Μπαίνοντας στις αίθουσες του National Portrait Gallery τον περασμένο Απρίλιο, όπου φιλοξενούνταν η έκθεση «The Face Magazine Culture Shift» με έργα από περισσότερους από 80 φωτογράφους που σημάδεψαν με τη δουλειά τους στις σελίδες του «Face» τις δεκαετίες ’80 και ’90 και αντιγράφηκαν διακριτικά ή απροκάλυπτα από ένα σωρό περιοδικά σε ολόκληρο τον κόσμο, αισθανόμουν σαν να μπήκα σε μια χρονοκάψουλα που με μετέφερε πίσω στον χρόνο. Είχα την αίσθηση ότι στους τοίχους του μουσείου υπήρχε κρεμασμένη όλη μου η ζωή.
Αυτές οι 200 και κάτι φωτογραφίες που είχαν επιλέξει να εκτεθούν και χαρακτήρισαν την αισθητική των δύο δεκαετιών και πέρα από τις σελίδες του περιοδικού, στη μόδα, τη διαφήμιση, στην εξέλιξη της φωτογραφίας, και οι οποίες ήταν υπεύθυνες για τη δημιουργία «συγγενών» περιοδικών σε κάθε άκρη της Γης, περιείχαν με κάποιον τρόπο τις περισσότερες από τις αναμνήσεις της νιότης μου, τότε που η μουσική ήταν προτεραιότητα και τα πάντα περιστρέφονταν γύρω από αυτήν: η έξοδος, η διασκέδαση, τα ρούχα, τα αξεσουάρ, η δημιουργία δυνατών υποκουλτούρων που ένωσαν με έναν άθραυστο δεσμό έναν σημαντικό αριθμό ανθρώπων και διαμόρφωσαν τα γούστα και την αισθητική τους.
Ίσως να μην ήταν τελικά τόσο μεγάλος ο αριθμός τους όσο πιστεύαμε τότε (το «Face» δεν ξεπέρασε ποτέ τα 130.000 αντίτυπα παγκοσμίως), αλλά διαμόρφωσε πολιτιστικά και αισθητικά αρκετά άτομα, όλον αυτόν τον κόσμο που πέρασε από το μουσείο για να αποτίσει φόρο τιμής στο έντυπο που λάτρεψε τα 24 χρόνια που εκδιδόταν και το τέλος του σήμανε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Γι’ αυτό και οι παλιοί αναγνώστες του μετακινούνταν σιωπηλά και σχεδόν κατανυκτικά και στέκονταν για ώρα μπροστά από κάθε φωτογραφία: επειδή έρχονταν στη μνήμη τους στιγμές από το παρελθόν που ήταν θαμμένες για αρκετά χρόνια.
Το «Face» ήταν από την αρχή ένα συναρπαστικό περιοδικό. Ο βοηθός αρχισυντάκτη στις αρχές της δεκαετίας του ’80, Στιβ Τέιλορ, αναφέρει ότι οι συνθήκες δημιουργίας του εντύπου που διαμόρφωσε ολόκληρες γενιές ήταν «σαν να παράγεται η “Vogue” σε ένα δωμάτιο πάνω από ένα κεμπαπτζίδικο στο Manor Park».
Οι new romantics, η θατσερική Αγγλία και η μουσική που γεννήθηκε εκείνα τα χρόνια, τα rave πάρτι, η σκηνή του Μπρίξτον, η πανκ, το χιπ-χοπ και το acid house, η άνοδος του britpop και ο ηδονισμός της cool Britannia, το jungle και το UK garage, η acid jazz και όλα τα παρακλάδια τής house, τα κλαμπ και οι συναυλίες, οι ήχοι και οι εικόνες των προαστίων, το αντι-μοντέλο Κέιτ Μος, η χαρά και ο ενθουσιασμός της ανακάλυψης του καινούργιου, οι κραιπάλες, τα ξενύχτια, οι χαμένες φιλίες αλλά και οι απώλειες, ήταν όλα μπροστά στα μάτια σου μέσα από τις φωτογραφίες των Σίλα Ροκ, Στεφάν Σεντναουί, Κορίν Ντέι, Ντέιβιντ Σιμς, Ιλέιν Κονσταντάιν και Σόλβε Σούντσμπο, αλλά και των Ντόναλντ Μάιν, Γιούργκεν Τέλερ, Νταβίντ Λασαπέλ, Μπετίνα Κομέντα, Στίβεν Κλάιν, Μαρκ Αλέσκι, Μάιλς Όλντριτζ, Βίνσεντ Πέτερς κι άλλων πολλών φωτογράφων που κατέγραψαν με τον δικό τους τρόπο έναν κόσμο που έχει πλέον ξεθωριάσει. Φυσικά, δεν περιοριζόταν μόνο στη μουσική η θεματολογία των εικόνων που υπήρχαν στους τοίχους. Ήταν και οι ταινίες, τα βιβλία, η νέα κοινωνία, η αισιοδοξία και η ελπίδα, η αυγή ενός νέου κόσμου που θεωρούσες ότι μπορεί να γίνει καλύτερος.
Όταν τα μπλογκ, τα διαδικτυακά περιοδικά και ο ψηφιακός κόσμος άρχισαν να προσφέρουν δωρεάν εικόνα, ήχο και άμεση πρόσβαση σε κάθε είδους πληροφορία, τα έντυπα αποδυναμώθηκαν και το κοινό τους άρχισε να μειώνεται, μέχρι που χάθηκε εντελώς. Και μαζί τους χάθηκαν η αισιοδοξία και η ελπίδα.
Περιφερόμενος στην έκθεση, με το χαμόγελο να εναλλάσσεται με τη συγκίνηση, συνειδητοποίησα ότι το «Face» είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο στη ζωή μου. Δεν υπάρχει άλλο περιοδικό που θα μπορούσα να πω ότι μου άλλαξε τη ζωή.
Που να με σύστησε σε εντελώς νέα είδη μουσικής και σε κουλτούρες που δεν μπορούσα τότε να ονοματίσω, αλλά ήξερα ότι με ενδιαφέρουν, σε μια αισθητική απλησίαστη και απόμακρη, αλλά ακαταμάχητα γοητευτική – σε ένα άλλο σύμπαν, άγνωστο, διαφορετικό και περίεργο, που λαχταρούσα ωστόσο να γίνω μέρος του.
Ως έφηβος που μόλις είχε έρθει από την επαρχία στην Αθήνα, αυτή η σαρωτική επίδειξη του στυλ και η παρέλαση προσώπων από κάθε μορφή τέχνης με τεράστιο ενδιαφέρον που ανακάλυπτα στις σελίδες του ήταν η αφορμή να κάνω όνειρα για μια άλλη ζωή. Δεν ήξερα τι ζωή ακριβώς, ήταν μια εποχή που δεν είχα συγκεκριμένα πλάνα, σίγουρα όμως κάπως συνωμοτικά με έβαζε σε μια διαδικασία να αναθεωρήσω αυτά που μου είχαν επιβάλει και ήμουν σίγουρος ότι δεν ήθελα να τα ακολουθήσω. Στον πρόλογο για το βιβλίο του Πολ Γκόρμαν «The story of The Face: The magazine that changed culture», ο Ντίλαν Τζόουνς αναφέρει ότι πολλοί άνθρωποι θυμούνται ακόμη και την πρώτη φορά που έπιασαν το «Face» στα χέρια τους. «Θυμάμαι να αγοράζω το πρώτο τεύχος από το περίπτερο απέναντι από το διαμέρισμά μου πάνω από ένα μανάβικο στο Stamford Hill», γράφει.
Η πρώτη φορά που έπιασα στα δικά μου χέρια «Face» ήταν στο σπίτι ενός συμμαθητή μου απ’ το φροντιστήριο, ο οποίος είχε μεγαλύτερο αδελφό που σπούδαζε στην Αγγλία. Είχε ένα τεύχος πάνω στο γραφείο του, που μου προκάλεσε αμέσως το ενδιαφέρον, γιατί είχε ένα έντονα κόκκινο εξώφυλλο, με τη Σούζι Σου ντυμένη Γιαπωνέζα σε μια φωτογραφία της Σίλα Ροκ, που έγραφε με κόκκινα γράμματα σε μαύρο φόντο «Japan» και από πάνω «Bauhaus Chic».
Δεν είχα ξαναδεί πιο ωραίο εξώφυλλο περιοδικού. Το δανείστηκα, πέρασα κάνα δυο μήνες πασχίζοντας να διαβάσω κάθε σελίδα του με τη βοήθεια λεξικού και μετά έκοψα τις σελίδες του και γέμισα τους τοίχους του δωματίου μου. Δεν το επέστρεψα ποτέ. Το πρώτο τεύχος που αγόρασα –στο περίπτερο της Ομόνοιας– ήταν του Μαΐου του 1984, με ένα κίτρινο εξώφυλλο και αφιέρωμα στο Electro – «the beat that won’t be beaten». Το διάβασα κι αυτό ευλαβικά, μετά το έκανα φύλλο και φτερό και κατέληξε στους τοίχους.
Τα μόνα ξένα περιοδικά που αγόραζα μέχρι τότε ήταν το «Smash Hits» και το «Bravo», ένα γερμανικό περιοδικό που δεν κατάφερα ποτέ να το διαβάσω γιατί δεν ήξερα γερμανικά, αλλά το αγόραζα πάντα, μάλλον επειδή είχε στίχους από τα τραγούδια που ήταν χιτ. Τότε αγνοούσα ότι το «Smash Hits» ήταν το εβδομαδιαίο περιοδικό που έβγαζε ο Νικ Λόγκαν προτού φτιάξει το «Face», ήταν ο αρχισυντάκτης του από το 1978 που έφυγε από το «NME», καταφέρνοντας να κάνει πολύ μεγάλη επιτυχία – το φθινόπωρο του 1979 οι πωλήσεις του έφταναν τα 166.000 αντίτυπα.
Όταν το «Smash Hits» ήταν στο πικ της κυκλοφορίας του, ο Λόγκαν πρότεινε στην εταιρεία που το έβγαζε, την Emap, τμήμα της εκτυπωτικής εταιρείας East Midlands Allied Press, ένα νέο περιοδικό, «ένα καλοφτιαγμένο, καλοσχεδιασμένο και καλογραμμένο μηνιαίο έντυπο με τη μουσική στον πυρήνα του, αλλά με διευρυμένη κάλυψη των θεμάτων που την περιβάλλουν, από τη μόδα και τον κινηματογράφο έως τη νυχτερινή ζωή και τα κοινωνικά ζητήματα». Οι διευθυντές της Emap απέρριψαν την πρόταση, έτσι ο Λόγκαν και η σύζυγός του πήραν το ρίσκο να χρηματοδοτήσουν μόνοι τους το νέο εγχείρημα, που ονόμασαν «The Face».
Την 1η Μαΐου 1980, ένα νέο περιοδικό με εκτυφλωτικό κόκκινο-μπλε λογότυπο, σχεδιασμένο από τον Στιβ Μπους πάνω σε μια σκοτεινή φωτογραφία του Τσάλκι Ντέιβις με τον Τζέρι Ντάμερς των Specials εμφανίστηκε στο πιο ενημερωμένο περίπτερο του Λονδίνου, στην Great Marlborough Street, στο Σόχο. Σε αντίθεση με τα υπόλοιπα περιοδικά της εποχής, το «Face» είχε τίτλο που δεν δήλωνε το αντικείμενό του, σχεδόν καθόλου διαφημίσεις και λανσαρίστηκε εν μέσω βαθιάς ύφεσης, σε μια θατσερική Βρετανία με μεγάλες κοινωνικές ταραχές. Αφού διανεμήθηκε και πέρα από το Σόχο, το πρώτο τεύχος πούλησε 56.000 αντίτυπα.
Οι αρχές της δεκαετίας του ’80 στη Βρετανία ήταν μια περίοδος όπου, εκτός από την άνθηση πολιτικών ιδεολογιών, υπήρχε και μια έκρηξη νέων ιδεών, από νεανικές κουλτούρες μέχρι εταιρείες design, τις οποίες το «Face» προσπάθησε να παρουσιάσει με φρέσκο τρόπο. Ο δημιουργός του, ο Νικ Λόγκαν, τότε 32 χρόνων και με εμπειρία στον χώρο των περιοδικών, κυρίως των μουσικών, οραματίστηκε ένα πιο εκλεπτυσμένο, πιο πολυτελές μηνιαίο περιοδικό, κάτι σαν το βρετανικό «Rolling Stone» με φωτογραφία επιπέδου «Paris Match» και παραγωγικές αξίες «Tatler», για αναγνώστες εφήβους και εικοσάρηδες που ζούσαν για την ποπ κουλτούρα. Και κατάφερε να το φτιάξει με τη βοήθεια πολύ καλών γραφιάδων που τότε ήταν outsider και νέων φωτογράφων που αναζητούσαν το καινούργιο.
Το «Face» ήταν από την αρχή ένα συναρπαστικό περιοδικό. Ο βοηθός αρχισυντάκτη στις αρχές της δεκαετίας του ’80, Στιβ Τέιλορ, αναφέρει ότι οι συνθήκες δημιουργίας του εντύπου που διαμόρφωσε ολόκληρες γενιές ήταν «σαν να παράγεται η “Vogue” σε ένα δωμάτιο πάνω από ένα κεμπαπτζίδικο στο Manor Park». Ένα περιοδικό ταυτόχρονα γυαλιστερό αλλά με τη φιλοσοφία των φανζίν που το απασχολούσε το δημοφιλές αλλά και το καινούργιο, το άγνωστο στο μεγάλο κοινό (κι ας είχε σκοπό να απευθύνεται σε αυτό), με θέματα που κάλυπταν ό,τι ήταν ανάμεσα στο mainstream και το περιθωριακό – με επίκεντρο τη μουσική. Ήταν το πιο τολμηρό και καλοφτιαγμένο περιοδικό που είχε βγάλει ποτέ η Βρετανία.
«Από τον Μάιο του 1980, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος σχεδόν σαν τάμα, το “Face” πάλεψε για περισσότερο από 18 μήνες για να βρει τον βηματισμό του», λέει ο Νικ Λόγκαν. «Όμως αυτό που συνειδητοποιήσαμε, καθώς πλησιάζαμε σιγά σιγά στην εμπορική βιωσιμότητα, ήταν ότι είχαμε μπροστά μας μια σπάνια ευκαιρία να κάνουμε κάτι τολμηρό. Μέχρι το 1982 το “Face” ήταν έτοιμο να αποκοπεί από τις ρίζες του στον μουσικό Τύπο και να εξερευνήσει ένα ευρύτερο σύμπαν».
Το «Face», που ξεκίνησε να στεγάζεται στα γραφεία του «Smash Hits» στην Carnaby Street και λειτουργούσε με ελάχιστους πόρους, παραμένει ένα από τα πιο μυθοποιημένα προϊόντα εκείνης της εποχής. Μπορεί οι πωλήσεις του να μη μεταφράζονταν ποτέ σε τρομερή εκδοτική επιτυχία –πάντα το νούμερο ήταν βιώσιμο, αλλά μετριοπαθές–, αγαπήθηκε όμως πολύ, επηρέασε ακόμα περισσότερο και μνημονεύεται ακόμα με ένταση και πάθος.
Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις πάτησα το πόδι μου για πρώτη φορά στο Λονδίνο ήταν να αγοράσω το τεύχος που μόλις είχε κυκλοφορήσει –στην Αθήνα ερχόταν σχεδόν με έναν μήνα καθυστέρηση–, με τον πυγμάχο Έκτορ Καμάτσο στο εξώφυλλο και τίτλο «Viva Hispania». Έκτοτε δεν έχασα ούτε ένα τεύχος μέχρι που σταμάτησε να κυκλοφορεί, το 2004. Σταδιακά άλλαξαν πολλά και στην κοινωνία και στην πολιτική και στις προτεραιότητες των ανθρώπων, κυρίως όμως άλλαξαν στη μουσική και στην επιρροή που είχε στον νεαρόκοσμο. Η δύναμη που είχε το «Face» όταν ξεκίνησα να βγαίνω στο Λονδίνο την εποχή που εμφανίστηκε το acid house και η Βρετανία ζούσε νύχτες πανζουρλισμού και έκστασης άρχισε να σβήνει με την αυγή της νέας χιλιετίας. Ήταν η εποχή που άρχισαν να γίνονται δυσδιάκριτες οι υποκουλτούρες και το mainstream να επιβάλλεται σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Το περιοδικό που διαμόρφωσε την ποπ κουλτούρα των ’80s και των ’90s
Μεταξύ 1980 και 1985 το «Face» μεταμορφωνόταν σχεδόν από τεύχος σε τεύχος: από ένα σχετικά παραδοσιακό, κομψό, ροκ μηνιαίο έντυπο που παρουσίαζε αριστερές μπάντες σε μελαγχολικά ασπρόμαυρα σαλόνια, στημένα με έναν εντελώς ξεχωριστό τρόπο από τον νεαρό σχεδιαστή Νέβιλ Μπρόντι, μετατράπηκε σταδιακά σε ένα έντυπο που υποστήριζε ενθουσιωδώς τα ηδονιστικά νέα συγκροτήματα από την ανερχόμενη σκηνή των New Romantics του Λονδίνου, και στη συνέχεια σε ένα πολυπολιτισμικό ημερολόγιο νυχτερινής ζωής και μόδας, που τιμούσε το clubbing και τη μαύρη μουσική και αισθητική με πρωτόγνωρο πάθος. Ο Νέβιλ Μπρόντι, αντλώντας επιρροές από καλλιτεχνικά και σχεδιαστικά ρεύματα των αρχών του 20ού αιώνα, όπως ο κονστρουκτιβισμός και το Bauhaus, δημιούργησε μια αυστηρή νέα οπτική γλώσσα που καθόρισε σε μεγάλο βαθμό τη βρετανική αισθητική των ’80s.
Το «Face» άλλαξε και εξελισσόταν συνεχώς όσο άλλαζε και η ποπ κουλτούρα, οι σελίδες του έγιναν ένα μοναδικό όχημα για τον ευρύτερο χώρο της μόδας, ιδιαίτερα εκείνες που παρήγε η κολεκτίβα Buffalo υπό τον στυλίστα Ρέι Πέτρι, με μέλος και τον φωτογράφο Τζέιμι Μόργκαν. Αυτό που έκανε πάντα και σταθερά ήταν να δημοσιεύει εξαιρετικές φωτογραφίες και άρθρα για την ποπ και ροκ μουσική, με υπογραφές όπως αυτές της Τζούλι Μπέρτσιλ, του Ρόμπερτ Ελμς, του Νικ Κεντ, του Τόνι Πάρσονς και του Τζον Σάβατζ, αποκτώντας διεθνή φήμη ως το αλμανάκ όλων όσοι ήταν cool. Υπήρξε ένα ποιοτικό και ελκυστικό περιοδικό, με εξαιρετικό πρωτογενές υλικό που δεν συναντούσες στα εβδομαδιαία ταμπλόιντ. Ακόμα και το σχήμα του ήταν πρωτοποριακό.
«Το “Face” έδωσε τον ρυθμό για ολόκληρη τη βιομηχανία των περιοδικών, ξεκινώντας από το ίδιο το format», λέει ο Πολ Γκόρμαν. «Ο Λόγκαν ανακάλυψε ποιο ήταν το μέγιστο πλάτος που μπορούσε να έχει ένα περιοδικό στο περίπτερο και έπεισε τους τυπογράφους του να το υλοποιήσουν. Σε μια μεγάλη εταιρεία αυτό θα περνούσε από επιτροπές· ο Λόγκαν απλώς είπε “από εδώ και πέρα θα βγαίνουμε σε αυτό το μέγεθος”. Μέσα σε λίγα χρόνια, τόσο οι κυριακάτικες εκδόσεις των “Sunday Times” όσο και του “Observer” υιοθέτησαν το ίδιο format. Οι επιχειρήσεις κατάλαβαν πολύ γρήγορα ότι αυτός ήταν ένας εξαιρετικός τρόπος να επικοινωνήσουν με τους νέους. Τράπεζες, ταξιδιωτικές εταιρείες, όλοι όσοι στόχευαν στη νεανική αγορά, υιοθέτησαν τη σχεδιαστική γλώσσα του “Face”. Ακόμη και ο τρόπος που παρουσιαζόταν η μόδα έγινε πρότυπο. Περίπου 100.000 άνθρωποι το διάβαζαν – πολλοί από αυτούς decision makers και tastemakers. Γι’ αυτό και το αποκαλώ “το περιοδικό που άλλαξε την κουλτούρα”.
Είχε τρομερό αντίκτυπο στη νεανική κουλτούρα και τη βρετανική ταυτότητα. Κι ήταν από εκείνες τις σπάνιες εκδόσεις που όχι μόνο κατέγραφαν όσα συνέβαιναν στην κουλτούρα αλλά συνέβαλλαν ενεργά στην εξέλιξή της. Στην καλύτερή του στιγμή ήταν απολύτως υποχρεωτικό ανάγνωσμα, γιατί αποτελούσε την ίδια την είδηση. Παράλληλα, μετέφερε αυτή την πληροφορία με εξαιρετικά εκλεπτυσμένο τρόπο. Ήταν πάντα μια άρτια παραγωγή, σε γυαλιστερό χαρτί, σε αντίθεση με τον παλιότερο μουσικό Τύπο που τυπωνόταν σε χαρτί –σχεδόν– υγείας. Ο Λόγκαν δημιούργησε έναν χώρο όπου αρίστευαν άνθρωποι της δημοσιογραφίας, της φωτογραφίας, του styling και του γραφιστικού σχεδιασμού – με κορυφαίο παράδειγμα τον Μπρόντι. Όλοι αυτοί έλκονταν φυσικά από το “Face”, και ο Λόγκαν ήξερε πώς να τους “καλλιεργήσει”. Έδωσε στον Μπρόντι πλήρη ελευθερία: για δώδεκα τεύχη, αυτός σχεδίαζε κάθε φορά διαφορετικές γραμματοσειρές, τις οποίες παραμόρφωνε και μετέβαλλε. Το αποτέλεσμα ήταν ένα περιοδικό που άλλαζε συνεχώς και σε έκανε να ανυπομονείς για το επόμενο τεύχος.
Οι επόμενοι art directors έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση στη φωτογραφία, ειδικά στη μόδα και στους νέους φωτογράφους. Στην πρώτη περίοδο, που έδωσε έμφαση στις αστικές ελίτ, το περιοδικό κατηγορήθηκε ότι παραήταν cool για τον μέσο νεαρό Βρετανό, ενώ στα τέλη των ’80s έγινε πιο συμπεριληπτικό. Στη δεύτερη περίοδό του στράφηκε στη “ρεβάνς των προαστίων”, την επαρχιακή περηφάνια και την άνοδο του Μάντσεστερ».
Το «Face» είχε μια έντονα συλλογική εσωτερική κουλτούρα και ο Πολ Γκόρμαν υποστηρίζει ότι η ευαισθησία που διαμόρφωσε άσκησε βαθιά επιρροή στην «οπτική κουλτούρα, από τη διαφήμιση, τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, τη μόδα, τον κινηματογράφο και τα γραφικά έως τους εσωτερικούς χώρους», καθώς και στη «φωτογραφία, στο λιανεμπόριο και στο street style». Υποστηρίζει επίσης ότι η απερίσκεπτα ανοιχτή θεματολογία του «Face» προανήγγειλε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουμε την πληροφορία σήμερα. To 2011 μπήκε ως μόνιμο έκθεμα στη συλλογή του Μουσείο Design του Λονδίνου.
Για να γράψει το βιβλίο του «The Story of Face», o Πολ μίλησε με αρκετούς συνεργάτες του περιοδικού και όλοι τους αποκαλύπτουν όχι μόνο τον πήχη ποιότητας του Λόγκαν αλλά και την ανοιχτή στάση του σε ιδέες και ιδανικά, σε συνδυασμό με αδιάκοπη σκληρή δουλειά. Η πορεία της Λέσλι Γουάιτ είναι μια ξεκάθαρη απόδειξη. Ξεκινώντας ως ρεσεψιονίστ το 1982, θυμάται τη στιγμή που ο Νικ της ζήτησε να αρχίσει να γράφει το εισαγωγικό τμήμα κάθε τεύχους. «Έτσι ήταν πάντα στο “Face”», λέει. «Όλοι βοηθούσαν σε όλα: από το τσάι μέχρι το καθάρισμα της τουαλέτας».
Αυτές οι ευκαιρίες προέκυψαν με πολλά σκαμπανεβάσματα και ατέλειωτο μόχθο. Ο Στιβ Τέιλορ εξηγεί ότι ο Νικ «σπάνια είχε φύγει όταν εγώ πήγαινα σπίτι και το πρωί που γύριζα ήταν ήδη εκεί – ζούσε με σάντουιτς με λουκάνικο, τσάι και καφέ από τα τοπικά καφενεία». Παρά τις ατελείωτες ώρες δουλειάς, η παραγωγή ήταν πάντα ένας αγώνας μέχρι το τελευταίο λεπτό. «Έγραφες για να γεμίσεις κενά, ενώ ο κούριερ με τη μηχανή μαρσάριζε απ’ έξω για να τα πάει όλα στο τυπογραφείο», λέει. «Και μετά, αντί να χαλαρώσει, ο Νικ άρχιζε να αγωνιά για το εξώφυλλο του επόμενου τεύχους. Ήταν αμείλικτος – εμμονικός, αλλά με την καλή έννοια».
Η εμμονή αυτή δημιούργησε ένα περιοδικό που μπορούσε να αλλάζει διαρκώς. «Ήταν μια μάλλον παλιομοδίτικη πρόταση: ένα περιοδικό γενικού ενδιαφέροντος», λέει ο Πολ. «Δεν ήταν περιοδικό μόδας», αν και σήμερα οι συνδέσεις με τις σύγχρονες κολεξιόν είναι εμφανείς. «Δεν ήταν μουσικό περιοδικό», κι όμως, το εξώφυλλό του κοσμούσαν από τον Πρινς μέχρι τη Σινέντ Ο’Κόνορ και τον Ντέιμον Άλμπαρν. «Ούτε κινηματογραφικό περιοδικό», παρότι φιλοξενούσε συνεντεύξεις από τον Ρόμπερτ ντε Νίρο έως τον Κρίστοφερ Γουόκεν.
Για το «Face» δεν είχε σημασία από ποιον χώρο προερχόταν κάποιος, αρκεί να ήταν ενδιαφέρων. Αυτό ήταν εντυπωσιακό για την εποχή, «προτού τα PR γίνουν τόσο επιδέξια και κυριαρχήσουν στη διασημότητα». Ο Νικ Λόγκαν έβαζε μαύρα μοντέλα στα εξώφυλλα δεκαετίες προτού γίνει συζήτηση γι’ αυτό. «Ήταν ένας άλλος κόσμος», λέει ο Πολ. «Ήταν σέξι χωρίς να είναι σεξιστικό, gender neutral, με αξίες αποδοχής και ανεκτικότητας. Και φυσικά αγκάλιαζε την Ευρώπη. Το κοιτάς σήμερα, από την οπτική του Brexit, και σκέφτεσαι: τι στο διάολο συνέβη και χάθηκε όλο αυτό;».
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, το «Face» είχε γίνει θεσμός: χώρος εκπαίδευσης, προώθησης και ποιοτικού ελέγχου γι' αυτό που ακόμη και οι πιο άκαμπτοι υπουργοί των Τόρις θα μάθαιναν σύντομα να αποκαλούν «πολιτιστική βιομηχανία της Βρετανίας». Ωστόσο, ύστερα από μια δεκαετία κυριαρχίας σε έναν ευμετάβλητο κόσμο, κινδύνευε αναπόφευκτα να ξεπεραστεί.
Η άνοδος και η πτώση που σήμανε το τέλος μιας ολόκληρης εποχής
Μπορεί μέχρι το 1988 οι δουλειές να πήγαιναν περίφημα, διασημότητες όπως ο Πρινς και ο Ζαν Πολ Γκοτιέ να διεκδικούσαν το εξώφυλλο και τα διαφημιστικά τιμολόγια να παρέμεναν υψηλά, όμως ο Λόγκαν ένιωθε ότι μια εποχή τέλειωνε. Η κυκλοφορία κινούνταν γύρω στα 70.000 αντίτυπα και οι αντίπαλοι –ιδίως το streetwise «i-D» του Τέρι Τζόουνς– τον πλησίαζαν επικίνδυνα.
Η ξαφνική εξάπλωση της ατημέλητης, θορυβώδους rave κουλτούρας και του acid house σε όλη την Αγγλία έκανε την προσέγγιση του «Face» να μοιάζει ελιτίστικη και άκαμπτη. Το «i-D», με μια πιο «βρόμικη προσέγγιση», κατάφερε να συνδεθεί περισσότερο με τη νέα χορευτική κουλτούρα και το underground την εποχή που το «Face» είχε επικεντρωθεί στους celebrities. Ο Λόγκαν όμως ήταν αρκετά περίεργος και πραγματιστής και κατάφερε να αλλάξει πορεία. Το 1989 παρέδωσε την αρχισυνταξία στη Σέριλ Γκάρατ, μια ανεπιτήδευτη συντάκτρια του «Face» και λάτρη των rave από το Μπέρμιγχαμ. Με μια νέα, λιγότερο μητροπολιτική και ανδροκρατούμενη γενιά συνεργατών τη δεκαετία του ’90, το «Face» αντέστρεψε σε μεγάλο βαθμό την πορεία του: εξηγούσε τις λαϊκές νεανικές κουλτούρες πόλεων όπως το Μάντσεστερ και το Λίβερπουλ στους Λονδρέζους, ενώ φωτογραφίες χαμογελαστών, ιδρωμένων νεαρών με ποδοσφαιρικές φανέλες αντικατέστησαν τις άψογες λήψεις δανδήδων στα νυχτερινά κλαμπ του Λονδίνου.
Για δεύτερη φορά, το «Face», με τα ισχυρά αντανακλαστικά του Λόγκαν, συνέβαλε στη διαμόρφωση του zeitgeist και η συνταγή πέτυχε. Τη θέση του Μπρόντι ως art director πήρε ο Φιλ Μπίκερ και μια νέα γενιά φωτογράφων και στυλιστών άρχισε να συνεργάζεται με το περιοδικό. «Ο κόσμος άλλαζε τον τρόπο που ντυνόταν και κοινωνικοποιούνταν, και για λίγο καταργήθηκαν πολλές κοινωνικές δομές», λέει ο φωτογράφος Ντέιβιντ Σιμς. «Η rave κουλτούρα τα έκανε όλα αυτά δυνατά‧ εμείς απλώς δημιουργούσαμε το οπτικό ισοδύναμο».
Έτσι εγκαινιάστηκε η δεύτερη μεγάλη φάση του «The Face», αφού ο Λόγκαν χρησιμοποίησε έξυπνα το επετειακό 100ό τεύχος των 200 σελίδων (Σεπτέμβριος 1988) για να στείλει στο παρελθόν μια ολόκληρη γκάμα παλιών συνειρμών, από τη Buffalo έως το safe sex. Από το αμέσως επόμενο τεύχος –Οκτώβριος 1988, Vol. 2, No. 1– η νέα φιλοσοφία ήταν σαφής. Το εξώφυλλο είχε τον Τιμ Σιμενόν των Bomb The Bass, προαναγγέλλοντας αφιέρωμα στην καλύτερη ηλεκτρονική χορευτική μουσική από όλο το Ηνωμένο Βασίλειο.
Αυτό σήμανε τη στροφή προς την «εκδίκηση των προαστίων». Τα settings των φωτογραφίσεων έγιναν η κοντινή στάση του λεωφορείου, ενώ το θέμα ήταν η τοπική υπερηφάνεια, ο βρόμικος ρεαλισμός και τα υπερβολικά αδύνατα μοντέλα –όπως η νεαρή Κέιτ Μος που έκανε το πρώτο της εξώφυλλο στο τεύχος του Μάη του 1990 για το Παγκόσμιο Κύπελλο (φωτογραφημένη από την Κορίν Ντέι σε styling της Μέλανι Γουόρντ) και επέστρεψε δύο μήνες μετά με το καθοριστικό «3rd Summer Of Love».
Η βόρεια Αγγλία ανέβαινε, μαζί με τους βουλευτές των Νέων Εργατικών που την εκπροσωπούσαν. Άρχισε έτσι να διαμορφώνεται ένας εκσυγχρονισμένος βρετανικός πατριωτισμός με συστατικά κλασικές εμμονές του «Face», όπως το ποδόσφαιρο και η βρετανική dance μουσική. Τον Οκτώβριο του 1995, οι πωλήσεις του περιοδικού έφτασαν στο υψηλότερο σημείο τους.
Τη δεκαετία του ’90, ωστόσο, το μονοπώλιο του «Face» και του «i-D» στη διαμόρφωση και προώθηση της ποπ κουλτούρας άρχισε να σπάει. Εμφανίστηκαν μια σειρά από άλλα βρετανικά περιοδικά, όπως τα «Loaded» και «Dazed & Confused», που μοιράζονταν κάποια από τα ενδιαφέροντα του «Face» και τον τρόπο που τα παρουσίαζε.
Παράλληλα, το «Face» έχανε τη διακριτή του ταυτότητα, δείχνοντας υπερβολικό ενδιαφέρον για τις διασημότητες. Ο Ρόμπι Γουίλιαμς, ο Λεονάρντο ντι Κάπριο και οι Spice Girls στήριξαν την κυκλοφορία με τα εξώφυλλά τους, αλλά το περιοδικό άρχισε να χάνει τη δύναμή του στη διαμόρφωση hype. Το 1992, μηνύθηκε για δυσφήμηση από τον Τζέισον Ντόνοβαν, έπειτα από άρθρο για το outing διασημοτήτων που εικονογραφήθηκε με αφίσα η οποία ισχυριζόταν ότι ήταν ομοφυλόφιλος. O Ντόνοβαν κέρδισε την υπόθεση και το «Face» αναγκάστηκε να του πληρώσει 95.000 λίρες.
Το 1997, η κυκλοφορία μπήκε απότομα σε καθοδική τροχιά. Ήταν η εποχή που το Britpop άρχισε να ξεθωριάζει, η rave σκηνή να κατακερματίζεται, ενώ η Βρετανία σταμάτησε να παράγει αρκετά διακριτές υποκουλτούρες για τις οποίες θα μπορούσε να γράφει το «Face». Η εποχή του διαδικτύου είχε ξεκινήσει, φέρνοντας μαζί της την παγκόσμια ομογενοποίηση της ποπ κουλτούρας.
Το 1999, ο Λόγκαν πούλησε το «Face» στην Emap. Το 2004, το περιοδικό έκλεισε. Oι εποχές που ένα και μόνο στυλάτο περιοδικό μπορούσε να σου πει πώς να ζεις χάθηκαν μαζί με το «Face». Το 2019 κυκλοφόρησε ξανά σε έντυπο και ψηφιακά από τη Wasted Talent, αλλά πια έχουν αλλάξει τα πάντα στον χώρο των περιοδικών και ένα μέσο που καταγράφει τη νέα κουλτούρα δεν ενδιαφέρει κανέναν. Ίσως επειδή δεν ενδιαφέρουν και οι νέες κουλτούρες.