Πενήντα χρόνια μετά τις φρικαλεότητές του, είναι σαφές ότι η δημοσιογραφική κάλυψη συνέβαλε στη μεταστροφή της κοινής γνώμης απέναντι στον πόλεμο του Βιετνάμ. Όχι απαραίτητα λόγω ιδεολογικής στάσης αλλά επειδή ο πόλεμος, ως ωμή εμπειρία βίας, παράγει εικόνες που δεν αφήνουν περιθώρια εξωραϊσμού.
Το 1965, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες κλιμάκωσαν τη στρατιωτική τους παρουσία στο Βιετνάμ, οι φωτογραφικές μηχανές δεν ήταν διαδεδομένες όπως σήμερα. Τότε, όσοι κατέγραφαν τον πόλεμο ήταν κυρίως επαγγελματίες φωτογράφοι. Ήταν η εποχή των μεγάλων εικονογραφημένων περιοδικών –«Life», «Look», «Paris Match», «Stern»– με εκατομμύρια αναγνώστες. Η ζήτηση για φωτογραφίες από το μέτωπο ήταν μεγάλη.
Περίπου εξακόσιοι φωτογράφοι ταξίδεψαν στη Νοτιοανατολική Ασία, καθώς ο αμερικανικός στρατός επέτρεψε εκτεταμένη πρόσβαση στον Τύπο. Δημοσιογράφοι και φωτορεπόρτερ μπορούσαν να μετακινούνται με στρατιωτικά οχήματα, να επιβιβάζονται σε ελικόπτερα, να διαμένουν σε βάσεις, να συνομιλούν με αξιωματικούς και να φωτογραφίζουν χωρίς ουσιαστικούς περιορισμούς.
Η παρουσία της Λερουά είναι άμεση και απροκάλυπτη. Ανέπτυξε στενή σχέση με τους στρατιώτες που ακολουθούσε και στις επιστολές προς τους γονείς της στη Γαλλία εξέφραζε τον θαυμασμό της για τους νεαρούς πεζοναύτες, πολλοί από τους οποίους δεν θα επέστρεφαν ποτέ.
Η απόφαση αυτή δεν ήταν η πιο καθοριστική στρατηγική αστοχία των ΗΠΑ, αποτέλεσε όμως ένδειξη υπερβολικής αυτοπεποίθησης. Οι αμερικανικές αρχές ενδεχομένως προσδοκούσαν ηρωικές αφηγήσεις. Αντί γι’ αυτό, οι εικόνες που έφτασαν στα σπίτια των πολιτών έδειχναν νεκρούς στρατιώτες, σφαγές αμάχων, κακομεταχείριση κρατουμένων και καμένα χωριά. Ακόμη και η σφαγή εκατοντάδων αμάχων στο Μι Λάι φωτογραφήθηκε. Η μονάδα που ενεπλάκη στη σφαγή συνοδευόταν από φωτογράφο. Η παρουσία του είχε θεωρηθεί αυτονόητη. Πόλεμος δεν σημαίνει εκρήξεις κτιρίων, σημαίνει εξόντωση ανθρώπων. Αυτός είναι ο σκοπός του. Αυτή ήταν και η πραγματικότητα που αποτυπώθηκε στον φακό.
Η Κάθριν Λερουά ανήκε στη γενιά που μεγάλωσε διαβάζοντας το «Paris Match». Γεννήθηκε το 1944 στα προάστια του Παρισιού. Δεν προσαρμόστηκε ποτέ στο σχολικό περιβάλλον και ασφυκτιούσε μέσα στη μικροαστική καθημερινότητα. Έκανε περιστασιακές δουλειές, αναζητώντας την περιπέτεια. Ασχολήθηκε με την ελεύθερη πτώση και πραγματοποίησε δεκάδες άλματα. Παράλληλα άρχισε να φωτογραφίζει με μια νέα, προσιτή φωτογραφική μηχανή της εποχής. Στόχος της ήταν να βρεθεί «εκεί όπου συμβαίνουν τα γεγονότα».
Αγόρασε μια Leica και ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για τη Σαϊγκόν και έφτασε στο Βιετνάμ τον Φεβρουάριο του 1966, στα 21 της χρόνια, γνωρίζοντας λίγα αγγλικά, χωρίς επαγγελματικές διασυνδέσεις και με ελάχιστα χρήματα. Έμελλε να εξελιχθεί σε μία από τις πλέον αναγνωρισμένες φωτορεπόρτερ του πολέμου.
Η Λερουά ήταν φιλόδοξη και τολμηρή. Επέμεινε να συμμετάσχει στη μοναδική πολεμική επιχείρηση του πολέμου με αλεξίπτωτα και τιμήθηκε από τον αμερικανικό στρατό. Ήταν μικρόσωμη, με ύψος περίπου 1,50 και βάρος λιγότερο από 40 κιλά, όμως ζούσε όπως οι στρατιώτες, ακολουθούσε στις επιθέσεις, κουβαλούσε εξοπλισμό και πολλές φωτογραφικές μηχανές.
Βρέθηκε σε απόσταση αναπνοής από τη μάχη. Άνδρες σκοτώνονταν γύρω της, ενώ η ίδια τραυματίστηκε σοβαρά από θραύσματα. Κατά την Επίθεση του Τετ έφτασε με ποδήλατο στην πόλη Χουέ, συνελήφθη από Βορειοβιετναμέζους στρατιώτες και αφέθηκε ελεύθερη όταν δήλωσε ότι είναι Γαλλίδα δημοσιογράφος. Κατάφερε να τραβήξει σπάνιες φωτογραφίες του στρατού του Βόρειου Βιετνάμ· το περιοδικό «Life» τις δημοσίευσε στο εξώφυλλό του.
Πολλές εμβληματικές φωτογραφίες αποτύπωσαν τον πόλεμο του Βιετνάμ. Η «Εκτέλεση στη Σαϊγκόν» του Έντι Άνταμς, το 1968, κατέγραψε τη στιγμή που ο αρχηγός της αστυνομίας του Νότιου Βιετνάμ πυροβολεί έναν αιχμάλωτο Βιετκόνγκ. Η εικόνα έγινε σύμβολο της βαρβαρότητας του πολέμου.
Το «Κορίτσι με το ναπάλμ», του 1972, αποτύπωσε ένα κορίτσι εννέα ετών που έτρεχε γυμνό μετά από αεροπορικό βομβαρδισμό με ναπάλμ. Το παιδί επέζησε και η φωτογραφία συγκλόνισε τη διεθνή κοινή γνώμη. Οι ακριβείς συνθήκες λήψης ή η πατρότητα πολλών από αυτές τις φωτογραφίες έχουν αμφισβητηθεί.
Όμως στο έργο της Λερουά δεν υπάρχει τέτοια αμφισημία. Η παρουσία της είναι άμεση και απροκάλυπτη. Ανέπτυξε στενή σχέση με τους στρατιώτες που ακολουθούσε και στις επιστολές προς τους γονείς της στη Γαλλία εξέφραζε τον θαυμασμό της για τους νεαρούς πεζοναύτες, πολλοί από τους οποίους δεν θα επέστρεφαν ποτέ. Ανάμεσα στις πιο γνωστές εικόνες της είναι το «Corpsman in Anguish», μέρος μιας σειράς από την Πρώτη Μάχη του Κε Σαν το 1967, όπου ένας τραυματιοφορέας σκύβει πάνω από τον νεκρό συνάδελφό του. Η ίδια ανέφερε ότι εκείνη τη στιγμή κατανόησε τι σήμαιναν οι μήνες που είχε περάσει στο μέτωπο.
Για τους περισσότερους στρατιώτες, όπως και για εκείνη, ο πόλεμος ήταν κυρίως αναμονή και κόπωση, με εκρήξεις αιφνίδιου τρόμου. Η Λερουά αποτύπωσε και τα δύο. Έφυγε από το Βιετνάμ τον Δεκέμβριο του 1968.
Επέστρεψε το 1975, λίγο πριν από την πτώση της Σαϊγκόν, και φωτογράφισε την είσοδο των νικηφόρων δυνάμεων του Βορρά στο Προεδρικό Μέγαρο. Το Βιετνάμ επανενώθηκε ως κομμουνιστικό κράτος, εξέλιξη που Γαλλία και Ηνωμένες Πολιτείες είχαν επί δεκαετίες επιχειρήσει να αποτρέψουν.
Οι φωτογραφίες της Κάθριν Λερουά αποτελούν μέρος της ιστορικής καταγραφής ενός πολέμου που διαμόρφωσε πολιτικές και κοινωνικές ισορροπίες. Αποτύπωσαν το κόστος του με τρόπο άμεσο, χωρίς ωραιοποίηση, και συνέβαλαν στο να μείνει στη συλλογική μνήμη μια σύγκρουση που καθόρισε μια εποχή.
Με στοιχεία από το «New Yorker»