Πολλά έχουν γραφτεί και ειπωθεί για τη δεκαετία του ’80, μια περίοδο ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα για την Ελλάδα, καθώς τότε, μετά και την πρώτη εκλογική νίκη του ΠΑΣΟΚ (18/10/81) αλλάζει άρδην το πολιτικό κλίμα, η χώρα μπαίνει για τα καλά στον αστερισμό της νεωτερικότητας –μια εξέλιξη την οποία καθυστέρησε η επταετής χούντα–, υπάρχει έντονη πολιτικοποίηση, από τα πανεπιστήμια μέχρι τους χώρους εργασίας, ενώ ταυτόχρονα αναδεικνύεται ένα πολύμορφο και πολύχρωμο underground με κύριο σημείο αναφοράς τα Εξάρχεια.
Ήταν τα «καλύτερά μας χρόνια» για όσους τα ζήσαμε στην πρώτη μας νεότητα, με όλη την αθωότητα, την τρυφερότητα αλλά και την αγριότητα που ενίοτε τα χαρακτήριζε, με αποκορύφωμα τη δολοφονία του 15χρονου Μιχάλη Καλτεζά στα Εξάρχεια από αστυνομικό τον Νοέμβριο του ’85 (η τραγική εκείνη ιστορία επαναλήφθηκε 23 χρόνια μετά, τον Δεκέμβριο του ’08, με τη δολοφονία από ένστολο του επίσης 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου), την κατάληψη του Χημείου και τις πολυήμερες ταραχές που ακολούθησαν. Τον Ιούλιο της «σημαδιακής» αυτής χρονιάς είχε γίνει το θρυλικό κονσέρτο «Rock in Athens» στο Παναθηναϊκό Στάδιο, ενώ μέσα στη δεκαετία αυτή θα μας επισκεφθούν πολλά μεγάλα ονόματα του ροκ, του πανκ και του new wave, από τον Peter Hammill και τους Tuxedomoon μέχρι τη Siouxsie και τον Nick Cave. Άνθηση γνωρίζει και η εγχώρια indie μουσική σκηνή με μπάντες όπως οι Last Drive, Αδιέξοδο, Γενιά του Χάους, Λευκή Συμφωνία, Magic De Spell, Χωρίς Περιδέραιο, Anti-Troppau Council και άλλες να ξεχωρίζουν, κοντά σε εμβληματικές μορφές της εγχώριας αντικουλτούρας όπως ο Νικόλας Άσιμος, ο Δημήτρης Πουλικάκος και ο Παύλος Σιδηρόπουλος.
«Πίσω από την επιδερμίδα των φωτογραφιών του ’80 μπορώ να διακρίνω τις ανακατατάξεις του κοινωνικού σχηματισμού, αλλά περισσότερο τις αναζητήσεις: την υπαρξιακή αναζήτηση, τη διαμόρφωση μιας ταυτοτικής πολυσθένειας, τη δίψα για αυτοπραγμάτωση…»
Παρότι, όμως, ήταν μια δυναμική και πλούσια σε πρόσωπα, γεγονότα και εξελίξεις εποχή, η δεκαετία του ’80 και ειδικά η πιο «ατίθαση» πλευρά της δεν έχει αποτυπωθεί φωτογραφικά όσο της άξιζε. Εξόν που δεν υπήρχαν κινητά, οι κάμερες και οι φωτογράφοι (όπως άλλωστε και οι δημοσιογράφοι) αντιμετωπίζονταν από επιφυλακτικά έως εχθρικά από την πλειονότητα του κόσμου που κινούνταν σε αυτούς τους χώρους, καθώς οι μνήμες από τους «ρουφιάνους» της χουντικής –και μεταχουντικής– Ασφάλειας ήταν ακόμα νωπές.
Ο αεικίνητος, ταλαντούχος όσο και διορατικός Γιώργος Νικολαΐδης υπήρξε ένας από τους λίγους φωτογράφους που ήταν καλοδεχούμενοι ακόμα και στην «καρδιά» των Εξαρχείων, είτε επρόκειτο για πολιτικές κινητοποιήσεις και συγκρούσεις, οπότε βρισκόταν με τον φακό του στην πρώτη γραμμή αψηφώντας τους κινδύνους, είτε για μουσικά και άλλα εναλλακτικά δρώμενα, ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ενσταντανέ του από την καθημερινότητα του αθηναϊκού κέντρου.
Το βιβλίο-φωτογραφικό άλμπουμ «Έγχρωμη τιβί, ασπρόμαυρη ζωή» που μόλις κυκλοφόρησαν οι Εκδόσεις των Συναδέλφων είναι, από κοινού με το «Τρελοί κι Ευτυχισμένοι» που κυκλοφόρησε το 2017 από τις εκδόσεις Στο Περιθώριο (στο οποίο είχα την τιμή να συνεισφέρω με ένα κείμενο), ένα σπάνιο ιστορικό, πολιτικό και πολιτιστικό ντοκουμέντο των «άλλων» ’80s που στην πορεία πέρασαν στη σφαίρα του μύθου, θέτοντας ταυτόχρονα τις βάσεις για την ευρύτερη εναλλακτική σκηνή στην Ελλάδα. Χωρίζεται σε τρεις ενότητες (Δρόμοι/Κοινωνία, Πολιτική, Μουσική) τις οποίες προλογίζουν εισαγωγικά σημειώματα από τον δημοσιογράφο και πρώην υπουργό Νίκο Γ. Ξυδάκη και τον μουσικό και μεταφραστή Αλέξη Καλοφωλιά, καθώς και ένα παλιότερο, αλλά διαχρονικά επίκαιρο κριτικό κείμενο του αείμνηστου ελευθεριακού εκδότη και ακτιβιστή Μιχαήλ Πρωτοψάλτη.
Ιδού μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα: «Πολιτικά και ψυχολογικά, το ’80 είναι η πραγματική Μεταπολίτευση. Είναι η μεταχρονισμένη εκπλήρωση των αιτημάτων της χαμένης άνοιξης του ’60. Είναι η εκδίκηση των ματαιωμένων πόθων, το οριστικό τέλος της καχεκτικής δημοκρατίας. Θυμίζω, είναι τα χρόνια του πρώτου ΠΑΣΟΚ όπου μεταξύ άλλων αναγνωρίζεται η Εθνική Αντίσταση, συστήνεται το ΕΣΥ, επιχειρείται μια κάποια αναδιανομή. Το ’80 επίσης αναδύεται ισχυρό το αντιεξουσιαστικό κίνημα, είτε επηρεάζοντας τους αυτόνομους του φοιτητικού κινήματος (καταλήψεις, νόμος 815), είτε σφραγίζοντας συγκρούσεις και διαδηλώσεις είτε διηθώντας τα δεκάδες περιοδικά πολιτικής-πολιτισμού αλλά και τη σκηνή του εγχώριου πανκ. Στο τέλος της δεκαετίας θα εμφανιστεί το σύνθημα “Είμαστε ο ανθός της ελληνικής νεολαίας”… Το ’80 η Αθήνα έχει ακόμη κάτι από το ’60 και το ’70 αλλά πολύ περισσότερο δημοκρατικό. Ο καθένας έχει πρόσβαση παντού. Τα μπαρ-στέκια δεν φυτρώνουν στο Κολωνάκι αλλά στα Εξάρχεια, τα οποία αναδύονται σταδιακά σαν πρωτεύουσα μέσα στην πρωτεύουσα. Οι νέοι των συνοικιών κατέβαιναν μυητικά στα Εξάρχεια για βιβλιοπωλεία, δισκάδικα, λάιβ, διαδηλώσεις, κοινωνικοποίηση και πολιτικοποίηση… Πίσω από την επιδερμίδα των φωτογραφιών του ’80 μπορώ να διακρίνω τις ανακατατάξεις του κοινωνικού σχηματισμού, αλλά περισσότερο τις αναζητήσεις: την υπαρξιακή αναζήτηση, τη διαμόρφωση μιας ταυτοτικής πολυσθένειας, τη δίψα για αυτοπραγμάτωση… Η υλιστική δεκαετία του ’90, με τον νεοφιλελευθερισμό και τον “εκσυγχρονισμό” της, είναι η απάντηση στις ρηγματώσεις, την ελευθερία, την μποεμία και τον ηδονισμό του ’80». Νίκος Γ. Ξυδάκης, «Το βουερό ποτάμι του ’80»
«Η κοινωνική άνοιξη της Ελλάδας ήταν, καθυστερημένα, η άνοιξη που είχε αγκαλιάσει λίγα χρόνια πριν ολόκληρο τον πλανήτη; Ας απαντήσουν οι κοινωνιολόγοι – αυτό που ενδιαφέρει εμάς είναι οι ανάγκες κι οι επιθυμίες αυτής της τάσης, τα προβλήματα που αντιμετώπισε, οι απαντήσεις που έδωσε, τα αδιέξοδά της. Ας την ονομάσουμε διάχυτα ελευθεριακή τάση. Άλλωστε, στο κοινωνικό συνειδητό, αποτυπώθηκε με τις ονομασίες “οι φοιτητές”, που αργότερα έγινε “τα παιδιά” για να συμπυκνωθεί στο αόριστο ή και απρόσωπο ίσως “ο χώρος”. Κι αυτό, σε πείσμα της ενορχηστρωμένης από κράτος, κόμματα, οργανώσεις και ΜΜΕ, προβοκατορολογίας, τρομοκρατολογίας ή ευνουχιστικής αναρχολογίας, που μ’ εκπληκτική ταχύτητα διαδέχονταν μεταπολιτευτικά η μία την άλλη… Νέα ρεύματα δημιουργούνται, νέα ήθη και συμπεριφορές αναπτύσσονται, νέες ιδέες έρχονται για να διευρύνουν τις συνειδήσεις των ανθρώπων: το ροκ, η αντιψυχιατρική, τα παμπ, τα πρώτα μπιτνίκικα κείμενα, τα φρικιά, τα μακριά μαλλιά κι ο αντικομφορμισμός της εμφάνισης, η σεξουαλική απελευθέρωση, η οικολογία, ο φεμινισμός κ.λπ. “Διεθνής συνωμοσία των αναρχικών κατά της κοινωνίας μας!”, έγραφε κάποια φυλλάδα… Τα πρώτα κείμενα για οικολογία και αντιψυχιατρική, αντιαυταρχική εκπαίδευση και φεμινισμό θα τα συναντήσουμε στα επίσης πρωτοεκδιδόμενα αναρχικά έντυπα και βιβλία. Οι πρώτες κινήσεις γύρω από αυτά τα θέματα θα συγκροτηθούν ή θα ενισχυθούν από αντιεξουσιαστές και αναρχικούς. Ελληνικά ροκ γκρουπ, ροκ στέκια, και τα πρώτα παμπ δημιουργούνται και πλαισιώνονται επίσης από αναρχικούς». Μιχαήλ Πρωτοψάλτης, «Υπάρχουνε προϋποθέσεις για μια καινούργια άνοιξη» (τίτλος δανεισμένος από το «Κατά Σαδδουκαίων» του Μιχάλη Κατσαρού)
«Ο αέρας φορτίστηκε με μια νέα μητροπολιτική ένταση. Τη νιώθαμε στα κόκαλά μας – διαβάζαμε, ακούγαμε και παίζαμε μουσική για να της δώσουμε φωνή. Ήταν η δεκαετία που η δική μου γενιά ψηλάφησε την ουτοπία με τον τρόπο της, έψαξε και επινόησε τρόπους να εκφραστεί, να αφήσει το δικό της κοινωνικό και καλλιτεχνικό αποτύπωμα… Οι στολές, τα κουρέματα, οι διαφορές στις μουσικές προτιμήσεις δεν είχαν τόση σημασία κατά βάθος… Παρά τις αψιμαχίες και τις διακηρύξεις των περιοδικών, στην Ελλάδα οι “φυλές της νεολαίας” δεν υπήρξαν ποτέ με τον τρόπο που υπήρξαν, για παράδειγμα, στη Δυτική Ευρώπη. Μόνο νέοι άνθρωποι, που, με τον τρόπο του ο καθένας, ένιωσαν ότι δεν “χωράνε πουθενά” σ’ αυτόν τον τόπο και κάποιοι από αυτούς πίστεψαν ότι μπορούσαν να τον αλλάξουν… Στο επίκεντρο αυτής της έντασης, οι φωτογραφίες του Γιώργου Νικολαΐδη. Ή, καλύτερα, ο ίδιος ο Γιώργος. Πανταχού παρών, ελαφρά σκυφτός, με μαύρα ρούχα και ένα αμυδρό χαμόγελο, λες και το διασκέδαζε… Αυτή η οργανικότητα υπάρχει στον πυρήνα της δουλειάς του: στις γωνίες λήψης, στα βλέμματα, στο κοντράστ του ασπρόμαυρου, στα “σπασμένα” κάδρα, στις στάσεις των σωμάτων, σε κάθε μικρό σπασμό του εφήμερου που συγκροτεί την ιστορία… Τόσα χρόνια μετά, σε μια πόλη που αγωνίζεται να υπάρξει σαν μια συνάθροιση ανθρώπων και όχι οικονομικών μονάδων, όσα έχουν δει οι δρόμοι της γίνονται μια ανώνυμη παρακαταθήκη. Καθώς κοιτάζεις τα στιγμιότυπα, οι δράσεις των ανθρώπων έχουν κάτι το θεατρικό: σε αυτή τη σκηνή της μικρής ιστορίας, όπου παίζουμε κάθε μέρα τον ρόλο μας, οι φωτογραφίες του Γιώργου Νικολαΐδη είναι η καταγραφή μιας έντονης πράξης, καίριας για την εξέλιξη του έργου, που η αυλαία του δεν έχει πέσει ακόμα». Αλέξης Καλοφωλιάς, «Η ανάδυση μιας νέας φωνής»