ODouglas Martin Eveleigh είναι ένας 26χρονος φωτογράφος από τη Μασαχουσέτη που ζει τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα. Ήρθε πριν από τέσσερα χρόνια για έναν έρωτα και εγκαταστάθηκε εδώ, μένοντας έκπληκτος από το ανοργάνωτο χάος της Αθήνας και τις εικόνες της, οι οποίες γίνονται φωτογραφίες με έντονο χρώμα και φως μέσα από τη μηχανή του.
Η φωτογραφία έγινε ο βασικός τρόπος με τον οποίο παρατηρεί και καταγράφει τον κόσμο γύρω του, απαθανατίζοντας μικρές στιγμές: ανθρώπους που περνούν καλά, τραπέζια με μισοφαγωμένα πιάτα, χαρταετούς μπλεγμένους στα δέντρα.
— Πες μας λίγα πράγματα για σένα και το υπόβαθρό σου προτού έρθεις στην Ελλάδα.
Είμαι 26 ετών και κατάγομαι από τη Μασαχουσέτη. Έφυγα από τις ΗΠΑ στα 18 για να σπουδάσω φιλοσοφία στο King’s College στο Λονδίνο. Πάντα με ενδιέφερε η φωτογραφία, αλλά πριν από την πανδημία η βασική μορφή καλλιτεχνικής μου έκφρασης ήταν το θέατρο. Στράφηκα πιο συστηματικά στη φωτογραφία το 2020 και άρχισα να την παίρνω πραγματικά στα σοβαρά όταν τελείωσα το πανεπιστήμιο και μετακόμισα στην Αθήνα.
«Δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη γειτονιά, ούτε μια μοναδική στιγμή που να ξεχωρίζω. Με συγκινούν περισσότερο οι επαναλαμβανόμενες εικόνες της πόλης».
— Τι σε έκανε να φύγεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και να μετακομίσεις στην Αθήνα;
Όπως σου είπα, έφυγα από τις ΗΠΑ για να σπουδάσω στο Λονδίνο. Στην Αθήνα μετακόμισα αρχικά εξαιτίας μιας σχέσης που έιχα με μια Ελληνίδα στο Λονδίνο και ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα της.
— Όταν είδες για πρώτη φορά στην Αθήνα, τι σε εξέπληξε περισσότερο; Ποια ήταν η πρώτη σου εντύπωση;
Με εξέπληξε το πόσο χαοτική και σχεδόν άρρυθμη ταυτόχρονα είναι η πόλη, ενώ σε κάποιες στιγμές θυμίζει ένα προβιομηχανικό χωριό. Η πρώτη μου εντύπωση ήταν ότι η αίσθηση που δίνει το Λονδίνο –ένα γρήγορο, αλλά οργανωμένο χάος–, εδώ ήταν το ακριβώς αντίθετο: ένα αργό, ανοργάνωτο χάος.
— Θυμάσαι την πρώτη στιγμή που ένιωσες ότι πραγματικά ανήκεις στην πόλη;
Για να είμαι ειλικρινής, ακόμα δεν νιώθω ότι ανήκω πραγματικά εδώ. Ωστόσο ένιωσα ότι κάπως βρήκα τη θέση μου όταν εντάχθηκα στο πρακτορείο μου, το 10AM, και όταν η ποδοσφαιρική ομάδα που φωτογραφίζω, η Καλλιθέα, ανέβηκε στην Α΄ Εθνική. Τότε ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα ότι είχα διαμορφώσει έναν χώρο για τη δουλειά μου που είχε αξία για την ευρύτερη κοινότητα.
— Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες δυσκολίες στην προσαρμογή σου στον ελληνικό τρόπο ζωής;
Τα ανώμαλα πεζοδρόμια! Τα τεράστια διόδια στους δρόμους! Η ηχορύπανση! Για να αναφέρω μόνο μερικά…
— Υπάρχει κάποια καθημερινή συνήθεια της αθηναϊκής ζωής που σε εμπνέει ιδιαίτερα;
Μου αρέσει πολύ αυτή η σχεδόν γαλλική συνήθεια τού να κάθεσαι απλώς σε ένα καφέ στον ήλιο με έναν σκέτο καφέ ή μια μπίρα. Δεν υπάρχει αίσθηση βιασύνης, μόνο η απόλαυση της στιγμής.
— Πώς σε έχει αλλάξει προσωπικά το να ζεις στην Αθήνα;
Σίγουρα χρειάστηκε να γίνω πιο τολμηρός και να παίρνω πρωτοβουλίες. Είναι δύσκολο να προσαρμοστεί κανείς στους ελληνικούς κοινωνικούς και κρατικούς θεσμούς ακόμη και ως Έλληνας, πόσο μάλλον όταν δεν μιλάς τη γλώσσα με άνεση. Παράλληλα, έχω νιώσει μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση σε σχέση με τη φωτογραφία αλλά και με το να διεκδικώ δουλειές.
— Τι σε ελκύει περισσότερο όταν φωτογραφίζεις την Αθήνα: οι άνθρωποι, οι δρόμοι ή οι καθημερινές στιγμές;
Για μένα είναι οι μικρές στιγμές χαράς που βλέπω γύρω μου. Είτε πρόκειται για κάποιον που περνάει όμορφα εκείνη τη στιγμή είτε για μια σύνθεση αντικειμένων που μαρτυρά ότι κάποιος πέρασε καλά – μισοφαγωμένα πιάτα φαγητού, χαρταετοί μπλεγμένοι στα δέντρα.
— Πώς θα περιέγραφες το φως της Αθήνας μέσα από τον φακό σου;
Το φως είναι πολύ δυνατό σε αυτή την πόλη, αυτό το ξέρουμε όλοι. Γίνεται όμως σχεδόν μαγικό όταν αντανακλάται πάνω στα ματ λευκά κτίρια από μπετόν και διαχέεται μέσα από τα σωματίδια σκόνης που σηκώνονται από τη δραστηριότητα της ημέρας.
— Υπάρχει κάποια γειτονιά στην οποία επιστρέφεις συχνά για να τη φωτογραφίσεις;
Δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη γειτονιά, ούτε μια μοναδική στιγμή που να ξεχωρίζω. Με συγκινούν περισσότερο οι επαναλαμβανόμενες εικόνες της πόλης: οι πωλητές στη λαϊκή που διαλαλούν δυνατά την πραμάτεια τους, τα κυριακάτικα πικ νικ στα πάρκα, η ζεστή ατμόσφαιρα στα μπαρ.
— Περνάς πολλές ώρες περπατώντας και φωτογραφίζοντας την πόλη. Πώς αναγνωρίζεις τη στιγμή που αξίζει να απαθανατιστεί;
Φωτογραφίζω στιγμές που με κάνουν χαρούμενο όταν τις βλέπω. Για μένα είναι τόσο απλό.
— Πλησιάζεις τους ανθρώπους που φωτογραφίζεις ή προτιμάς αυθόρμητες στιγμές δρόμου;
Σχεδόν ποτέ δεν πλησιάζω ανθρώπους, εκτός αν πιστεύω ότι η φωτογραφία θα λειτουργούσε καλύτερα ως στημένη. Με εμπνέει πολύ η ζωγραφική, μου αρέσει όταν το θέμα και το φόντο σχηματίζουν μια ενότητα και υπάρχει μια αίσθηση διαχρονικότητας στην εικόνα.
— Με ποιους τρόπους έχει επηρεάσει η Αθήνα το φωτογραφικό σου ύφος;
Όταν ξεκίνησα να φωτογραφίζω εδώ, δούλευα πολύ γρήγορα, γιατί ένιωθα ότι έτσι ήταν ο ρυθμός της πόλης. Ζώντας όμως στην Αθήνα κατάλαβα ότι ο πραγματικός, εσωτερικός της χαρακτήρας είναι πολύ πιο αργός. Έτσι επιβράδυνα κι εγώ και έγινα πιο προσεκτικός στη δουλειά μου. Ταυτόχρονα, υπάρχει μια έντονη νοσταλγία στη δουλειά μου –και στον χαρακτήρα μου γενικότερα– και αυτή η πόλη συνέβαλε στο να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο.
— Έχει αλλάξει η αντίληψή σου για την Αθήνα μέσα στα χρόνια που ζεις εδώ;
Ναι, αλλά έχει αλλάξει και η ίδια η πόλη. Έμαθα να εκτιμώ τη βραδύτητα της Αθήνας, ενώ τα τελευταία χρόνια νιώθω ότι όλοι έχουν εμμονή με το να επιταχύνουν τους ρυθμούς της.
— Τα τελευταία χρόνια η Αθήνα έχει γίνει δημοφιλής προορισμός για ψηφιακούς νομάδες. Πώς έχεις βιώσει αυτή την αλλαγή;
Πέρα από τη γενική αύξηση των τιμών, δεν μπορώ να πω ότι την έχω βιώσει πολύ άμεσα. Υπάρχουν βέβαια περισσότερα «trendy» ίντερνετ καφέ.
— Πιστεύεις ότι αυτή η τάση αλλάζει τον χαρακτήρα της πόλης;
Σίγουρα τον αλλάζει, κάποιες αλλαγές είναι καλές και κάποιες κακές. Σε μεγάλο βαθμό, όμως, η πόλη χάνει μέρος της γοητείας της και γίνεται πιο ακριβή για τους ανθρώπους που ήδη ζουν εδώ. Αν οι ψηφιακοί νομάδες παράγουν δημιουργικό έργο που σχετίζεται με την Αθήνα, τότε αποτελούν μέρος μιας δημιουργικής κοινότητας. Αν όμως εργάζονται αποκλειστικά για ξένες εταιρείες με υψηλότερους μισθούς, τότε λειτουργούν ως δύναμη που εκτοπίζει τους ντόπιους από τις γειτονιές τους.
— Ως κάποιος που επίσης ήρθε από το εξωτερικό αλλά έμεινε εδώ, νιώθεις ότι σε αφορά η ταμπέλα «ψηφιακός νομάς»;
Καθόλου. Το μεγαλύτερο μέρος της φωτογραφικής μου δουλειάς γίνεται εδώ και αφορά Έλληνες πελάτες. Ο μόνος χαρακτηρισμός που με αφορά είναι «φωτογράφος».
— Αν έπρεπε να περιγράψεις την Αθήνα με μία μόνο φωτογραφία, τι θα έδειχνε;
Τους ανθρώπους και τις προσωπικότητες της Βαρβακείου Αγοράς – μια επαναλαμβανόμενη πηγή έμπνευσης για μένα.
— Τι σε έχει κρατήσει στην Αθήνα;
Η σταθερή δουλειά και οι καλές φιλίες, φυσικά.