«Η δημιουργία των έργων για μένα δεν είναι άλλο από την προσπάθεια να φτιάξω ένα έργο όσο καλύτερο γίνεται, κάτι στο οποίο να βρίσκω νόημα εγώ και όσοι το δουν. Συνειδητά προσπαθώ να προσφέρω κάτι ωφέλιμο στους ανθρώπους, δεν το κάνω για προσωπική μου προβολή». Αυτά είναι μερικά από τα πρώτα λόγια του Τζεφ Κουνς, ενός από τους διασημότερους καλλιτέχνες διεθνώς, που βρέθηκε για λίγο στην Αθήνα για να παρουσιάσει το έργο του «Balloon Venus Lespugue (Orange)» στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, που «συνομιλεί» με την περίφημη Αφροδίτη του Λεσπίγκ, ειδώλιο λαξεμένο σε ελεφαντόδοντο μαμούθ 28.000 χρόνια πριν.
Συχνός επισκέπτης της Ελλάδας, ίσως λόγω της ιδιαίτερης φιλίας και συνεργασίας του με τον Δάκη Ιωάννου του ΔΕΣΤΕ (και κάτοχο μια μεγάλης συλλογής έργων του) –λίγα χρόνια πριν είδαμε το περίφημο «Apollo» στα παλιά Σφαγεία της Ύδρας–, η διασημότητά του ξεπερνάει σχεδόν οποιουδήποτε άλλου σύγχρονου καλλιτέχνη διεθνώς, για λόγους που πολλές φορές δεν έχουν να κάνουν αμιγώς με την τέχνη. Ένας από αυτούς είναι η παλιότερη σχέση του με την Ιλόνα Στάλερ (αλλιώς Τσιτσιολίνα) και η ιδιαίτερα «προκλητική» σειρά έργων του «Made in Heaven» με «συνεργό» την ίδια. Επίσης, τον συνοδεύει και η φήμη του πιο ακριβοπληρωμένου εν ζωή καλλιτέχνη. Παρ’ όλα αυτά, είναι απίστευτα προσιτός, πάντα χαμογελαστός, ανεπιτήδευτα ευγενικός, και έχει πολλή θετική ενέργεια, όπως παρατήρησε η κ. Σάντρα Μαρινοπούλου, πρόεδρος του μουσείου.
Πρωτίστως με ενδιαφέρει να αναδείξω την αισιοδοξία. Δεν είναι όλα τέλεια, και οφείλεις να γνωρίζεις λίγο από το σκοτάδι ώστε να μπορείς να εκτιμήσεις το φως.
Η πρόσκληση συμμετοχής σε «στρογγυλή τράπεζα» με περιορισμένο αριθμό δημοσιογράφων στο πλαίσιο της παρουσίασης της «Αφροδίτης» του ήταν φυσικά δελεαστική, όχι μόνο λόγω του βεληνεκούς του ως καλλιτέχνη αλλά και επειδή αποτελεί πάντα ένα αίνιγμα για τη σύγχρονη τέχνη. Τι ακριβώς «αντανακλούν» (ένας όρος που του είναι ιδιαίτερα προσφιλής και τον συναντά συχνά στην ελληνική φιλοσοφία, όπως μας ομολόγησε) όλα αυτά τα λαμπερά γλυπτά που προσομοιάζουν σε μπαλόνια από γυαλισμένο ανοξείδωτο χάλυβα, τα πολύχρωμα αντικείμενα, οι γιγάντιες κατασκευές, οι αναφορές στην παιδική ηλικία και τα παιχνίδια; Κάπως έτσι παρασύρθηκα κι εγώ και η πρώτη μου ερώτηση ήταν αν υπάρχει κάπου στο σύνολο της δουλειάς του η θλίψη και το δράμα της ανθρώπινης μοίρας. Μου απάντησε: «Πρωτίστως με ενδιαφέρει να αναδείξω την αισιοδοξία. Δεν είναι όλα τέλεια, και οφείλεις να γνωρίζεις λίγο από το σκοτάδι ώστε να μπορείς να εκτιμήσεις το φως. Αν παρατηρήσεις ένα έργο μου όπως η “Αφροδίτη του Λεσπίγκ”, θα δεις ότι υπάρχουν σημεία, π.χ. στις πτυχώσεις, όπου οι αντανακλάσεις είναι πιο σκοτεινές. Υπάρχει πάντα το σκοτάδι, αλλά ειλικρινά πιστεύω στην αισιοδοξία και πάντα προσπαθώ να αναδείξω το φως και όσες ευκαιρίες υπάρχουν για να χαρώ στον μέγιστο βαθμό».
Σε ερώτηση σχετικά με την αέναη επιστροφή της σύγχρονης τέχνης στον κλασικισμό ως πηγή έμπνευσης, αφού πρώτα ξεκαθάρισε ότι δεν μπορεί να μιλήσει για άλλους καλλιτέχνες παρά μόνο για τον ίδιο, παραδέχτηκε ότι είναι ένας τρόπος να συνδεθεί με τους προγόνους μας που τόσο εκτιμάει, αποδίδοντας φόρο τιμής για τα επιτεύγματά τους και όλα όσα έχουν πετύχει. «Θέλω να αντιλαμβάνομαι τα συναισθήματα και τις αναφορές τους. Έτσι, αν χρησιμοποιώ ένα έργο από την αρχαιότητα, αν δουλεύω με ένα γλυπτό του Ηρακλή, είναι για να το αναδείξω. Αν εισάγω χρώμα στο έργο, το κάνω για να εκτιμηθεί η αφήγηση και η μυθολογία, για να δείξω τον τρόπο που ενσωματώνουν οι τέχνες τη γνώση στη ζωή μας. Oι Αφροδίτες που έχω δημιουργήσει με τα μπαλόνια είναι όλες διαφορετικές μεταξύ τους. Προσωπικά, αυτό το οποίο πραγματικά με απασχολούσε τη δεκαετία του ’80 και του ’90 ήταν η σημασία της αυτο-αποδοχής και της ακύρωσης της κριτικής. Έτσι, η θεματική της πρώτης μου σειράς έργων με τίτλο “Banality” ήταν μια μορφή πολιτισμικής αποδοχής. Το θέμα ήταν να αποδεχτώ ο ίδιος τη δική μου πολιτισμική ιστορία και να δηλώσω ότι σημασία έχει να αποδεχόμαστε τα πράγματα που μας αρέσουν, να τα χαιρόμαστε. Όλα αφορούν την ακύρωση της κριτικής, το ότι δεν πρέπει να κάνουμε κανενός είδους διαχωρισμούς. Μετά προχώρησα στη σειρά έργων “Made in Heaven” –ήθελα να θυμίζουν τον Αδάμ και την Εύα, απαλλαγμένα από κάθε είδους ενοχή και ντροπή–, διερωτώμενος από πού ξεκινάνε οι ενοχές και η ντροπή των ανθρώπων που δεν αποδέχονται τον εαυτό τους· από τη σεξουαλικότητά μας. Στη συνέχεια έφτιαξα μια σειρά έργων για τη σεξουαλικότητα, για να μιλήσω για την κατάργηση της ενοχής, της ντροπής και της κριτικής. Εκεί δούλεψα με πορσελάνη, που είναι μια αναφορά στον Ντισάν. Έφτιαξα το “Pink Panther”, το “Wild Boy” και το “Puppy” χρησιμοποιώντας πορσελάνη. Αλλά δούλεψα και με το ξύλο, προσεγγίζοντάς το με μια πνευματική αντίληψη. Για να επανέλθω στις Αφροδίτες με τα μπαλόνια, δεν έχουν κάποιο συγκεκριμένο πρότυπο. Χρησιμοποιώντας την αντανάκλαση και την αλληλεπίδραση των ανθρώπων με τα έργα, συνεχίζω τον διάλογο περί αποδοχής».
Σε ερώτηση για τη διαδικασία που ακολούθησε για να φτιάξει τη δική του εκδοχή της Αφροδίτης, απάντησε: «Όταν μου έρχεται η ιδέα να δημιουργήσω κάτι, ξεκινάω με μεγάλο ενθουσιασμό, αλλά πρόκειται για μια πολύ διαισθητική διαδικασία. Συνήθως διαπιστώνω ότι τα πράγματα με τα οποία καταπιάνομαι τα σκεφτόμουν ήδη για τουλάχιστον δύο χρόνια. Κοιτάζουμε ένα μπαλόνι της Αφροδίτης και νιώθουμε αυτή την αντίθεση: μια αίσθηση κενότητας στο εσωτερικό, παρόλο που υπάρχει πυκνότητα νοήματος και αφήγησης. Πιστεύω ότι καθώς η ιδέα της κενότητας είναι διασκορπισμένη στον χώρο, ο θεατής κινείται πιο άνετα γύρω από αυτά τα αντικείμενα».
Σε ερώτηση σχετικά με το μέγεθος της Αφροδίτης του σε σύγκριση με εκείνο του αυθεντικού παλαιολιθικού ειδωλίου, τοποθετήθηκε ως εξής: «Ο Πλάτωνας έλεγε πάντα ότι το πρώτο πράγμα με το οποίο ασχολείσαι στην τέχνη είναι η κλίμακα. Όταν λοιπόν ξεκίνησα τη σειρά της Αφροδίτης, αυτή η κλίμακα μού φάνηκε φυσική. Ίσως επηρεάστηκα σε μεγάλο βαθμό από το πλαίσιο της τέχνης σήμερα, τον τρόπο που η τέχνη στέκεται είτε μέσα σε ένα θεσμικό πλαίσιο για να καταφέρει να ακουστεί η φωνή της είτε απλώς στο πλαίσιο όσων συμβαίνουν γενικά. Σήμερα όλα μεγαλώνουν συνεχώς. Από την άλλη, κοιτώντας τα πράγματα με την απόσταση του χρόνου, φαίνονται συρρικνωμένα».
Αν του δινόταν η δυνατότητα να πει κάτι στους δημιουργούς αυτών των ειδωλίων για το νόημα της τέχνης, τι θα τους έλεγε; «Πρώτα απ’ όλα, θα τους ευχαριστούσα που υπάρχουν, που κατάφεραν να επιμείνουν και να βρουν έναν τρόπο να εξελιχθεί ο πολιτισμός και να φτάσουμε εμείς εδώ που βρισκόμαστε σήμερα. Το ταξίδι, βέβαια, δεν έχει τελειώσει».
Τέλος, σε ερώτηση-σχόλιο γι’ αυτό που αποκαλεί «χειρονομία» προς την ανθρωπότητα ως αντιδιαστολή στην τελετουργική απόδοση δώρων στους θεούς κατά τους αρχαίους χρόνους και στην ιδέα της τέχνης ως προσφοράς σήμερα, είπε: «Είναι ανθρωπιστικό το ζήτημα. Πιστεύω ότι σκοπός της τέχνης είναι να υπηρετεί, ο πολιτισμός είναι ένα γκράφιτι, έχει να κάνει με διαφορετικές χειρονομίες ανθρώπων που προσπαθούν να βρουν τον δρόμο τους μέσα από αυτή την εμπειρία, θέλοντας να υπηρετούν ο ένας τον άλλον. Οφείλουμε να είμαστε ένα σύνολο, μια κοινότητα. Η τέχνη είναι κάτι που δημιουργούμε για να μας ενώνει. Δεν έχει τόσο να κάνει με τη δημιουργία αντικειμένων, όσο με τη μεταξύ μας αλληλεπίδραση και το πώς ωφελούμε ο ένας τον άλλον. Πηγαίνεις σε ένα μουσείο και αλληλεπιδράς με όλα όσα έχουν κάνει άλλοι πριν από σένα».
Λίγο προτού σηκωθούμε από το τραπέζι και ενώ όλοι είχαν πάρει τις απαντήσεις τους και ο ίδιος ο Κουνς ένιωθε πια εντελώς χαλαρός, θέλησε να κλείσει αυτήν τη συνάντηση λέγοντας πόσο ενθουσιασμένος και ικανοποιημένος είναι από την έκθεση και πόσο θαυμάζει τη δουλειά των επιμελητών, οι οποίοι δημιούργησαν έναν σκοτεινό χώρο που μοιάζει με σπηλιά, σαν αυτή όπου βρέθηκαν οι παλαιολιθικές Αφροδίτες από τις οποίες εμπνεύστηκε τη δική του (την πορτοκαλί εκδοχή, που παραπέμπει στη Γη). Είπε χαρακτηριστικά: «Σκέφτομαι πόσο τυχεροί είμαστε που καθόμαστε όλοι μαζί και κάνουμε αυτήν τη συζήτηση. Είναι πραγματικά υπέροχο που βρισκόμαστε εδώ και μιλάμε, δεχόμαστε πληροφορίες για όλα αυτά τα έργα και να αναφερόμαστε στις απαρχές του πολιτισμού, στους προγόνους μας και στο πώς ήταν η ζωή τους, σε αυτούς τους δημιουργούς που έδωσαν νόημα σε όλα όσα θεωρούμε δεδομένα».