Από την Tate στο «Ζιγκοάλα»: Ο σεφ Βασίλης Χαμάμ αφηγείται τη ζωή του

Βασίλης Χαμάμ, σεφ Facebook Twitter
Καταλαβαίνω περισσότερο έναν καλό μάγειρα αν μου μαγειρέψει κάτι ταπεινό και συνηθισμένο, φασολάδα, παρά αν μαγειρέψει έναν αφρό ή κάτι περίεργο, δεν πάει να το ’χει κάνει τέλειο. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
0

Γεννήθηκα το ’78 στη Θεσσαλονίκη, στην περιοχή Μπότσαρη, μεταξύ Χαριλάου και Τούμπας, στην Αφεντούλη. Εκεί πήγα σχολείο, στη γειτονιά όπου έχω τώρα το Estet cafe. Η μαμά μου είναι Ελληνίδα, Θεσσαλονικιά, παιδί του κέντρου, ο μπαμπάς μου Ιορδανός με καταγωγή από την Παλαιστίνη. Βέβαια, όταν μεγάλωσα, έμαθα ότι η μαμά μου ήταν υιοθετημένη, αλλά δεν έψαξε ποτέ την καταγωγή της, οπότε δεν ξέρω αν έχω το DNA το ευλογημένο, το ελληνικό.

• Από το γυμνάσιο είχα πάρει την απόφαση να φύγω στο εξωτερικό, γιατί ήμουν παιδί με καλλιτεχνικές ανησυχίες. Γενικώς, με την παρέα μου αρχίσαμε να ακούμε εναλλακτικές μουσικές και από 12 χρονών ήθελα να πάω στο Λονδίνο, γιατί πίστευα ότι όλος ο κόσμος είναι σαν το MTV. Δεν ήξερα και τίποτε άλλο, μόνο το Λονδίνο μέσα από τις μπάντες του MTV.

• Στο σπίτι μαγείρευε η μαμά. Ο μπαμπάς έλειπε πολύ γιατί δούλευε. Τρώγαμε όλοι μαζί τα Σαββατοκύριακα και έβλεπα ότι «πείραζε» το φαγητό της μαμάς μου, δηλαδή το αραβοποιούσε, γιατί θεωρούσε ότι του έλειπαν πράγματα. Όταν ήρθε στη Θεσσαλονίκη, ως φοιτητής, αναγκαζόταν να μαγειρεύει για τον εαυτό του και έπρεπε να βρίσκει τρόπους τα φαγητά να του θυμίζουν το σπίτι του, να κάνει πράγματα ψευδοαραβικά – το ίδιο έκανε και όταν μεγάλωσε. Μου φαινόταν αστείο αλλά και δημιουργικό αυτό που έκανε, ήταν λίγο σαν σκανδαλιά, αλλά υπήρχε και μια σύνδεση συναισθηματική: πρόσθετε λίγο σουμάκ, λίγο καρδάμωμο, το έκανε καυτερό. Εκεί κατάλαβα ότι μπορείς να είσαι δημιουργικός με το φαγητό και να προσθέτεις και μια παιχνιδιάρικη διάθεση.

Στο μενού μου μπορεί να βάλω απλά φασόλια ή σαρδέλες, μου αρέσουν τα φαγητά με τα οποία κάποιος έχει μεγαλώσει, άρα ουσιαστικά έχει εκπαιδευτεί με αυτά από τότε που γεννήθηκε. Αυτά τα υλικά είναι τα αγαπημένα μου.

• Μετά η μαγειρική που υπήρχε γύρω μου με έκανε να καταλάβω τι σημαίνει το ίδιο φαγητό να είναι απίστευτα νόστιμο με τον έναν τρόπο και με έναν άλλο να είναι εντελώς αδιάφορο. Και οι δύο γιαγιάδες μου έκαναν γεμιστά, η γειτόνισσα έφτιαχνε κεφτεδάκια, όπως και η μάνα μου, αλλά δεν η γεύση δεν ήταν ίδια. Κατάλαβα τι γίνεται με το ένα συν ένα: αν βάλεις κάτι μαζί με κάτι άλλο μπορεί να βγει κάτι πολύ παραπάνω από αυτό που περίμενες, κάτι φανταστικό. Στο ψωμάκι μαργαρίτα που αγοράζαμε για να φτιάξουμε σάντουιτς μπορείς να βάλεις φέτα με καρπούζι ή φέτα με ντομάτα.

Βασίλης Χαμάμ, σεφ Facebook Twitter
«Η ζωή με έχει μάθει ότι κυλάει μόνη της και άμα κολλήσει πρέπει να τη σπρώξεις λίγο να τσουλήσει. Και κυλάει και τσουλάει». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Πήγα στο Λονδίνο να σπουδάσω Αρχιτεκτονική, αλλά αποφάσισα ότι δεν μου ταιριάζει η αρχιτεκτονική, και έκανα το άλμα, πήγα στην Καλών Τεχνών, δηλαδή από κάτι που μπορούσε να μου δώσει δουλειά πήγα σε κάτι που μπορούσε και να μη μου δώσει ποτέ. Ένιωσα πολύ καλά που το έκανα αυτό το άλμα, κατάλαβα ότι αυτό ήταν που μου ταίριαζε και τα πήγα πολύ καλά και στο πανεπιστήμιο. Έκανα master στις Καλές Τέχνες στο St Martin’s, όπου τότε γινόταν χαμός από κόσμο –υπήρχαν παιδιά από παντού, έξυπνα και πολύ καλλιτεχνικά πλάσματα–, κατάφερα όμως να πάρω πρωτιά, που το είχα άχτι, γιατί ποτέ δεν ήμουν καλός μαθητής. Μετά σκεφτόμουν μήπως κάνω διδακτορικό και κάπως πέρασαν δεκαπέντε χρόνια με αυτήν τη σκέψη. Απλώς έκανα εκθέσεις από δω και από κει και δούλευα στην Tate Modern, όπου έλεγα «μην ακουμπάτε τα γλυπτά και μη βγάζετε φωτογραφίες». Δώδεκα χρόνια ήμουν στην Tate και το βιογραφικό μου ήταν μια σειρά. Μπήκα 22 χρονών και βγήκα 34, χωρίς να έχω εξελιχθεί – και όταν είσαι για καιρό σε μια δουλειά είναι σαν να δείχνεις ότι δεν θες κάτι περισσότερο, είναι δύσκολο να σε πάρει κάποιος. Οπότε, μέσα στην απελπισία μου, γιατί δεν ήξερα τι να κάνω στη ζωή μου, σκεφτόμουν ότι θα βγω στη σύνταξη και θα είμαι ακόμα στο «μην ακουμπάτε τα γλυπτά», είδα μια αγγελία σε πλατφόρμα που έλεγε: «Πείτε μας ένα πιάτο και γραφτείτε σε αυτή την πλατφόρμα, για να δίνετε φαγητό από το σπίτι που όποιος θέλει θα το παραγγέλνει. Εμείς παίρνουμε τα μισά». Όσο και να αγαπούσα τα καλλιτεχνικά, για χρόνια δεν είχα χρήματα ούτε για να πάρω λεωφορείο, δεν μπορούσα να ζήσω από την τέχνη. Το να αλλάξεις ταυτότητα στα 34 σου ήταν κάτι αρκετά βίαιο, από την άλλη ήταν μια πρόκληση. Έψαχνα να βρω τι να κάνω, κι ενώ σκεφτόμουν να κάνω training για υδραυλικός, αυτή η αγγελία μού άλλαξε τη ζωή.

• Όταν έφυγα για το Λονδίνο ήμουν 19 χρονών· ξαφνικά βρέθηκα κάπου όπου δεν μπορούσα να φάω τίποτα. Πρώτον ήταν όλα ακριβά και διαφορετικά. Τότε δεν υπήρχε και το foodie culture στο Λονδίνο, το φαγητό ήταν το πιο χάλια που μπορεί να φανταστεί κανείς. Υπήρχε το λευκό ψωμί αφρός, pot noodles, φρικτά πράγματα, αλλά μετακόμισε και η κοπέλα μου, οπότε είχα και κάποιον να φροντίσω, έπρεπε να προσφέρω σε κάποιον και να δημιουργήσω μια συνθήκη που να μας θυμίζει το σπίτι, να αισθανόμαστε μια παρηγοριά. Γιατί όταν πήγα εκεί ήμουν ακόμα παιδί, κι ενώ εδώ είχα ένα πλαίσιο, φίλους, μια ταυτότητα, στο Λονδίνο το έχασα, δεν με ήξερε κανείς, οπότε προσπάθησα να δημιουργήσω ένα άνετο περιβάλλον. Σιγά-σιγά άρχισα να προσπαθώ να μαγειρέψω και κατευθείαν το φαγητό έγινε κάτι που με ευχαριστούσε πολύ. Άρχισα να πειραματίζομαι, έκανα άθλια φαγητά, ό,τι να ’ναι συνδυασμούς, αλλά σε κάποια φάση μάς πήγαν με την Αρχιτεκτονική εκδρομή στην Ιταλία. Σταματάει το λεωφορείο ανάμεσα σε δυο χωριά, σε ένα μικρό ξενοδοχείο όπου μαγείρευε μια γιαγιά, και μας φέρνει μια κατσαρόλα ζυμαρικά με ντομάτα και βασιλικό. Το 1998-99 ο βασιλικός στην Ελλάδα ήταν μόνο στις γλάστρες στα μπαλκόνια, δεν νομίζω ότι υπήρχε πολύς κόσμος που είχε φάει βασιλικό με ντομάτα. Εκεί έφαγα πρώτη φορά al dente. Σκεφτόμουν ότι έχω μεγαλώσει τρώγοντας ζυμαρικά με ντομάτα, τι έχει γίνει εδώ τώρα και αυτό το φαγητό είναι τόσο νόστιμο και τόσο διαφορετικό; Μπήκα σε μια διαδικασία να το ψάξω μόνος μου και να προσπαθώ να αναδημιουργήσω το πιάτο στο σπίτι, επειδή ήξερα ότι είναι κάτι φτηνό. Τότε δεν υπήρχε η πληροφορία διαθέσιμη όπως σήμερα, είχε αρχίσει όμως να δημιουργείται το YouTube και σιγά σιγά άρχισα να παθιάζομαι με το φαγητό. Για κάποια χρόνια δεν υπήρχε ούτε ένα βίντεο που να μην το είχα δει, οπότε ξεκίνησα να ασχολούμαι με το φαγητό ως χόμπι, αλλά κάπως εμμονικά, και έγινε μέρος της ταυτότητάς μου. Μέχρι τότε η ζωή μου ήταν μόνο τα εικαστικά και όποτε βρισκόμουν με φίλους τούς μαγείρευα, τους έκανα πίτσες, ένα σωρό πιάτα, μαγείρευα όλη μέρα. Τότε δεν μπορούσα να σκεφτώ ότι θα γίνω κάτι άλλο στη ζωή μου, ήμουν καλλιτέχνης και ασχολιόμουν με το φαγητό ως χόμπι.

Βασίλης Χαμάμ, σεφ Facebook Twitter
«Νομίζω ότι το πιο μεγάλο μου όφελος από την ασχολία μου με το φαγητό είναι ότι έχω συνδεθεί με μια σκηνή, με ανθρώπους που αγαπάνε το ίδιο πράγμα, που είναι πωρωμένοι με αυτό». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Τη μαγειρική τη σκεφτόμουν όταν ακόμα ήμουν στην Tate. Είχε ένα εστιατόριο και έβλεπα τους σεφ, 19 χρονών ρεμάλια, διαλυμένους, καμένους, αγχωμένους, που μύριζαν κουζίνα, και έλεγα «είμαι 34 χρονών, είναι πολύ αργά για μένα». Έκανε όμως έναν ανοιχτό διαγωνισμό η Tate για ένα πιάτο που ήθελαν να βάλουν στο μενού και πήρα κι εγώ μέρος: έφτιαξα ένα λαβράκι με μια σάλτσα από φινόκιο και ούζο και κέρδισα. Είπα τότε «οπ, είμαι καλός σε αυτό το πράγμα». Έκανα τη συνέντευξη στην πλατφόρμα με την αγγελία που είχα δει ήδη και με πήραν, έτσι άρχισα να μαγειρεύω «επαγγελματικά». Είχα το στούντιο ζωγραφικής, πήρα ένα ψυγείο από έναν Πολωνό με μια λίρα, έφτιαξα ένα μενού με το παλαιστινιακό πιάτο που έχω ακόμα στο μαγαζί, το κοτόπουλο, και άρχισα να μαγειρεύω το φαγητό και να το πηγαίνω με το ποδήλατο παντού, προσπαθώντας να μην πέσω και να μη χαθώ, ενώ οι συγκάτοικοι με μισούσαν γιατί γινόταν χαμός από τάπερ και υλικά. Γύριζα στο στούντιο, μαγείρευα το επόμενο γεύμα και έκανα ξανά διανομή. Αυτό το έκανα από τις έξι το απόγευμα μέχρι τις 11 το βράδυ, μία παραγγελία κάθε μισή ώρα, και ο κόσμος άρχισε να γράφει πολύ καλές κριτικές. Εγώ γούσταρα, διαλυόμουν, αλλά μου άρεσε πάρα πολύ που ξαφνικά δούλευα με τα χέρια, με το σώμα, και πήγαινα φαγητό σε κάποιον και με το που το έτρωγε, αντιδρούσε. Είχε μια αμεσότητα όλο αυτό, σε αντίθεση με τα έμμεσα και τα πλάγια που υπάρχουν στο καλλιτεχνικό. Τότε είχα αρχίσει και το Ίνσταγκραμ και είχα καταλάβει ότι μπορούσα να βγάζω ικανοποιητικές φωτογραφίες και να μεταφέρω το μήνυμα καλύτερα από πολλούς γιατί ήξερα να χειριστώ το χρώμα και το φως. Έβλεπα ότι ο κόσμος γούσταρε που υπάρχει ένα παιδί στο Λονδίνο που φτιάχνει φαγητό λίγο ελληνικό και λίγο μοντέρνο – ανάμεσά τους και πολλοί Έλληνες. Τότε δεν υπήρχε τέτοιο περιεχόμενο, όπως υπάρχει τώρα. Μέσα σε δύο εβδομάδες μού έκαναν συνέντευξη από το Popaganda και ο Βαλλάτος μου ζήτησε να γράφω ένα άρθρο την εβδομάδα για το φαγητό – το ότι είχα έγραφα ήδη για τέχνη με βοήθησε πολύ.

• Μετά από δύο μήνες βρήκα δουλειά στο Cafe OTO, έναν χώρο συναυλιών πειραματικής μουσικής στο Λονδίνο με μοντέρνο ιρανικό φαγητό, απλό, όπου μου είπαν «μας αρέσει αυτό που κάνεις, κάνε ό,τι θες». Εκεί έκανα τα δικά μου, γνώρισα μουσικούς. Έρχονταν να παίξουν οι Sonic Youth κι έμπαιναν στην κουζίνα να αφήσουν τις κιθάρες τους, ερχόταν η Γιόκο Όνο και της έφτιαχνα χούμους, οπότε άφησα τη δουλειά μου στην Tate – γιατί μέχρι τότε τα έκανα όλα μαζί, το πρωί δούλευα εκεί, μετά πήγαινα στο cafe ΟΤΟ και το βράδυ μαγείρευα και έκανα διανομή το φαγητό μου με το ποδήλατο.  

• Μέχρι που πέφτω από το ποδήλατο, σπάω την κλείδα μου και μένω δύο μήνες off, και γυρνώντας πιάνω δουλειά στο πρώτο μαγαζί που δούλεψα με σεφ, το Cornwell Project, όπου κατάλαβα τι σημαίνει σκληρή δουλειά. Άρχισα να δουλεύω 16 ώρες τη μέρα. Εγώ ήμουν 35 χρονών και οι σεφ 19-20, πολύ δύσκολα άτομα, προσπαθούσα να κερδίσω τον σεβασμό τους, ενώ ήμουν ο πιο άσχετος απ’ όλους. Ωστόσο σκεφτόμουν ότι για μένα αυτή ήταν η δεύτερη ευκαιρία στη ζωή μου και πιθανότατα η τελευταία, οπότε έπρεπε να την πιάσω από τα μαλλιά – και το έκανα. Με άφηναν μόνο μου για δύο εβδομάδες, πήγαιναν στο Glastonbury και κρατούσα το μαγαζί. Την κουζίνα την είχε ο Mατ Τσάτφιλντ που έφερνε υλικά μόνος του από την Κορνουάλη, από regenarative farming, δούλευαν με πολύ εξελιγμένες ιδέες. Εκεί έμαθα για τα κρέατα, τα λαχανικά, τα ψάρια, την καλή πρώτη ύλη, την πρωτογενή παραγωγή στο φαγητό και την ηθική προσέγγιση στη μαγειρική. Έμεινα εκεί μερικούς μήνες και μετά συνέχισα την πορεία μου σε άλλα μαγαζιά.

Βασίλης Χαμάμ, σεφ Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Βασίλης Χαμάμ, σεφ Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Βασίλης Χαμάμ, σεφ Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Στη Θεσσαλονίκη ήρθα με τον Covid κι έμεινα. Σκεφτόμουν ότι έπρεπε σιγά σιγά να φύγω από το Λονδίνο αν είναι να ανοίξω σπίτι, να κάνω οικογένεια, γιατί εκεί ζούσα σαν φοιτητής. Ήμουν ήδη 40 και στην τελευταία μου δουλειά ήμουν σε ένα υπόγειο, στο Catalyst, άνοιγα το μαγαζί το πρωί με σκοτάδι και το έκλεινα πάλι βράδυ, δεν είχα δει φως τα τέσσερα χρόνια που ήμουν εκεί, οπότε αποφάσισα να μην ξαναγυρίσω στο Λονδίνο. Επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη μετά από 24 χρόνια χωρίς να έχω σχέδια και μετά από τρεις μέρες μου είπαν τα παιδιά της Beetroot ότι ανοίγουν το Poster και ότι θέλουν να συνεργαστούμε. Για δύο μήνες ανέλαβα την ωμή κουζίνα στο Τριζόνι, ένα μαγαζί με φανταστικό ψάρι στη Θεσσαλονίκη όπου είδα απίθανα ψάρια, τα οποία έφερναν τρεις φορές τη μέρα οι ψαράδες.

• Θυμάμαι τον παππού μου από την Ιορδανία που είχε μια απλοχεριά στο φαγητό και στο πρωινό – έφτιαχνε ένα εκατομμύριο πιατάκια που δεν ξέρω πότε τα προλάβαινε. Στο μεσημεριανό και στο δείπνο σου μπορείς να δώσεις χρόνο, αλλά το πρωινό είναι άλλο πράγμα, έχει μια πολυτέλεια, όσο λαϊκό και να το κάνεις γιατί σου δείχνει πώς σχετίζεσαι με το χρόνο, ότι δεν βιάζεσαι.

• Η απλότητα είναι στάση ζωής για πολλούς λόγους. Στο μενού μου μπορεί να βάλω απλά φασόλια ή σαρδέλες, μου αρέσουν αυτά τα φαγητά με τα οποία κάποιος έχει μεγαλώσει, άρα ουσιαστικά έχει εκπαιδευτεί με αυτά από τότε που γεννήθηκε. Αυτά τα υλικά είναι τα αγαπημένα μου. Καταλαβαίνω περισσότερο έναν καλό μάγειρα αν μου μαγειρέψει κάτι ταπεινό και συνηθισμένο, φασολάδα, παρά αν μαγειρέψει έναν αφρό ή κάτι περίεργο, δεν πάει να το ’χει κάνει τέλειο.

• Τα ψάρια είναι τα αγαπημένα μου υλικά, μου αρέσουν τα μπαχαρικά, αλλά περισσότερο αυτά που μπορούν να τα δώσουν μια κατεύθυνση και μια ταυτότητα. Μου αρέσει ο καφές αλλά σχεδόν αποφεύγω να τον χρησιμοποιώ για να μην ταυτιστώ με κάτι που μπορεί να είναι gimmick. Τον χρησιμοποιώ αρκετά, απλά δεν θέλω το μισό μενού μου να γράφει καφέ. Τώρα κάνω ένα παστέλι με σπόρια και καφέ, που το βάζω στην κολοκύθα. Αυτό που κάνει ο καφές είναι ότι δίνει ένα σχεδόν μυστηριώδες βάθος. Βέβαια, ανάλογα με το πόσο θα τον χρησιμοποιήσεις, θα «ακουστεί» και θα ταυτοποιηθεί ως γεύση.

• Γενικώς, επειδή έχω μεγαλώσει σε μια Ελλάδα που δεν ήξερα ιδιαίτερα τα ακριβά της εστιατόρια, ήξερα όμως από ταβέρνες, δεν μπορώ να συνδεθώ εύκολα, ούτε με σαγηνεύει το ακριβό φαγητό. Δεν ήταν ποτέ μέρος της ζωής μου το ακριβό εστιατόριο και δεν συγκινούμαι ιδιαίτερα από αυτό το πράγμα. Καμιά φορά θα πάω σε ακριβό εστιατόριο, όπως θα πάω να δω και μια μεγάλη ορχήστρα, ένα φαντασμαγορικό σόου, αλλά δεν είναι ο τρόπος που μου αρέσει να περνάω τη ζωή μου. Προτιμώ τα συγκροτήματα που παίζουν τρεις συγχορδίες και κάνουν κάτι που μένει στην ιστορία για πάντα.  

• Αυτό που ένιωσα δουλεύοντας στο Λονδίνο ήταν ότι εκεί υπάρχει μια μαγειρική σκηνή, όπως υπάρχουν και μουσικές σκηνές. Πηγαίνοντας από το ένα μαγαζί στο άλλο με το ποδήλατο γνώρισα πολλούς μάγειρες, φοβερά δημιουργικούς, που είχαν έντονη σχέση με το φαγητό και τη μαγειρική και μιλούσαν γι’ αυτό. Τότε ακόμα χτιζόταν αυτό το πράγμα που τώρα είναι τεράστιο μέσω των social. Ήταν σαν να ανταλλάζουμε κασέτες, ανοίγαμε τα τεφτέρια μας και ανταλλάσσαμε ιδέες, πχ. πώς είναι το μούσμουλο άμα κάνεις ζύμωση; Και αν μετά κάνεις τυρογαριδάκια και τα πασπαλίσεις με αυτό... Βγαίναμε όλοι μαζί, πίναμε πάρα πολύ και μιλούσαμε για φαγητό. Ήταν πάρα πολύ ενδιαφέρουσα περίοδος και μου θύμιζε πάρα πολύ τα καλλιτεχνικά μου χρόνια. Όταν ήρθα στη Θεσσαλονίκη ξαφνικά το έχασα αυτό, αλλά είδα ότι μπορεί να μεταφερθεί, γιατί κατά μία έννοια όλοι έχουν εκπαιδευτεί στη γεύση. Δηλαδή ξέρουν πότε κάτι τους αρέσει, τους αγγίζει, απλώς εγώ έπρεπε να βρω τη γλώσσα που θα χρησιμοποιούσα και πώς θα παρουσίαζα ένα φαγητό, στη Θεσσαλονίκη πλέον.

Βασίλης Χαμάμ, σεφ Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

• Τώρα δεν έχω τόσο αυτή την ένταση που είχα, που ήταν κάπως πιο νεανική. Προσπαθώ να έχει μια φωνή το φαγητό, τη φωνή μου, και δεν χρειάζεται να φωνάζει για να υπάρχει.

• Μου αρέσει πολύ η Αθήνα, πάντα μου άρεσε, από το 2008 που ερχόμουν ως καλλιτέχνης να κάνω εκθέσεις και μετά για pop-up μαγειρικά, μέχρι πέρσι-πρόπερσι. Μου αρέσει που υπάρχει κοινότητα, που τη μια μέρα είσαι σε ένα τραπέζι με τον έναν και την άλλη με τον άλλον, μου αρέσει που υπάρχει συνοχή, ο τάδε τύπος που κάνει εκείνα τα τυριά, αυτός που κάνει εκείνα τα κρασιά, εκείνος που βοηθάει να γίνει το χώμα καλύτερο, κι εγώ μπορώ να μαγειρέψω. Όλοι συνεισφέρουμε για να βγει ένα φαγητό που το μοιραζόμαστε μεταξύ μας και με τον κόσμο που έρχεται στα μαγαζιά μας.

• Πλέον με το TikTok και τα stories υπάρχει ένα θέμα όσον αφορά τον τρόπο που καταναλώνουμε τον ελεύθερο χρόνο και τα χρήματά μας, ή το τι θεωρείται cool. Όταν ήμασταν μικροί στο youth culture δεν υπήρχε το πού να πας να φας, μετά έγινε, με τους διάσημους σεφ, που είναι cool και σαν ροκ σταρ, τους βλέπεις στην τηλεόραση και γενικώς ειδωλοποιούνται. 

• Νομίζω ότι το πιο μεγάλο μου όφελος από την ασχολία μου με το φαγητό είναι ότι έχω συνδεθεί με μια σκηνή, με ανθρώπους που αγαπάνε το ίδιο πράγμα, που είναι πωρωμένοι με αυτό. Με βοηθάει πάρα πολύ να έχω μια σταθερά στη ζωή μου. Επειδή δεν ήμουν και το πιο κοινωνικό παιδί, είναι πολύ σημαντικό να πηγαίνω σε μέρη που ξέρω και με ξέρουν και μοιραζόμαστε αγάπη για παρόμοια πράγματα.   

• Η κουζίνα είναι δύσκολη δουλειά γιατί ο χρόνος που έχεις για προσωπική ζωή είναι ελάχιστος, αλλά η ζωή μου είναι ταυτισμένη κάπως με τη δουλειά μου. Δουλεύω μεν πολύ, αλλά το θεωρώ ζωή αυτό που κάνω, δεν το θεωρώ δουλειά.

• Τρώω σουβλάκια. Με βοηθάει και ο Ζώης σε αυτό γιατί είμαι πολύ του σουβλακιού, και μου αρέσει πολύ εδώ στην Αθήνα που είναι πιο μικρά και δεν είναι σαν τη Θεσσαλονίκης, που είναι σαν μωρά. Μου αρέσει να πηγαίνω στην Ήπειρο και να τρώω βραστή γίδα για πρωινό, μου αρέσει η κουρού της Δωδώνης, ανυπομονώ να μάθω την Αθήνα πολύ περισσότερο, προς το παρόν ξέρω μόνο από Εξάρχεια και Κυψέλη. Μου αρέσει να κάνω ποδήλατο, να βγαίνω μόνος για καφέ το πρωί και για μπίρα το βράδυ μετά τη δουλειά, να κάθομαι στο μπαλκόνι.

• Το Ζιγκοάλα είναι ένα μαγαζί που θυμίζει μαγειρείο μεν, αλλά το εύρος του είναι μεγαλύτερο και πολλές φορές νιώθω ότι δεν το ’χω γιατί δεν είναι εύκολο να σκεφτώ για ποιον μαγειρεύω. Καμιά φορά σκέφτομαι το φαγητό σαν ανέκδοτο: άλλο θα πω στους φίλους μου και άλλο στις φίλες της μάνας μου. Στο Ζιγκοάλα νιώθω ότι πρέπει να πω ένα ανέκδοτο που να μου φαίνεται απλά εμένα αστείο, γιατί θα έχω και τους φίλους μου και τις φίλες της μαμάς μου μαζί, οπότε πρέπει να βρω αυτά τα X που λείπουν από την εξίσωση μόνος μου, όπως και την ένταση και τη χροιά της ταυτότητάς μου. Επομένως είναι πολύ σημαντικό αυτό που μου συνέβη τώρα.

• Η ζωή με έχει μάθει ότι κυλάει μόνη της και άμα κολλήσει πρέπει να τη σπρώξεις λίγο να τσουλήσει. Και κυλάει και τσουλάει.

Ζιγκοάλα, Λυκούργου 9, Ομόνοια
Estet café, Ολύμπου 98, Θεσσαλονίκη

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Γεύση
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Poster: Το εστιατόριο της Θεσσαλονίκης που συστήνει τον ταλαντούχο Βασίλη Χαμάμ

Γεύση / Poster: Το εστιατόριο της Θεσσαλονίκης που συστήνει τον ταλαντούχο Βασίλη Χαμάμ

Κάποιοι έδιναν ένταση στα αυγά τους τα τελευταία χρόνια με την coffee sriracha του, αλλά δεν είχαν την ευκαιρία να δοκιμάσουν πιάτα του όπως το signature μπαμπαγκανούς, η grecocentric κουζίνα του, μια μαγειρική της διασποράς. Πλέον, στο εστιατόριο των πολυβραβευμένων Beetroot στο κέντρο της πόλης ο Βασίλης Χαμάμ ξεδιπλώνει το μοναδικό του ταλέντο.
ΖΩΗ ΠΑΡΑΣΙΔΗ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Χρύσανθος Πανάς

Γεύση / Χρύσανθος Πανάς: «Η διασκέδαση χωρίς γεύση, χωρίς αισθητική, χωρίς καλό φαγητό δεν έχει νόημα»

Ο άνθρωπος που επέμενε να μιλά για «αθηναϊκή Ριβιέρα» όταν η ιδέα ακουγόταν ουτοπική επιστρέφει τώρα στις ρίζες της οικογένειάς του μέσα από τη «Ζαΐρα», ένα βιβλίο για τη μνήμη, την απώλεια και την ανάγκη να αφήσεις πίσω σου κάτι που να αντέχει στον χρόνο.
ΤΖΟΥΛΗ ΑΓΟΡΑΚΗ
«Το κρασί έχει μέσα του και επιστήμη, αλλά το μεγάλο κρασί ανήκει στην τέχνη»

Το κρασί με απλά λόγια / Ο Πάρις Σιγάλας δεν μιλά μόνο για κρασί.

Ο Πάρις Σιγάλας δεν μιλά μόνο για κρασί. Μιλά για τη Σαντορίνη, τη μνήμη, τα μαθηματικά, την τέχνη και τον χρόνο. Είναι ένας από τους ανθρώπους που άλλαξαν για πάντα την ιστορία του ελληνικού κρασιού. Η Υρώ Κολιακουδάκη και ο Παναγιώτης Ορφανίδης τον συναντούν και ακούνε τη συναρπαστική διαδρομή ενός Πειραιώτη μαθηματικού που ερωτεύτηκε ξανά τον τόπο του μέσα από το αμπέλι.
ΥΡΩ ΚΟΛΙΑΚΟΥΔΑΚΗ | ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ
78’ με τον Ματίγια Μπάμπιτς, τον ιδρυτή του TasteAtlas

Γεύση / «Μην εμπιστεύεστε καμία λίστα απόλυτα»: Ο κύριος TasteAtlas μιλά στη LifO

Σε μια αποκλειστική συνέντευξη, ο ιδρυτής του TasteAtlas, Ματίγια Μπάμπιτς, μιλά για τη δημιουργία και τη λειτουργία μιας από τις πιο επιδραστικές παγκόσμιες πλατφόρμες γαστρονομικής χαρτογράφησης και εξηγεί γιατί το φαγητό είναι για εκείνον, πάνω απ’ όλα, μια μορφή μνήμης και πολιτισμού.
M. HULOT
Το κοτόπουλο ως πατρίδα: Aπό το pollo a la brasa στο καζάνι της ajiaco

Nothing Days / Το κοτόπουλο ως πατρίδα: Aπό το pollo a la brasa στο καζάνι της ajiaco

Με αφορμή μια λίστα του TasteAtlas, ένα ταξίδι στη Λατινική Αμερική ξεδιπλώνει την ιστορία δύο εμβληματικών πιάτων, του περουβιανού pollo a la brasa και της ajiaco, που ενώνουν τη λαϊκή απόλαυση με την πολιτισμική κληρονομιά, μετατρέποντας το φαγητό σε ζωντανή αφήγηση.
M. HULOT
«Αν το κρασί μοιάζει ίδιο παντού, κάτι έχει πάει λάθος»

Το κρασί με απλά λόγια / «Αν το κρασί μοιάζει ίδιο παντού, κάτι έχει πάει λάθος»

O Στεφάν Ντερενονκούρ, ένας από τους σημαντικότερους συμβούλους οινοποίησης στον κόσμο, μιλά για τον κόσμο του κρασιού πέρα από το marketing, την εμπειρία του από το Μπορντό μέχρι τη Συρία και εξηγεί γιατί σήμερα το πιο δύσκολο δεν είναι να φτιάξεις καλό κρασί αλλά να παραμείνεις αυθεντικός.
ΥΡΩ ΚΟΛΙΑΚΟΥΔΑΚΗ | ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ
Από το ψητό της Κυριακής στο ντελίβερι: Η ιστορία της αθηναϊκής κουζίνας

Ιστορία μιας πόλης / Από το ψητό της Κυριακής στο ντελίβερι: Αυτή ειναι η ιστορία της αθηναϊκής κουζίνας

Η αθηναϊκή κουζίνα αλλάζει καθημερινά, ανάλογα με τις ορέξεις και τα γούστα των κατοίκων της. Είναι ο καθρέφτης της κοινωνικής και πολιτισμικής εξέλιξης της πόλης. Στο νέο του βιβλίο, ο Παναγής Παναγιωτόπουλος, καταγράφει αυτήν τη συναρπαστική ιστορία.
ΑΓΙΑΤΗ ΜΠΕΝΑΡΔΟΥ