Δεν υπάρχει ίσως τίποτα πιο αθώο από τα παιδικά πορτρέτα μέσα στη στερεοτυπία που συχνά τα περιβάλλει. Φιλοτεχνημένα παλιά σε στούντιο με λιτό ή ακριβό διάκοσμο, αποτελούσαν μια υπαρξιακή μαρτυρία που συνόδευε κάποιον και στην ενήλικη ζωή του, ειδικά τις εποχές που οι άνθρωποι δεν διέθεταν πολλές εικόνες του εαυτού τους. Οι 24 φωτογκραβούρες της σειράς «Tasks & Games» (1999) ξεκινούν με αυτήν ακριβώς την πρώτη ύλη: πρόκειται για στούντιο πορτρέτα παιδιών του 19ου αιώνα, τα οποία ο Viktor Koen μεταλλάσσει σε ανησυχητικές, σκοτεινές εικόνες. Καθεμία φέρει ως τίτλο το όνομα ενός παιδικού παιχνιδιού.

 

Τίποτα παιγνιώδες δεν αναδύεται όμως από τα σώματα που εκρήγνυνται, διαστέλλονται, παραμορφώνονται ή εμπλέκονται με μηχανικά ή τεχνολογικά εξαρτήματα και τμήματα συσκευών, υποδεικνύοντας ενδεχομένως όχι μόνο πιθανούς κραδασμούς της οικογένειας αλλά και μια διαταραχή στο πλαίσιο της τεχνολογικής, μεταβιομηχανικής κοινωνίας. Τα χαμόγελα και οι εκφράσεις αθωότητας που συχνά σε τέτοιες εικόνες υμνούν την παιδικότητα εδώ μοιάζουν παράταιρα, αν όχι σαρκαστικά.

 

Το γενικό πνεύμα του έργου φαίνεται να ψηλαφεί ένα ανεπούλωτο τραύμα. Ίσως, όμως, αυτό να μην απέχει πολύ από την αλήθεια. Η γιαγιά του Koen, Σύλβια Σεβή, επέζησε από το Άουσβιτς και, όπως ο ίδιος ανακαλεί, οι διηγήσεις στα εγγόνια της, όταν αυτά είχαν μεγαλώσει αρκετά για να διακρίνουν την Ιστορία από το παραμύθι, υπερέβαιναν ενίοτε τις ανώδυνες αφηγήσεις και καταδύονταν στα σκοτεινά δωμάτια της μνήμης, εκεί όπου είχαν εγγραφεί ανεξίτηλα η φρίκη και ο όλεθρος.

 

Το έργο «Observation» πραγματεύεται έγκαιρα την υπερβολή στη χρήση της τεχνολογίας: ένα νήπιο, μαγεμένο από τη ζάλη της καταιγίδας ερεθισμάτων, με την όραση τεχνολογικά και ασφυκτικά διεγερμένη, επιπλέει σε μια ακολουθία οθονών, επιδιδόμενο στην πιο καίρια σύγχρονη, παρότι συχνά παθητική, ασχολία, αυτή του θεατή.

 

Ο Koen, που χάρη στο ευδιάκριτο ύφος του έργου του κάνει εδώ και πολλά χρόνια μια ιδιαίτερα επιτυχημένη καριέρα στο πεδίο του illustration στη Νέα Υόρκη, παρουσιάζει και σε άλλες σειρές ευφάνταστες και ανησυχητικές μορφές που συγκροτούν ένα αλλόκοτο σύμπαν. Η σειρά «Funnyfarm» (1998), για παράδειγμα, επιχειρεί να συντάξει «ένα αλφάβητο ψυχικών διαταραχών».[1] Αλλού εξετάζει τη δυσοίωνη μετενσάρκωση ανθρώπων που υπήρξαν στην προηγούμενη ζωή τους κακά διευθυντικά εταιρικά στελέχη και επιστρέφουν ως τερατόμορφα έντομα («Transmigrations», 2000). Στη σειρά «Vanity Studies» (2005) εκσυγχρονίζει τις vanitas, τις ζωγραφικές νεκρές φύσεις του 17ου αιώνα που στοχάζονταν τη θνητότητα, το εφήμερο της ζωής. Τα έργα της σειράς «Dark Peculiar Toys» (2006), αντίστοιχα, είναι φτιαγμένα από κομματιασμένες παιδικές κούκλες που ενώνονται με κομμάτια μηχανών και συσκευών.

 

Πολλά έργα φανερώνουν εξάρθρωση και μια ανεξιχνίαστη γοτθική δύναμη, ενώνοντας αιχμηρά τη λάμψη του μετάλλου με την ανθρώπινη σάρκα, το παιχνίδι με τον κίνδυνο, τον χθόνιο κόσμο με τον υποχθόνιο, ενώ συχνά ελλοχεύει σ’ αυτά μια σκοτεινή απειλή βίας, την οποία υπογραμμίζει διαρκώς μια διαδικασία ακρωτηριασμού και εικονικής συγκόλλησης. Αν το οπλοστάσιο της ψηφιακής τεχνολογίας, της οποίας ο Koen είναι ευρηματικός χρήστης, χρησιμοποιείται συχνά για την αρμονική συναίρεση στοιχείων, εδώ ανακύπτουν όψεις ενός κόσμου που έχει διαλυθεί βίαια και έχει συναρμολογηθεί με εμφανώς ετερόκλητα κομμάτια. Το γενικό πνεύμα του έργου φαίνεται να ψηλαφεί ένα ανεπούλωτο τραύμα.

 

Ίσως, όμως, αυτό να μην απέχει πολύ από την αλήθεια. Η γιαγιά του Koen, Σύλβια Σεβή, επέζησε από το Άουσβιτς και, όπως ο ίδιος ανακαλεί, οι διηγήσεις στα εγγόνια της, όταν αυτά είχαν μεγαλώσει αρκετά για να διακρίνουν την Ιστορία από το παραμύθι, υπερέβαιναν ενίοτε τις ανώδυνες αφηγήσεις και καταδύονταν στα σκοτεινά δωμάτια της μνήμης, εκεί όπου είχαν εγγραφεί ανεξίτηλα η φρίκη και ο όλεθρος. Αναγνωρίζεται εδώ το βαθύ αποτύπωμα από το βίωμα του Ολοκαυτώματος, η επιρροή από τον άνθρωπο που πήγε στον Άλλο Κόσμο και επέστρεψε για να διηγηθεί σκηνές Αποκάλυψης. Η Σύλβια ξεκλειδώνει τον μυστικό, δυσοίωνο κόσμο του Koen και το γενεαλογικό δέντρο των αλλόκοτων μορφών του.

 

Το μεθοδικά αινιγματικό, ίσως γκροτέσκο αυτό έργο διαθέτει τελικά βαθιά προσωπικό νήμα. Η πρόωρη απώλεια της παιδικής αθωότητας που εισηγείται μοιάζει κάτι πολύ πιο ζωτικό από μια εικαστική εννοιολόγηση. Και η απόσταση ανάμεσα στο καθήκον και στο παιχνίδι που επισημαίνει ο τίτλος, ανάμεσα στην παιδικότητα και στην ενηλικίωση, μοιάζει να στέκεται κάπου ανάμεσα σε μια στιγμή και μια άβυσσο.

 

 

MOMus-Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης

Το MOMus - Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης έχει ως αποστολή του τη μελέτη και την προαγωγή της τέχνης της φωτογραφίας και την αισθητική καλλιέργεια και την εξοικείωση/εκπαίδευση του ευρέος κοινού με αυτήν, καθώς και με παλαιότερα και σύγχρονα ρεύματά της. Τα αρχεία και η συλλογή του περιλαμβάνουν περίπου 90.000 φωτογραφικά αντικείμενα της περιόδου 1890-2015, ανάμεσα στα οποία τα αρχεία των Γιάννη Στυλιανού, Σωκράτη Ιορδανίδη και Δημήτρη Λέτσιου, ενώ είναι θεματοφύλακας του ελληνικού τμήματος του αρχείου Fred Boissonnas. Ο εμπλουτισμός των συλλογών του, η δημιουργία οργανωμένου αρχείου, καθώς και η οργάνωση της Thessaloniki Photobiennale αποτελούν επίσης βασικούς στόχους του. 

 

Επιμέλεια: Χρήστος Παρίδης

________________
[1]
Σε εισαγωγικά αποσπάσματα από τα σημειώματα του καλλιτέχνη για κάθε σειρά. Βλ. www.viktorkoen.com.