσότερο η λαϊκή μνήμη, αυτή που κάνει πραγματικά νόστιμους τους γαστρονομικούς προορισμούς.
Το ξεκίνημα της LiFO με πέτυχε πρωτοετή φοιτητή και το ενδιαφέρον μου τότε περιοριζόταν κυρίως στα μπαρ της πόλης. Σιγά-σιγά η πόλη βίωσε την άνθηση των κοκτέιλ με το Baba au Rum και αργότερα με το 42, κι εμείς παρακολουθούσαμε τη χώρα να μπαίνει στην κρίση πίνοντας τουλάχιστον καλά ποτά.
Εκείνα τα χρόνια, η αλληλεπίδραση με τη γαστρονομία της πόλης ήταν κατά κύριο λόγο μεταμεσονύχτια. Ο Παπανδρέου και η Ήπειρος πρόσφεραν την πολυτέλεια του ζεστού μαγειρεμένου φαγητού μέσα στο θεατρικό σκηνικό της Βαρβακείου. Σέρβιραν αχνιστό πατσά και σούπες ανεπιτήδευτα, φέρνοντας στο ίδιο τραπέζι κόσμο ανεξαρτήτως κοινωνικού υποβάθρου. Σήμερα το κέντρο της Αθήνας έχει αλλάξει, αυτός ο χαρακτήρας της αγοράς έχει χαθεί.
Φαίνεται ότι η καρδιά της πόλης δεν τον σηκώνει τον πατσά. Και ο πατσάς όσο πάει χάνει το γαστρονομικό και κοινωνικό του εκτόπισμα και φλερτάρει με το ενδεχόμενο να μετατραπεί σε φολκλόρ ανάμνηση του παρελθόντος, σε μια γαστρονομική σκηνή που καλύτερη η πόλη δεν νομίζω ότι έχει ξαναδεί. Αυτό μου λείπει στην πόλη.
Οι πόλεις είναι ένας ζωντανός οργανισμός, γι' αυτό μοιραία αλλάζουν, καθώς αλλάζουν και οι άνθρωποι που τις κατοικούν. Ίσως μία από τις σημαντικότερες αλλαγές είναι ότι, ενώ παλιότερα η μουσική και οι τέχνες ήταν από τα βασικά στοιχεία που καθόριζαν το δημόσιο προφίλ και το lifestyle μας, σήμερα αυτήν τη θέση την έχει καταλάβει το φαγητό. Τα κοινωνικά δίκτυα έχουν κατακλυστεί από φωτογραφίες πιάτων κάθε είδους και η γαστρονομία έχει μετατραπεί σε βασικό μέσο έκφρασης και ταυτότητας.
Μέσα σε αυτές τις αλλαγές είδαμε παλιά μας στέκια και κρυφά καπηλειά να χάνονται, αλλά ταυτόχρονα αποκτήσαμε μια πληθώρα νέων χώρων που κάποιες φορές προσφέρουν πραγματικά συναρπαστικές γευστικές εμπειρίες. Ίσως τελικά αυτοί που συνεχίζουν να λειτουργούν με τον παλιό, πιο αυθεντικό τρόπο να είναι συχνά οι μετανάστες που φτιάχνουν γνήσιο φαλάφελ στη Μάρνη ή οι Γεωργιανοί που μαγειρεύουν παραδοσιακά φαγητά της χώρας τους στα Πατήσια.
Ίσως τελικά αυτό που αξίζει περισσότερο να κρατήσουμε απ' όλη αυτή την αλλαγή δεν είναι ούτε οι τάσεις ούτε η εικόνα του φαγητού αλλά οι χώροι και οι άνθρωποι που συνεχίζουν να συνδέουν τη γεύση με την καθημερινή ζωή της πόλης, μια αίσθηση αυθεντικότητας, απλότητας και πραγματικής φιλοξενίας.
Τα τελευταία δέκα χρόνια που εγώ ασχολούμαι με τον κλάδο νομίζω πως έχουν σημειωθεί μεγάλες αλλαγές. Πιστεύω πως η εστίαση πέρασε από τη λογική του «καλού φαγητού» στη λογική της συνολικής φιλοξενίας. Άρχισαν να μετράνε εξίσου ο χώρος, η μουσική, το σέρβις, η αίσθηση που παίρνεις μπαίνοντας σε ένα μαγαζί, ακόμα και ο τρόπος που σε κάνει να νιώθεις όταν φεύγεις. Η εστίαση έγινε πιο ολιστική και πιο απαιτητική για όλους μας.
Άλλαξε και ο ίδιος ο μάγειρας. Η κουζίνα παλιά λειτουργούσε σχεδόν στρατιωτικά, με ιεραρχία αυστηρή και φόβο. Σήμερα βλέπω νέους ανθρώπους που ζητούν ισορροπία, καλύτερες συνθήκες, δημιουργικότητα και προσωπικό χρόνο, και καλά κάνουν. Για χρόνια η εστίαση έκρυβε πίσω από τη λάμψη μια μεγάλη, σιωπηλή φθορά και πολλή κούραση, σωματική και ψυχική.
Για να μην είμαι αφοριστική, πιστεύω ότι η ουσία επιστρέφει σιγά σιγά. Έπειτα από κρίσεις, πανδημία, ακρίβεια και υπερπληροφόρηση, ο κόσμος ξαναψάχνει κάτι αληθινό. Ένα πιάτο που περιέχει φροντίδα. Ένα τραπέζι που δεν προσπαθεί υπερβολικά και είναι αυτό που λέει, ένα τραπέζι.
Η Αθήνα των τελευταίων χρόνων είναι μια πόλη που τρώει, πίνει και επικοινωνεί διαφορετικά και loud. Από τη μία, είναι πραγματικά συναρπαστικό να βλέπεις γειτονιές να ζωντανεύουν, νέους ανθρώπους να παρατάνε τις 9-5 δουλειές τους και να επιχειρούν, τη street food σκηνή να εξελίσσεται, τα φυσικά κρασιά να γίνονται mainstream, τον καφέ να γίνεται ολοένα καλύτερος. Η Αθήνα αποκτά αυτοπεποίθηση, έχει βρει τη δική της ταυτότητα, αλλά ταυτόχρονα γίνεται και λίγο ίδια με όλες τις άλλες ευρωπαϊκές πόλεις.
Υπάρχει μια ομοιομορφία που αρχίζει να κουράζει. Γαστροταβέρνες με σχεδόν ίδια μενού – δεν αντέχω άλλο καρβελάκι ψωμί, ταραμοσαλάτα και ψητά καρότα –, χώροι που μοιάζουν αισθητικά μεταξύ τους και τάσεις που αντιγράφονται τόσο γρήγορα ώστε τελικά χάνουν τον χαρακτήρα τους.
Αυτό που εξακολουθώ να αγαπώ, όμως, στην Αθήνα είναι ότι, παρ' όλα αυτά, παραμένει αυθεντική σε σημεία. Μπορείς ακόμα να φας συγκλονιστικά σε ένα μικρό οικογενειακό μαγαζί δίπλα σε ένα σύγχρονο wine bar ή να ανακαλύψεις κάτι πραγματικά ιδιαίτερο εκεί που δεν το περιμένεις. Ίσως τελικά αυτή να είναι η πραγματική γαστρονομική ταυτότητα της Αθήνας.